Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Συντηρητισμός, ακροδεξιά, νεοφιλελευθερισμός τις δεκαετίες ‘70 & ‘80


Το άρθρο «Le discours orchestré contre l’égalité» πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Le Monde diplomatique», φύλλο Μαΐου 1981. Αναδημοσιεύτηκε το 2007 στο 95ο τεύχος της σειράς «Manière de voir-Le Monde diplomatique», με θέμα «Les droites au pouvoir» («Οι δεξιές στην εξουσία»), σελ. 40-43, από όπου μεταφράζεται σχεδόν ολόκληρο εδώ. Ο Christian de Brie, δημοσιογράφος και μέλος της συντακτικής επιτροπής του «Monde diplomatique», εντοπίζει στη γαλλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 υλικές και ιδεολογικές διαπλοκές του συντηρητισμού με την ακροδεξιά, οι οποίες συστηματοποιούνται στο οικονομικό έδαφος του νεοφιλελευθερισμού στην αυγή της δεκαετίας του ’80: αποκατάσταση της πρωτοκαθεδρίας των ολιγαρχικών ελίτ, επιθετική διάδοση αρχαϊσμών απέναντι στη διαφορετικότητα, μίσος για την ισότητα. Όλες οι σημειώσεις είναι του κειμένου. Του Christian de Brie

Δεν είναι, λοιπόν, προς αυτή την πλευρά που πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους για την φαινομενική επιτυχία της. Αυτό που είναι καινούργιο, είναι η ενορχηστρωμένη προαγωγή, στη Γαλλία και στην πλειονότητα των δυτικών χωρών, του πολιτικού λόγου για την ανισότητα. Πρόκειται, ούτε λίγο ούτε πολύ, για την ιδεολογική δικαιολόγηση της εγκαθίδρυσης μιας νέας εσωτερικής τάξης, την οποία επιβάλλουν οι αλλαγές στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, που χαρακτηρίζονται ως κρίση: επιστροφή στον άγριο φιλελευθερισμό, εγκατάλειψη των διαφορετικών μορφών ρύθμισης, απελευθέρωση των τιμών, γενικευμένη επίθεση στις κοινωνικές κατακτήσεις και τον κόσμο της εργασίας-απολύσεις, ανεργία, προσβολή της συνδικαλιστικής ελευθερίας και του δικαιώματος της απεργίας, διάλυση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, νέες τεχνικές και διεύρυνση του κοινωνικού ελέγχου σε σχέση με την αστυνομία, την εκπαίδευση, την κουλτούρα, την ενημέρωση υγείας, την επαγγελματική διαμόρφωση, πλαισίωση και εξέλιξη. Για να συνοδευτεί αυτή η γενικευμένη επίθεση, χρειάζεται ένας διαφορετικός λόγος από εκείνον-τον ευρέως φενακιστικό-που κυριαρχούσε από τη δεκαετία του ’50 στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, δηλ. ισότητα των ευκαιριών και των δικαιωμάτων, διεύρυνση των δημόσιων ελευθεριών, παρεμβατισμός ενός ουδέτερου κράτους, εκστρατεία ενάντια στις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, ανάπτυξη, συμμετοχή και αναδιανομή. Όπως σε κάθε περίοδο σοβαρής κρίσης, οι φορείς της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας επικαλούνται τη θεματολογία της εξτρεμιστικής δεξιάς.
Έτσι όπως το έχει καταδείξει μια σειρά μελετών, ιδίως εκείνες του Pierre-André Taguieff, η νέα δεξιά έχει προέλθει κατ’ ευθείαν από τις εξτρεμιστικές ομαδώσεις της δεκαετίας του ’60: Jeune Nation («Νέο Έθνος»), Fédération des étudiants nationalistes («Ένωση των εθνικιστών φοιτητών»), Europe-Action («Ευρώπη-Δράση»), Occident («Δύση»), Ordre nouveau («Νέα τάξη»). Συνειδητοποιώντας την αποτυχία της πολιτικής τους δράσης και της βίαιης παρέμβασης, ορισμένοι υπεύθυνοι αποφασίζουν να εξακολουθήσουν τη μάχη της ακροδεξιάς σε ένα άλλο επίπεδο και να αποικίσουν το πεδίο της κουλτούρας, «υποχρεωτική προϋπόθεση για κάθε επιτυχία στην πολιτική τάξη» [1]. «Ας το επαναλάβουμε, η νέα δεξιά τοποθετείται στο επίπεδο της κουλτούρας ή για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που προτιμά, στο πεδίο της μεταπολιτικής»[2]. Πρόκειται να αξιοποιήσει «την αυξανόμενη ευπάθεια της κοινής γνώμης στο μεταπολιτικό μήνυμα, τόσο αποτελεσματικότερο και καλύτερα προσλαμβανόμενο και αφομοιώσιμο όσο ο κατευθυντήριος και υποβλητικός χαρακτήρας του δεν γίνεται αντιληπτός ως τέτοιος»[3].Καθώς ο στόχος είναι «να αναληφθεί η διανοητική διαμόρφωση αυτών που στα επόμενα χρόνια θα έχουν στα χέρια τους την εξουσία της απόφασης»[4].
Για τη διανοητική διαμόρφωση των ελίτ και τη διάδοση των εξτρεμιστικών ιδεών, η νέα δεξιά εγκαινίασε ένα ποικιλόμορφο δίκτυο οργανώσεων και επωφελείται από ισχυρά μέσα πολιτισμικής δράσης. Το κέντρο της διάταξης συγκροτήθηκε από την ομάδα «Grece» (Groupe de recherche et d’études sur la civilisation européenne, «Ομάδα έρευνας και μελετών στον ευρωπαϊκό πολιτισμό») και την επιθεώρησή της, «Nouvelle Ecole», που ιδρύθηκαν το 1968-1969 από τους Jean-Claude Valla, Jacques Bruyas, Alain de Benoist, Roger Lemoine, Pierre Vial, Dominique Venner κ.α.
Γύρω από την ομάδα «Grece» περιστράφηκαν ειδικευμένες λέσχες και σύνδεσμοι: Το «Club de l’Horloge» που ιδρύθηκε το 1974 με απεύθυνση στους τεχνοκράτες της ανώτερης διοίκησης. Η «Closor» (Comité de liaison des officiers et sous-officiers de réserve, «Επιτροπή σύνδεσης εφέδρων αξιωματικών και υπαξιωματικών») και το περιοδικό της «Nation-Armée» για τον στρατό, που ιδρύθηκαν το 1975. Η ομάδα GENE (Groupe d’études pour la nouvelle éducation, «Ομάδα μελετών για τη νέα εκπαίδευση») και το ενημερωτικό δελτίο της, «Nouvelle Education», που ιδρύθηκαν το 1976 κλπ. Το ουσιώδες αυτής της θεματικής παραλήφθηκε και αναπαράχθηκε για το ευρύ κοινό στις στήλες του «Figaro Magazine» των Robert Hersant και Louis Pauwels, αναπτύχθηκε στις εκδόσεις «Copernic» («Κοπέρνικος»).
Για να εξουδετερώσει τις αντιδράσεις, να συγκαλύψει τις καταβολές και τους στόχους της, να αποπροσανατολίσει τους αδαείς, η νέα δεξιά βάλθηκε να θολώσει τα νερά. Κατ’ αρχήν, με το να οικειοποιείται και να εκμεταλλεύεται έργα που δεν γράφτηκαν για τους σχεδιασμούς της ή κάνοντας αναφορές σε δήθεν επιστημονικές εργασίες από όλους τους «διδάκτορες» των εσωτερισμών, το σύνολο με μεγάλη ποσότητα παραπομπών. Στη συνέχεια, με το να αλλάζει το λεξιλόγιο και να τροποποιεί την παρουσίαση του προϊόντος: «Σε καμία περίπτωση [...] δεν πρέπει να αποκαλύπτονται οι πολιτικοί στόχοι. [...] Οφείλουμε να παρουσιάζουμε τον σκοπό μας κυρίως σαν μια διανοητική και ηθική επανάσταση και να εκλαμβάνουμε την πολιτική στρατηγική με απόλυτη σύνεση»[5]. «Πρέπει να είμαστε συνετοί στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε. Ιδιαιτέρως απαραίτητο είναι να εγκαταλείψουμε μια ξεπερασμένη φρασεολογία»[6].
Τέλος, με το να οχυρώνεται πίσω από ψευδώνυμα και να αρνείται τις καταβολές και τις οργανωτικές σχέσεις. Έτσι συμβαίνει με τον Yvon Blot, μέλος της κεντρικής επιτροπής του κεντροδεξιού κόμματος RPR, όταν υπερασπίζεται τον νεοφιλελευθερισμό του Ρόναλντ Ρίγκαν στις στήλες του «Monde» (6 Mαρτίου 1981), αλλά επίσης ιδρυτή και πρόεδρο του «Club de l’Horloge», που διαβεβαίωνε ότι δεν είχε συμμετάσχει ποτέ στις δραστηριότητες της ομάδας «Grece» όπου εμφανίζεται υπό το ψευδώνυμο Michel Norey και από καιρό σε καιρό ξεχνιέται χρησιμοποιώντας την «ξεπερασμένη φρασεολογία»: «Χρειάζονται σκλάβοι για να αναδυθεί μια νέα αριστοκρατία [...]. Θα πρέπει να προτείνουμε μεγάλα εγχειρήματα, μεγάλες συλλογικές εμπειρίες πειθάρχησης και διαχωρισμού». Ή με τον Alain de Benoist, ο οποίος υπήρξε δημοσιογράφος στο «Figaro Magazine», αλλιώς Robert de Herte, αρχισυντάκτης στο περιοδικό «Eléments», αλλιώς F. Laroche στο «Europe Action», όπου έκανε κι αυτός άλλες παρατηρήσεις: «Υπάρχει κάποιος παράγοντας αποσύνθεσης στους κόλπους της λευκής φυλής; Ναι, αυτός ο παράγοντας είναι το βιολογικό απόρριμμα [...]. Τα άτομα που θέλγονται από κάθε τι οριακό στον κόσμο: τη διάπραξη ένοχων πράξεων, τη μηδαμινότητα, το βιολογικό απόρριμμα, τη λογομαχία, τις εκτός πραγματικότητας ιδέες». Ο ίδιος Alain de Benoist που, στην έκδοση «Ποιός είναι ποιός στη Γαλλία, 1975-1976», ανέφερε σαν τιμητική διάκριση έναν διδακτορικό τίτλο κύρους στη βιολογία, honoris causa, από το ινστιτούτο επιστημών του Κεμπέκ, κάπως παράδοξο για έναν απόφοιτο Νομικής. Μόνο που ξέρουμε ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για το ινστιτούτο ψυχοσωματικών επιστημών, βιολογικών και φυλετικών, του φυλετιστή Jacques Baugé-Prévost, ενός από τους φορείς του «αναθεωρητισμού» για τα ναζιστικά εγκλήματα.
Μια απλή ματιά στην διοικούσα επιτροπή της «Nouvelle Ecole», οργάνου της ομάδας «Grece», αρκεί για να αναδείξει τις διασυνδέσεις που υφίστανται ανάμεσα στη νέα δεξιά και τον διεθνή νεοναζισμό: Ο Robert Pearson, πρόεδρος της «Nordic League», της οποίας σκοπός ήταν «η αλληλεγγύη όλων των τευτονικών εθνών» (σε αυτήν ανήκει και ο Alain de Benoist), και μέλος της WACL («Διεθνής αντικομμουνιστική λίγκα»), η οποία δημιουργήθηκε στη Νότια Κορέα και συνδέεται με τη θρησκευτική σέχτα του Μουν. Ο Frantz Altheim, παλιός συνεργάτης του Χίμλερ. Ο Johanes D.J. Hofmayer, πρόεδρος και ιδρυτής της νοτιοαφρικανικής εταιρείας γενετικής κλπ. Τέλος, ο Louis Claude Vincent, καθηγητής στη Σχολή Ανθρωπολογίας στο Παρίσι, εκλαϊκευτής του «μηνύματος της Ουψάλα», με τον οποίο μπορούμε να κλείσουμε τον κύκλο: «[...] οι ανοησίες μιας δαιμονικής πολιτικής φυλετικής ισότητας επιδίωκαν να έρθουν κάποια μέρα οι κίτρινες και μαύρες ορδές για να επιβάλουν τους νόμους τους στις ευρωπαϊκές χώρες, βιάζοντας τις λευκές γυναίκες και κόρες μας, για τις οποίες είναι ακόρεστοι εξαιτίας μιας ακαταμάχητης σεξουαλικής φρενίτιδας, ενώ οι άντρες θα υποτάσσονταν σε μια νεγρο-κινεζική σκλαβιά από την οποία δεν θα συνέλθουμε» [7].
Στη δημοκρατία, η κρυμμένη όψη δεν είναι ίδια με τη φανερή. Πίσω από την οθόνη της φιλελεύθερης ιδεολογίας, τον λόγο για την πρόοδο και την κοινωνική δικαιοπραξία, η μεγαλοαστική τάξη και οι μεγάλες επιχειρήσεις στην εξουσία δεν σταμάτησαν ποτέ να εξελίσσουν την αντίληψή τους για το κέρδος. Αλλά σε περίοδο έντονου ανταγωνισμού, εντατικού μετασχηματισμού του οικονομικού συστήματος, όταν πρόκειται να εξουδετερώσουν γρήγορα τα εμπόδια και να τσακίσουν την αντίσταση των θυμάτων, όλα τα μέσα θεωρούνται κατάλληλα και είναι τότε που κλυδωνίζεται ολόκληρο το σκηνικό. Δεν διστάζουν να συνεγείρουν τους φορείς της πιο εξτρεμιστικής δεξιάς, με τους οποίους η εξουσία δεν έπαψε να διατηρεί σχέσεις εδώ κι εκεί [8], ιδίως στις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου επέδειξαν την τεχνογνωσία τους. Η νέα δεξιά, καλοχτενισμένη, με τα μοκασίνια της, περιμένει στον προθάλαμο. Θα την βάλουν, άραγε, στο σαλόνι με ξυρισμένο σβέρκο και αρβύλες;
Σημειώσεις
[1] Jean-Claude Valla, «Dix ans de combat culturel», 1977, σελ. 4.
[2] Alain de Benoist, «Les Idées à l’endroit», εκδ. Hallier, 1979, σελ. 21.
[3] Alain de Benoist, ο.π, σελ. 258.
[4] Robert de Herte (ψευδώνυμο του Alain de Benoist), «Eléments», Παρίσι, Απρίλιος 1977, σελ. 3.
[5] «Bulletin intérieur du Grece», Ιανουάριος 1969.
[6] «Bulletin intérieur du Grece», Φεβρουάριος 1969.
[7] «Le Message d’Uppsala», σελ. 18, παρατίθεται και στο περιοδικό«Temps présents», Νοέμβριος 1980.
[8] Για τους δεσμούς ανάμεσα στη δεξιά διακυβέρνηση και την ακροδεξιά, βλ. Frédéric Laurent, «L’Orchestre noir», εκδ. Stock, Παρίσι, 1978. Για την επιρροή της νέας δεξιάς στο μοντέλο του Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, βλ. «Le Prince au miroir. Essai sur l’ordre giscardien», εκδ. Albin Michel,Παρίσι, 1981.

Μετάφραση: Νίκος Σκοπλάκης 

RedNoteBook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου