Slider

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Kikujiro Fukushima: «Ηθελα πάντα να φτάνω όσο πιο βαθιά μπορούσα»...

Ο φωτογράφος που υποσχέθηκε σε έναν ψαρά να εκδικηθεί τον όλεθρο της Χιροσίμα
Μετάφραση*: Δημήτρης Χατζημαρινάκης, φωτογράφος - 
Ίσως να μην καταλαβαίναμε τίποτε από το τι σήμαινε η ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα αν δεν την βλέπαμε αποτυπωμένη σε φωτογραφίες. Ο Kikujiro Fukushima ήταν ένας φωτογράφος που θέλησε να αποτυπώσει την σκληρότητα της επίθεσης πάνω στο ανθρώπινο σώμα και να καταδείξει έτσι την επίθεση των Αμερικανών και την ανυπαρξία στήριξης των θυμάτων από την ιαπωνική κυβέρνηση. Συνέχισε μέχρι το τέλος της 95χρονης ζωής του, το 2015, να φωτογραφίζει την αδικία και τα κινήματα αμφισβήτησης αρνούμενος οποιαδήποτε έστω και τυπική στήριξη από το ιαπωνικό κράτος που τον καταδίωξε. Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε από τονHiroyuki Ito και δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 2 Ιανουαρίου 2014. Την μετάφραση έκανε ο Δημήτρης Χατζημαρινάκης, φωτογράφος.

Η ζωή του Kikujiro Fukushima απογειώθηκε, όταν υποσχέθηκε στον 43χρονο, τότε, Sugimatsu Nakamura— έναν ψαρά που ήταν σοβαρά άρρωστος από τις επιπτώσεις της ατομικής βόμβας — να εκδικηθεί το βομβαρδισμό της Χιροσίμα.

Ο Kikujiro Fukushima ήταν ωρολογοποιός, εθελοντής κοινωνικός λειτουργός και φωτογράφος. Οι δυο άνδρες συναντήθηκαν το 1952. Τα δύο πρώτα χρόνια ο Fukushima ενώ ήθελε να φωτογραφίσει τον Nakamura, ήταν επιφυλακτικός, ώσπου μια μέρα ο Nakamura, γονατιστός και με δάκρυα στα μάτια άρχισε να τον παρακαλεί για να πάρει εκδίκηση για την ατομική βόμβα. «Ναι, αλλά πως;» τον ρώτησε ο Fukushima.«Πάρτε φωτογραφίες τον πόνο μου και δώστε την ευκαιρία στον κόσμο να γνωρίσει πόσο φοβερό ήταν αυτό που έκαναν.».

Ο Nakamura ήταν θυμωμένος όχι μόνο για τη βομβιστική επίθεση των Αμερικανών, αλλά και για την αναλγησία της ιαπωνικής κυβέρνησης, η οποία αρνήθηκε να παράσχει την κατάλληλη φροντίδα στα θύματά της. Ο Fukushima αυτόν τον θυμό τον καταλάβαινε πολύ καλά. Είχε υπηρετήσει στον ιαπωνικό στρατό, που στάθμευε στη Χιροσίμα μέχρι και μία εβδομάδα πριν από τους βομβαρδισμούς, όταν μετατέθηκε για να προετοιμαστεί για μια αποστολή αυτοκτονίας. Οι περισσότεροι από τους συντρόφους του, που έμειναν πίσω, σκοτώθηκαν.


Ο Nakamura πέθανε το 1967, αλλά ο όρκος του Fukushima στον άρρωστο ψαρά καθοδηγεί την μετέπειτα σταδιοδρομία του, όπου πλέον φωτογραφίζει άτομα που αγωνίζονται κατά της κοινωνικής αδικίας. Αποθανατίζει τις κοινωνικές αναταραχές της δεκαετίας του 1960 και του 1970, φωτογραφίζοντας φοιτητές και φεμινιστικά κινήματα, αντιπολεμικές διαδηλώσεις και τη βιομηχανική ρύπανση. Μάλιστα καταφέρνει να διεισδύσει στις Δυνάμεις Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας, υποσχόμενος στον επικεφαλής των δημοσίων υποθέσεων, ότι ευχαρίστως θα δώσει δωρεάν εικόνες, αν του δοθεί πρόσβαση.

Ο ίδιος έλεγε: «Αν η κυβέρνηση και οι εταιρείες εν γνώσει τους εξαπατούν το λαό με το να παραβλέπουν ή να καταργούν τους νόμους, τότε και οι φωτογράφοι μπορούν να τους παραβαίνουν, προκειμένου να αποκαλύψουν την αλήθεια που κρύβεται.».


Για τρία χρόνια, φωτογραφίζει το Πολεμικό Ναυτικό, το Στρατό και τη Στρατιωτική Ακαδημία, δίνοντάς τους φωτογραφίες που χρησιμοποιούσαν για δημόσιες σχέσεις. Όλο αυτό το διάστημα βέβαια, φωτογράφιζε στρατιωτικά μυστικά, και κάποια στιγμή χωρίς άδεια, δημοσιεύει στο περιοδικό «Exposé», το «Αποχαιρετισμός στα όπλα». Λίγο μετά τη δημοσίευση, ξυλοκοπείται βάναυσα από έναν άγνωστο που τον περιμένει κρυμμένος έξω από το σπίτι του στο Τόκιο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ένας άλλος άγνωστος του χαράζει με αιχμηρό αντικείμενο το πρόσωπό. Ένας εμπρηστής καίει το σπίτι του, ενώ εκείνος απουσιάζει, αλλά ευτυχώς η κόρη του Noriko μεταφέρει έγκαιρα τα αρνητικά του σε ασφαλές μέρος.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η φωτογραφία του Fukushima γινόταν γι’ αυτόν μια προσωπική υπόθεση. Η δεκαετία που περνάει από τη φωτογράφηση του Nakamura τον συγκλονίζει τόσο που τον οδηγεί σε ένα άσυλο για τρεις μήνες με νευρικό κλονισμό. Το 1960, χωρίζει τη σύζυγό του και μετακομίζει στο Τόκιο για να γίνει επαγγελματίας φωτορεπόρτερ.


Εργάζεται ως επί το πλείστον πάνω σε δικά του προσωπικά, φωτογραφικά σχέδια, και ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του καλό φωτογράφο. «Ο καλός επαγγελματίας φωτογράφος πάει στα δημοφιλή γεγονότα, βγάζει όμορφες φωτογραφίες και δημοσιεύει ωραία spreads στα περιοδικά για να εξελιχτεί και να προχωρήσει. Εγώ ήμουν πολύ αργός και ντροπαλός, αλλά όταν αφιερωνόμουν σε κάτι, κανείς δεν μπορούσε να με αποσπάσει απ’ αυτό, ήθελα πάντα να φτάνω όσο πιο βαθιά μπορούσα, αυτός είναι κι ο λόγος που έχω καταλήξει σήμερα μ’ αυτές τις φωτογραφίες που κανείς άλλος δεν έχει.».

Όταν η ιαπωνική οικονομία άκμασε το 1980 και οι άνθρωποι θέλησαν να ξεχάσουν τις δύσκολες στιγμές του πολέμου και των μεταπολεμικών χρόνων, οι πολιτικά φορτισμένες φωτογραφίες του Fukushima δεν ήταν πια στη μόδα. Έτσι άρχισε να σχεδιάζει κοσμήματα για να πληρώνει τους λογαριασμούς του. Αυτό ήταν κάτι που το είχε ξανακάνει. Αμέσως μετά τον πόλεμο — παντρεμένος τότε, με τρία παιδιά — για να συντηρεί την οικογένειά του εργαζόταν ως ωρολογοποιός. Αυτός ήταν και ο λόγος που κατέληξε στη Χιροσίμα, την οποία επισκέπτονταν αρκετές φορές το μήνα για να αγοράζει ανταλλακτικά.

Το 1946, με αφορμή άρθρο κάποιας εφημερίδας για το πώς το χορτάρι είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στο σημείο όπου η βόμβα είχε πέσει, πηγαίνει και φωτογραφίζει τα πρώτα ερείπια της πόλης, ενώ παράλληλα εργάζεται ως εθελοντής κοινωνικός λειτουργός. Φωτογραφίζει τα ορφανά, τις χήρες και τους ηλικιωμένους οι οποίοι έμειναν μόνοι μετά τη βομβιστική επίθεση, δίνοντας τις φωτογραφίες του στις τοπικές αρχές, ώστε να μπορούν να συγκεντρώνουν χρήματα και να τους βοηθούν.


Δεκαετίες αργότερα, το 1982, ως ένας υπό δυσμένεια φωτορεπόρτερ, εγκαταλείπει τη φωτογραφία και το Τόκιο. Απογοητευμένος από τον περίσσιο υλισμό της πρωτεύουσας, μετακομίζει στο Katashima, ένα έρημο νησί στη Γιαμαγκούτσι.

«Δεν είχα χρήματα, γι’ αυτό και αποφάσισα να πάω σ’ ένα μέρος που δεν θα τα χρειαζόμουν. Έζησα εκεί για τρία χρόνια και στη συνέχεια μεταφέρθηκα σε ένα κοντινό νησί, όπου έζησα άλλα δεκαπέντε.».

Το 1987, η προσωπική του μοίρα και πάλι διασταυρώνεται με εκείνη του έθνους, όταν μαθαίνει πως έχει καρκίνο του στομάχου και, ενώ αυτός αναρρώνει, η επιδείνωση της υγείας του αυτοκράτορα Χιροχίτοκυριαρχεί σαν είδηση στα ΜΜΕ.

Ο Fukushima ως παραπλανημένος νέος από την πλύση εγκεφάλου, είχε υποστηρίξει την αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο ίδιος και οι συμμαθητές του είχαν οδηγηθεί να πιστεύουν ότι σκοτώνοντας πολλούς εχθρούς και παθαίνοντας για τον αυτοκράτορα ήταν η υψηλότερη τιμή. Τώρα, πιστεύει πως πολλοί από τους συμμαθητές του αναγκάστηκαν να πεθάνουν για τον αυτοκράτορα, ο οποίος δεν λογοδότησε ποτέ για τις φρικαλεότητες του πολέμου. Έτσι αποφάσισε να κάνει μια αναδρομική έκθεση με τίτλο «Ευθύνη του Αυτοκράτορα», που ήταν ιδιαίτερα επικριτική για το ρόλο του Χιροχίτο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η έκθεση ήταν επιτυχής, αλλά ο ίδιος έλαβε απειλές κατά της ζωής του. Έτσι, ως πράξη αμφισβήτησης και περιφρόνησης όλων αυτών, έκανε το φέρετρό του από φθηνό κόντρα πλακέ, και το έβαλε έξω απ’ το σπίτι του.

Τώρα στα 92 χρόνια, ο Fukushima ζει μόνος σε ένα διαμέρισμα στο Yanai με το σκύλο του Roku. Κάνει μόνος τα ψώνια του και μαγειρεύει τρία γεύματα την ημέρα. Αρνείται να λάβει εθνική σύνταξη, λέγοντας ότι δεν μπορεί να δεχτεί χρήματα από τον εχθρό του που τόσα χρόνια έχει αγωνιστεί εναντίων του. Επίσης δεν δέχεται χρήματα από τα παιδιά του. Έτσι βγάζει τα προς το ζην γράφοντας για περιοδικά.


Νιώθοντας ότι η επίσημη ιστορία της μεταπολεμικής Ιαπωνίας έχει περάσει πλέον από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ, κατέθεσε τη δική του εκδοχή. Ο τρίτος τόμος της αυτοβιογραφίας του, «Η μεταπολεμική Ιαπωνία που κανείς δεν φωτογράφησε», δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές του 2013.

Συνεχίζει να φωτογραφίζει τους κατοίκους της Iwaishima, σ’ ένα μικρό ψαροχώρι στη Γιαμαγκούτσι, οι οποίοι διαμαρτύρονται για το προτεινόμενο πυρηνικό εργοστάσιο εδώ και τρεις δεκαετίες. Ταξίδεψε στη Φουκουσίματον Σεπτέμβριο του 2011 για να φωτογραφίσει την πυρηνική κρίση, έξι μήνες μετά το σεισμό και το τσουνάμι που προκάλεσαν βιβλική καταστροφή.


Έχοντας βαθιά επίγνωση του γεγονότος, ότι δηλαδή αυτός είναι ίσως ο μόνος δημοσιογράφος που έχει γνωρίσει τόσο την επαύριον της Χιροσίμα όσο και της Φουκουσίμα, γράφει ένα βιβλίο με τίτλο «Από τη Χιροσίμα στη Φουκουσίμα».

«Και οι δύο ήταν πυρηνικές κρίσεις, αν και διαφορετικές», θα πει. «Η κρίση της Χιροσίμα προκλήθηκε από τη βόμβα που έριξε ο εχθρός κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η κρίση της Φουκουσίμα, αν και αρχικά προκλήθηκε από το σεισμό και το τσουνάμι, δεν ήταν πραγματικά φυσική καταστροφή. Προκλήθηκε από την πυρηνική βιομηχανία της Ιαπωνίας της οποίας τα συμφέροντα βρίσκονται περισσότερο στο οικονομικό κέρδος και όχι στην ασφάλεια του Ιαπωνικού λαού. Στη Χιροσίμα, έχω φωτογραφήσει ανθρώπους που πέθαιναν. Στη Φουκουσίμα, φαινόταν όλα φυσιολογικό, αλλά κανείς δεν ξέρει σε βάθος χρόνου τι θα προκύψει.».

Ρωτήθηκε ποιο θα ήταν το επόμενο θέμα που θα ήθελε να φωτογραφήσει και εκείνος απάντησε: «Ζητάτε από έναν παππού 92 χρόνων να συνεχίσει να αγωνίζεται; Αυτό είναι αδύνατον, πώς μπορώ να φωτογραφίσω με ένα τόσο αδύναμο σώμα;» Και ξαφνικά: «Με την ευκαιρία να σας ρωτήσω, μήπως τυχαίνει να γνωρίζεται μια καλή μικροσκοπική κάμερα point and shoot;»…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου