Slider

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Η συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας στη Συρία και το “ντόμινο” που θα προκαλέσει επιτυχία της

"ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ"...
Γράφει ο Πολυδεύκης

Πόσο σημαντική είναι η προσέγγιση Ρωσίας και ΗΠΑ επί του συριακού και κυρίως πόσο σημαντική είναι η διαφαινόμενη σύγκλιση απόψεων;
Η αλήθεια είναι πως το συριακό έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο ζήτημα το οποίο διαθέτει διαστάσεις που υποχρεώνουν σε μία τέτοια λύση συνεργασίας. Όσο Ρωσία και ΗΠΑ δεν συμφωνούσαν σε μία κοινή γραμμή επίλυσης του θέματος, ο εμφύλιος στη Συρία και ο θρησκευτικός παρανοϊκός πόλεμος στην περιοχή δεν θα μπορούσε να τερματιστεί.
Τούτο οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι αντίπαλες συμμετέχουσες δυνάμεις κατέληξαν να εξοπλίζονται από τις δύο δυνάμεις με συμβατικό εξοπλισμό, γεγονός που είχε οδηγήσει σε μία σύγχρονη αντιγραφή των συνθηκών του Α΄ΠΠ και του πολέμου των ορυγμάτων.

Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι έχει αρχίσει να διαφαίνεται φως στην άκρη του τούνελ της συριακής κρίσης. Η συμφωνία ΗΠΑ και Ρωσίας, δηλαδή των δύο ισχυρών παραγόντων της κρίσης χαρακτηρίζεται ιστορικής σημασίας και πρωτοφανής στα παγκόσμια χρονικά. Διότι είναι η πρώτη φορά που οι δύο δυνάμεις συμφωνούν στην άσκηση πίεσης προς του εντεταλμένους τους και τους συμμάχους τους προς συμμόρφωση και περιορισμό τους, αλλά κυρίως η πρώτη φορά που Ουάσιγκτον και Μόσχα συμφωνούν στην αντιμετώπιση ενός κοινού εχθρού: «Ισλαμικού Κράτους» και Al Nusra ή Jabhat Fatah Al Sham όπως έχει μετονομαστεί.

Άλλο ένα σημαντικό στοιχείο είναι πως η συμφωνία αυτή καθιστά τη Ρωσία υπερδύναμη στη Μ. Ανατολή και ίσως και παγκοσμίως για πρώτη φορά μετά το 1991 και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος.

Το αν θα τηρηθεί η εκεχειρία δεν είναι πλέον κάτι σχετικό. Ο πιο επίφοβος παράγοντας κάθε φορά ήταν οι συριακές δυνάμεις οι οποίες προσπαθούσαν εναγωνίως να τιμωρήσουν την αντιπολίτευση για την ανυπακοή της προς το καθεστώς Assad. Ωστόσο αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Διότι το σημαντικότερο στοιχείο στη συμφωνία εκεχειρίας είναι η κοινή ταυτοποίηση από τις δύο υπερδυνάμεις των τρομοκρατικών ομάδων. Η ισχυρότερη ένοπλη ομάδα της αντιπολίτευσης ήταν ανέκαθεν το παρακλάδι της Al Qaeeda στην περιοχή, γεγονός που είχε οδηγήσει τις ΗΠΑ ακόμα και στην εγκατάλειψη της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης και την ενίσχυση της Al Nusra προκειμένου να επιτύχει την πτώση του Σύρου Προέδρου. Το γεγονός πως πλέον η Ουάσιγκτον προχωρά στη στοχοποίηση της Jabhat Fatah Al Sham, όπως απέδειξε και εμπράκτως μέσω βομβαρδισμού του στρατηγείου της στο βόρειο Aleppo, όπου σκοτώθηκε ηγετικό στέλεχος των τρομοκρατών μετά από επίθεση drone, είναι προς συμφέρον του Assad.

Με την αντιπολίτευση αποδυναμωμένη το καθεστώς είναι ικανό να κερδίσει σημαντικά οφέλη. Οι σαλαφιστές θα δέχονται συγχρονισμένα χτυπήματα από ακόμα περισσότερα πτητικά μέσα, ενώ οι συριακές δυνάμεις που έχουν ήδη περικυκλώσει το Aleppo και έχουν καταλάβει το προπύργιο της αντιπολίτευσης στη Dara’a (πλησίον της Δαμασκού) θα μπορέσουν να εκκαθαρίσουν κάθε θύλακα τζιχαντιστών πλησίον της συριακής πρωτεύουσας. Ήδη έχει καταστεί σαφές στο καθεστώς ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση δε θα μείνει ατιμώρητη, εξού και η εγκατάλειψη της στρατιωτικής βάσης Qamishli, εντός των εδαφών που ελέγχουν οι Κούρδοι, στην οποία έδρευαν 4 MiG-21 και 2 Su-22. Σημειώνεται ότι η εν λόγω αποχώρηση των αεροσκαφών πραγματοποιήθηκε μετά από προειδοποιήσεις των ΗΠΑ ότι οποιοδήποτε αεροσκάφος απογειωθεί από την ανωτέρω βάση (σ.σ. οι εκεί δυνάμεις είχαν επιτεθεί κι εναντίον κουρδικών θέσεων) θα καταρριφθεί, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί η Συρία να διαπραγματευτεί την ειρηνική αποχώρηση των αεροσκαφών (άνευ όπλων) προς τη βάση της Deir Ez Zor, προς ενίσχυση των εκεί δυνάμεων του Assad που πολεμούν τους τζιχαντιστές και τη βάση Al Dumayr στη Δαμασκό.

Οι Ιρανοί, οι οποίοι διαδραματίζουν σημαντικό περιφερειακό παράγοντα στη Συρία, είναι ο έτερος επίφοβος παράγοντας παραβίασης της εκεχειρίας. Ωστόσο έχουν προλάβει ήδη να χαιρετίσουν τη συμφωνία δείχνοντας από νωρίς τη συγκατάθεσή τους. Ο λόγος είναι κι εδώ πολύ απλός. Οι Ιρανοί επιθυμούν κατά κύριο λόγο τον περιορισμό των σαλαφιστών οι οποίοι θα μπορούσαν να φέρουν τη Συρία στην αγκάλη της Σαουδικής Αραβίας. Εξάλλου οτιδήποτε συμφέρει το συριακό καθεστώς που οι ίδιοι στηρίζουν, συμφέρει αυτόματα και τους ίδιους που επιθυμούν την παραμονή του Assad στην εξουσία.

Ο μοναδικός πραγματικά ηττημένος από τη συμφωνία είναι οι τζιχαντιστές που πλέον θα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα συμπαγές και ενοποιημένο μέτωπο. Οι αεροπορικές επιδρομές θα είναι πολύ πιο ακριβείς και αποτελεσματικές με ένα ενοποιημένο δίκτυο πληροφοριών, τη στιγμή που τα πτητικά μέσα που δρουν στους αιθέρες Ιράκ και Συρίας είναι περισσότερα από τους διαθέσιμους στόχους.

Η αδυναμία της συμφωνίας έγκειται στον παράγοντα της Al Nusra. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η αντιπολίτευση δεν είναι μία και αδιαίρετη αλλά αποτελείται από πολυάριθμες ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες-οργανώσεις. Την ίδια στιγμή η Al Nusra είναι η ηγέτιδα δύναμη του ισλαμικού αγώνα εναντίον του καθεστώτος Assad, γεγονός που επιφέρει αυξημένη επιρροή της στον ισλαμικό κόσμο της Συρίας. Η πειθαρχία της είναι πρωτόγνωρη για τα δεδομένα του ισλαμικού κόσμου, το υψηλό ηθικό, η εμπειρία, η δημοφηλία, αλλά κυρίως η δυνατότητα ανάπτυξης βομβιστών αυτοκτονίας και η ικανότητά της στον υβριδικό πόλεμο την κατατάσσουν στην κορυφή των ανταγωνιστών του Assad.

Η συμφωνία που υπεγράφη είχε κατά κύριο λόγο θεωρήσει ότι η μετριοπαθής αντιπολίτευση θα απομακρυνθεί εκ των πραγμάτων από το παρακλάδι της Al Qaeeda και έτσι θα ήταν πολύ πιο εύκολη η στοχοποίησή του. Όμως οι σαλαφιστές δε μας έχουν συνηθίσει σε τέτοιες τακτικές. Το ειρηνευτικό σχέδιο της Γενεύης είναι ένα πολεμικό σχέδιο για την Al Nusra. Από τη στιγμή που η Δύση τους κατατάσσει στην ίδια μοίρα με τους τζιχαντιστές του «Ισλαμικού Κράτους» ενδέχεται μέρος της να καταφύγει σε συνεργασία με αυτό, παραβλέποντας τον ενδοτζιχαντιστικό εμφύλιο του 2013-2014, κάτι που θα δημιουργούσε ένα ακόμα ισχυρότερο εξτρεμιστικό μέτωπο.

Με δεδομένο ότι το σχέδιο της Γενεύης προβλέπει εισβολή χερσαίων δυνάμεων που θα καταλάβουν τις περιοχές που θα απελευθερώνονται από τους τζιχαντιστές, αυτό που αποτελεί απορίας άξιον είναι η ταυτότητα των δυνάμεων αυτών. Διότι σε κανένα σημείο δεν έχει οριστεί ποιες χώρες θα συμβάλουν με χερσαία τμήματα, ενώ δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί και η λογική της αντιμετώπισης των εξτρεμιστών με μουσουλμανικές δυνάμεις, προς αποφυγή «επιβεβαίωσης» των όποιων «προφητειών» θα ξεσήκωναν νέο κύμα στρατολόγησης εξτρεμιστών. Η Τουρκία είναι η μία χώρα που ήδη έχει εκφράσει τις προθέσεις της, αλλά που είναι αμφίβολο σε τι βάθος θα μπορέσει να καλύψει τις απαιτήσεις αυτού του πολέμου. Η μοναδική έτερη μουσουλμανική δύναμη που έχει εκφράσει ανάλογες προθέσεις είναι αυτή της Σ. Αραβίας.

Είναι αλήθεια πως το Ριάντ έχει προβεί σε έναν αριθμό κινήσεων για την εμπλοκή του στη Συρία. Διπλωματικά στηρίζει την Τουρκία και την επέμβαση αυτής στη Συρία, συγκαταλέγοντας στους στόχους προς εξουδετέρωση ακόμα και το PYD. Ο λόγος είναι πολύ απλός: Η Σ. Αραβία, που στο παρελθόν έχει εκφράσει την επιθυμία αποστολής ειδικών δυνάμεων στην περιοχή, δεν επιθυμεί επουδενί οι Κούρδοι της Συρίας να προχωρήσουν προς τη Raqqah. Κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε την ανάγκη χρήσης των δικών της χερσαίων στρατευμάτων.

Από την άλλη το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει προβεί σε ένα «παζάρι» ανταλλαγμάτων με τη Μόσχα: Τη συνεργασία με τις πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου αντί της κεφαλής του Σύρου Προέδρου! Ήδη το τελευταίο δεκαήμερο η Μόσχα υπέγραψε στρατιωτικές συμφωνίες με τις δύο πλούσιες μοναρχίες του Περσικού, ήτοι το Κατάρ και το Μπαχρέιν, χώρες οι οποίες παραδοσιακά αγοράζουν δυτικά όπλα. Ιδιαίτερα για το Μπαχρέιν ο Ρώσος Πρόεδρος δήλωσε ότι αποτελεί «νέα υποστήριξη» της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή.

Προς επίρρωση αυτών Σαουδική Αραβία, Κίνα και Ρωσία είχαν καταλήξει λίγο νωρίτερα σε συμφωνία για συνεργασία σε ζητήματα παραγωγής πετρελαίου και τελικά σε ρύθμιση της τιμής του πετρελαίου, ένα ζήτημα ιδιαίτερα «καυτό» για την Μόσχα η οποία έχει ήδη αντιμετωπίσει αρκετά προβλήματα από τη διατήρηση των χαμηλών τιμών στο «μαύρο χρυσό» και από τις οικονομικές κυρώσεις της Δύσης.

Όλα αυτά θυμίζουν δώρα για εξαγορά της σιωπής και της αδράνειας του Ρώσου Προέδρου, λίγο μετά τις κοινές δηλώσεις των ΥΠΕΞ Σ. Αραβίας και ΗΠΑ. Ο J. Kerry στην ουσία προανήγγειλε τη διαφαινόμενη εμπλοκή του Ριάντ στη Συρία, ασχέτως της ύπαρξης ρωσικών δυνάμεων στη χώρα. Την ίδια μέρα που η συριακή αντιπολίτευση παρουσίαζε τις θέσεις της περί αποχώρησης του Σύρου Προέδρου κατά τα συμφωνηθέντα στη Γενεύη το 2012 ο Al Jubeir (ΥΠΕΞ Σ. Αραβίας) ανακοίνωνε από το Λονδίνο πως η χώρα του θα εμπλακεί στις χερσαίες επιχειρήσεις κατά των τζιχαντιστών.

Με δεδομένο ότι η Τουρκία έχει ήδη εισέλθει στη συριακή επικράτεια και προτίθεται να φτάσει μέχρι τη Raqqah, η Μόσχα απειλείται πως αν δε δεχτεί τις θέσεις της φιλοδυτικής αντιπολίτευσης θα χάσει τον έλεγχο της μισής (ανατολικής) Συρίας. Η Ρωσία από ρυθμιστής του πολέμου στη Συρία θα βρεθεί απλός θεατής και η πρωτοβουλία των κινήσεων θα περάσει στον άξονα ΗΠΑ-Σ. Αραβία-Τουρκία, ο οποίος θα δρέψει τις δάφνες της επιτυχίας. Αυτό δεν είναι μόνο ένα διπλωματικό momentum, αλλά κατά τα πεπραγμένα της Γιάλτας θα θέσει τον άξονα αυτό ως τον παράγοντα που θα αποφασίσει για το μέλλον του Assad και της χώρας.

Μιλώντας με σκακιστικούς όρους η Δύση μέσω του Περσικού Κόλπου επιχειρεί να επιτύχει ένα ρουά-ματ στη Μόσχα. Οι κυρώσεις για «χάρη της Κριμαίας» δεν είχαν άλλο σκοπό από την εκκόλαψη των κατάλληλων οικονομικών συνθηκών ώστε ο Putin να συρθεί σε μία συμφωνία για τη Συρία. Η αποδοχή των ανταλλαγμάτων του Ριάντ θα σήμαινε αυτομάτως την απώλεια ενός έτερου σημαντικού συμμάχου της Ρωσίας: του Ιράν! Μόσχα και Τεχεράνη έχουν προσυμφωνήσει για την υπογραφή συμβολαίων δισεκατομμυρίων και οποιαδήποτε εμπλοκή σε αυτά θα αποτελούν βούτυρο στο ψωμί των δυτικών χωρών που περιμένουν να δράξουν την όποια ευκαιρία για συμφωνίες με το Ιράν.

Από την άλλη η Ρωσία δε μπορεί να εμπιστευτεί απόλυτα μία ισλαμιστική δημοκρατία στα νότια σύνορά της, με την οποία παραδοσιακά δεν διέθετε τις καλύτερες των σχέσεων. Πολύ περισσότερο δε αν αυτή η χώρα εξοπλιστεί σε βαθμό ανάλογο της Σαουδικής Αραβίας, από τη στιγμή που στις προθέσεις της Τεχεράνης είναι η απόκτηση πυρηνικών, η Μόσχα υποχρεούται να αναπτύξει σχέσεις συνεργασίας και με άλλες, ανταγωνιστικές προς το Ιράν, δυνάμεις του Κόλπου. Το μοναδικό όπλο της Μόσχας στην αντιμετώπιση των απειλών, είναι οι αμερικανικές εκλογές, οι οποίες ορίζουν μία περίοδο στην οποία οι ΗΠΑ, πιθανώς, δε θα θελήσουν να προβούν σε μαζικές χερσαίες επιχειρήσεις με τον κίνδυνο εμπλοκής με χερσαίες δυνάμεις των Ρώσων. Ωστόσο μετά από αυτό το διάστημα όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.
http://www.militaire.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου