Slider

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΟΚΑ: απελευθέρωση χωρίς δημοκρατία

bryantτης Ρεμπέκα Μπράιαντ
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση –με κάποιες συντομεύσεις- του κεφαλαίου με τίτλο «Discipline and freedom» από το βιβλίο Rebecca Bryant, Imagining the modern: the cultures of nationalism in Cyprus, I.B. Tauris & Co Ltd, London 2004 (σ. 166-173). Ο τίτλος και οι σημειώσεις σε αγκύλες είναι του μεταφραστή. 
Ένας Τουρκοκύπριος δάσκαλος μου αφηγήθηκε ότι, όταν ήταν παιδί, και αυτός και η οικογένειά του φοβόντουσαν να βγουν από το σπίτι τις Κυριακές. Ήταν η ελληνική «εθνική ημέρα», και οι γείτονές τους μετά τη λειτουργία έβγαιναν από στις εκκλησίες έτοιμοι για σύγκρουση. Δυσκολευόταν πολύ να καταλάβει αυτή την περίεργη αλλαγή που μετέτρεπε τους γείτονες σε εχθρούς, αλλά άρχισε να την καταλαβαίνει καλύτερα αργότερα, όταν μπήκε στο Κολλέγιο Επιμόρφωσης Δασκάλων στη Μόρφου.
Εκεί, μου είπε, διδάχθηκε τουρκικά τραγούδια από έναν Έλληνα δάσκαλο, και, σε αντίθεση με όσα έλεγε η ελληνική ηγεσία, είχε πάντοτε την αίσθηση ότι οι Έλληνες συμφοιτητές του ήταν περήφανοι, διότι ο συναγωνισμός για τη σχολή ήταν μεγάλος και έβλεπαν τη φοίτησή τους εκεί ως τιμή. Ταυτόχρονα, κάθε μέρα έπαιρνε το λεωφορείο μαζί με τον Μάρκο Δράκο, ο οποίος αργότερα θα γινόταν ένας από τους νεαρούς ήρωες της ΕΟΚΑ. Πάντοτε κουβέντιαζαν και συμπαθούσαν πολύ ο ένας τον άλλο, μέχρι ένα πρωί που ο Τουρκοκύπριος χαιρέτισε το συμφοιτητή του λέγοντας «Μέρχαμπα» και έλαβε την μονολεκτική απάντηση «Ένωσις».
Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι είναι το πραγματικό αποτέλεσμα των πειθαρχικών μηχανισμών της ελληνικής κοινότητας, για τους οποίους τα σχολεία είναι το ισχυρότερο –αν και όχι το μόνο- παράδειγμα. Εν ονόματι του εθνικισμού, ο καθένας αρχίζει να αυτολογοκρίνει τη συμπεριφορά του απέναντι στους άλλους –ακόμα και όσους θεωρεί φίλους του. Η πειθαρχία αυτή δεν επιτεύχθηκε με σωματική τιμωρία ή άλλα, λιγότερο βίαια μέσα ελέγχου στην αίθουσα διδασκαλίας· επιτεύχθηκε με μία επιμελή διείσδυση των σχολείων σε κάθε πτυχή της ζωής του παιδιού. Τα ελληνικά σχολεία της Κύπρου εισέβαλλαν και κυριαρχούσαν σε ένα χώρο που πολλοί από μας θα θεωρούσαμε ότι υπάγεται στην οικογενειακή δικαιοδοσία. Ο ρόλος του παιδονόμου[1], για παράδειγμα, δηλαδή του υπευθύνου για την πειθαρχία μετά το σχολείο, ήταν να περιπολεί στους δρόμους, τα καφενεία και τα σινεμά ώστε να ελέγχει αν τηρείται η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 5 ή μήπως οι μαθητές χαράμιζαν τον καιρό τους στα καφενεία ή διέφθειραν την ψυχή τους στις αίθουσες προβολής. Σε αυτό το έργο τον διευκόλυνε το γεγονός ότι τα περισσότερα σχολεία επέβαλλαν στους μαθητές τους να φορούν πάντοτε τη στολή τους και έτσι να διακρίνονται εύκολα. Στη σύγκρουση μεταξύ οικογένειας και σχολείου, νικητής έβγαινε παγίως το σχολείο, με την ισχυρή υποστήριξη των ιθυνόντων της Εκκλησίας.
Ένας πρώην δάσκαλος μου ανέφερε ότι η πειθαρχία στα σχολεία δεν διέφερε από άλλες χώρες, και μάλιστα ήταν πιο χαλαρή από τα βρετανικά σχολεία. Και έτσι ήταν, τουλάχιστο στην αίθουσα διδασκαλίας. Σπανίως έβρισκε κανείς μέσα στα ίδια τα σχολεία τα οικεία σε πολλούς από μας φαινόμενα που περιγράφει ο Φουκώ: τις διαβαθμίσεις των ποινών για διάφορες πράξεις και παραλείψεις, τους αυστηρούς περιορισμούς στο χρόνο και τη χρήση του, τη γενική έμφαση στη μόρφωση και τη συμμόρφωση. Μάλιστα, οι επιθεωρητές των σχολείων στα χωριά συχνά παραπονιούνταν ότι οι μαθητές αφήνονται ανεξέλεγκτοι και επικρατεί οχλοβοή. Επιπλέον, ο ενεργός ρόλος των δασκάλων περιοριζόταν από το γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι μαθητές δίδασκαν τους νεότερους. Το ιδιαίτερο όμως στοιχείο στα ελληνοκυπριακά σχολεία ήταν, πρώτον, η διείσδυσή τους στη σφαίρα της οικογένειας –κάτι το οποίο επέτρεπαν ακόμη οι γονείς σε μια εποχή όπου η εκπαίδευση ήταν ένα προνόμιο για το οποίο έπρεπε να παλέψει κανείς. Ο Μαραθεύτης αναφέρει ότι το «εθνικό έργο» της εκπαίδευσης κατά τη βρετανική περίοδο ήταν απλό: «Να εμπνεύσει στους μαθητές αγάπη για την Ελλάδα και επιθυμία για την Ένωσιν. Και στο έργο αυτό το σχολείο είχε τη συνεργασία σχεδόν όλης της κοινότητας, εκτός των ολίγων Αγγλοφίλων»[2]. Λόγω της υψηλής θέσης και της ορατότητας που χαρακτήριζε τους ένστολους μαθητές γυμνασίου και τις οικογένειές τους, το εύρος δράσης που διέθεταν ήταν εξαιρετικά περιχαρακωμένο.
Δεύτερον, με τον αρχιεπίσκοπο να προΐσταται τουλάχιστον σιωπηρά της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η ανάμειξή τους σε όλες τις πτυχές της ζωής των παιδιών προσέλαβε θρησκευτικό θα έλεγε κανείς χαρακτήρα. Στα γυμνάσια ασκούνταν πιέσεις ώστε να μη δέχονται χρηματοδότηση –και άρα έλεγχο- από τις βρετανικές αρχές, και οι ιεράρχες όριζαν ως μόνη πατριωτική εκπαίδευση την κλασική, εφόσον αυτή συνδεόταν στενά τόσο με το πρόγραμμα των ελληνικών σχολείων όσο και με την παραδοσιακή εκπαίδευση της οποίας προηγουμένως φορέας ήταν η εκκλησία.
Παρά την ανάπτυξη των βιομηχανιών της Κύπρου τη μεταπολεμική περίοδο, η εθναρχία αποθάρρυνε έντονα την τεχνική και εμπορική εκπαίδευση. Οι υποστηρικτές της «πρακτικής» εκπαίδευσης συχνά κατηγορούνταν ως σοσιαλιστές ή κομμουνιστές, και οι μόνες επιστολές διαμαρτυρίας κατά της εκπαιδευτικής πολιτικής της Εκκλησίας ήταν κυρίως κομμουνιστικής και αντι-κληρικαλιστικής –αν όχι αντι-θρησκευτικής- έμπνευσης. Απόδειξη της αποτελεσματικότητας της πολιτικής της Εκκλησίας ήταν ο αριθμός των μαθητών που εγγράφονταν στις κλασικές ακαδημίες σε σύγκριση με τα τεχνικά/ εμπορικά λύκεια. Οι τεχνικές σχολές που είχαν ιδρύσει οι Βρετανοί είχαν χαμηλή παρακολούθηση, σε σημείο που ένας δάσκαλος από την Αμμόχωστο το 1958 πρότεινε να εξεταστεί το ενδεχόμενο να ιδρύσει η Εκκλησία τις δικές της τεχνικές σχολές. Οι Τούρκοι, είπε, επωφελούνται από αυτή την εκπαίδευση και αρχίζουν να ευημερούν. Αν δεν καταρτιστούν αναλόγως οι Έλληνες σπουδαστές, φοβόταν ότι «ακόμη και αν η Ένωσις έλθει αύριο, οι Τούρκοι θα παρέμεναν αγκάθι εις το πλευρόν μας».
Τελικά, προέκυψε ένας «μονόδρομος» ανάλογος με όσα συνέβαιναν στην πολιτική αρένα, όπου ο εθνικισμός είχε αναδειχθεί σε αναμφισβήτητη κινητήρια δύναμη. Όχι μόνο τα σχολεία τα ίδια υφίσταντο οικονομικές πιέσεις από τη διοίκηση αφενός και από την Εκκλησία αφετέρου, αλλά και οι μαθητές οι ίδιοι διδάσκονταν την πολιτική φύση της γνώσης. Μάθαιναν, για παράδειγμα, ότι η εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας ήταν επιβλαβής για την εθνική υπόθεση. Σε αντίθεση με άλλες αποικίες όπου οι αποικιοκρατούμενοι τόσο συχνά απορρόφησαν, ανέτρεψαν, και επινόησαν εκ νέου τις κουλτούρες των αποικιοκρατών ώστε να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλο, οι Ελληνοκύπριοι ηγέτες ήταν αντίθετοι προς τη γνώση των αγγλικών. Από το 1936, τα αγγλικά είχαν καθιερωθεί στις δύο ανώτερες τάξεις των μεγαλύτερων πρωτοβάθμιων σχολείων του νησιού. Ο αρχιεπίσκοπος Λεόντιος διαμαρτυρήθηκε για το μέτρο αυτό επικαλούμενος αρχικά παιδαγωγικούς λόγους, αλλά στη συνέχεια προσέθεσε ότι

Όπως, μέσω της Ορθοδοξίας, ο Αρχιεπίσκοπος διετήρησε την ενότητα της πίστεως μετά των άλλων Ορθοδόξων Χριστιανών του κόσμου, ούτω και μέσω της εθνικής παιδείας διετήρησε τους Έλληνας της Κύπρου ηνωμένους μετά των συνελλήνων εις οιανδήποτε χώραν.

Στις επανειλημμένες διαμαρτυρίες και αντιρρήσεις για τη διδασκαλία της αγγλικής, γίνεται φανερό ότι δεν είναι αρκετό οι μαθητές να μαθαίνουν τη δική τους γλώσσα· θα πρέπει και να μη μαθαίνουν κάποια άλλη. Αλλά, παρά την αντίθεση της Εκκλησίας, τα αγγλικά είχαν γίνει οικονομική αναγκαιότητα και οι γονείς επιθυμούσαν να τα διδάσκονται τα παιδιά τους· έτσι η Εκκλησία αναγκάστηκε να τα δεχτεί. Ωστόσο, την εποχή της ΕΟΚΑ, τα αγγλικά έγιναν πάλι στόχος, καθώς οι μαθητές έκαιγαν τα αγγλικά τους εγχειρίδια για να δείξουν το μίσος τους για την αποικιακή διοίκηση.
Η πολιτική της γνώσης επεκτεινόταν και στις εξωσχολικές δραστηριότητες. Οι πρόσκοποι διδάσκονταν να δίνουν όρκο στον βασιλέα των Ελλήνων, ενώ θεατρικές και μουσικές παραστάσεις και αγώνες ποδοσφαίρου γίνονταν ευκαιρίες για να διακηρύσσεται η αφοσίωση στο σκοπό της Ενώσεως. Και, το κυριότερο, η ελευθερία του λόγου εντός της ελληνοκυπριακής κοινότητας ίσχυε μόνο για όσους μιλούσαν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα. Για παράδειγμα, το 1954 η βρετανική διοίκηση ξεκίνησε ένα διακοινοτικό μαθητικό περιοδικό. Μετά την εμφάνιση του πρώτου τεύχους, η διοικούσα επιτροπή [governing board] των ελληνικών σχολείων εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία συνιστούσε στα σχολεία να μη μετάσχουν περαιτέρω στην έκδοση. «Ο σκοπός αυτής της εκδόσεως», ισχυρίζονταν, «είναι να παράσχει εις τα Ελληνόπουλα της νήσου δωρεάν υλικά αναγνώσεως άοσμα, άχρωμα, και παντελώς στερούμενα ελληνικού πνεύματος». Η απόδειξη προς τούτο ήταν ότι η λέξη «Ελλάς» αναφερόταν μία μόνο φορά, και αυτή στη σελίδα 26. Μια επόμενη εγκύκλιος χρησιμοποίησε την αντίθεση προς το περιοδικό για να υποστηρίξει την άρρηκτη σύνδεση εκπαίδευσης και εθνοτικής ένταξης:

Οι εκπαιδευτικοί δέον όπως προστατεύσουν τα σχολεία των από την εν λόγω έκδοσιν, η οποία απομακρύνει την εκπαίδευσιν από το φυσικόν εθνικόν της θεμέλιον και οδηγεί τους νέους εις επικίνδυνας ατραπούς.

Οι παιδαγωγικοί σκοποί ήταν εθνοτικοί και όχι επιστημονικοί, ακριβώς όπως ο στόχος του επικείμενου αγώνα ήταν η Ένωσις και όχι η ελευθερία ή η ανεξαρτησία.
Πράγματι, θα πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι οι στόχοι της ΕΟΚΑ ήταν ουσιωδώς μη δημοκρατικής φύσεως, όσο και αν πολλοί υποστηρικτές της διατυμπανίζουν ότι η ΕΟΚΑ είχε τη στήριξη της τεράστιας πλειοψηφίας των Ελλήνων του νησιού.
Είναι αλήθεια ότι στο δημοψήφισμα που διοργάνωσε η Εκκλησία το 1950, σχεδόν το 96% ψήφισαν υπέρ της Ενώσεως. Αυτό εκ πρώτης όψεως θα φαινόταν ως ένα αυθεντικό παράδειγμα δημοκρατίας όπως την ορίζει ο Τοκβίλ, όπου η κοινή γνώμη –η γνώμη των μαζών- άρχει. Όπως όμως καθιστά σαφές ο Τοκβίλ, η αληθινή δημοκρατία δεν ορίζεται από την ψήφο, αλλά από μία συναίνεση που εξασφαλίζει το δικαίωμα του ατόμου στην ελευθερία σκέψης και έκφρασης, μέρος μόνο του οποίου είναι το δικαίωμα εκλογής αντιπροσώπων.
Στην Κύπρο, ωστόσο, η κατάσταση ήταν αισθητά διαφορετική. Ας πούμε, στο προαναφερθέν περιοδικό για τα πρωτοβάθμια σχολεία βρίσκουμε ένα ενδιαφέρον άρθρο περί πειθαρχίας, το οποίο συνιστά στα παιδιά να μην αγοράζουν αγγλικά προϊόντα. Αντί όμως να υποστηρίζει ότι η κατανάλωση αγγλικών προϊόντων καταδικάστηκε απερίφραστα από την ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη, το άρθρο υποστηρίζει τα εξής:

Όθεν, δοθέντος ότι η πειθαρχία φέρει ευτυχίαν εις την οικογένεια, πρόοδον εις την κοινωνία, και δίδει την νίκην εις έναν αγωνιζόμενον λαόν, οι στρατιώται του καλού, του Χριστού και της χώρας οφείλουν να υπακούουν εις τον έναν και θρυλικό μας ηγέτη. Μόνον εις αυτόν οφείλουν άπαντες υπακοήν. Και ούτος είναι ουδείς άλλος ή η φωνή της Εκκλησίας και της Πατρίδος. Δεν ανεμένομεν, βεβαίως, από την Εκκλησίαν και την Πατρίδα να ομιλήσουν. Ομιλούν όμως οι εκπρόσωποί των. Ομιλούν οι δύο ήρωες οι οποίοι είναι εντυπωμένοι εις την ψυχήν κάθε Κυπριωτόπουλου. Δύο ονόματα, τα οποία έχουν τόσο πολλά να μας είπουν, δύο ονόματα που περικλείουν την ιστορίαν ενός αγωνιζομένου λαού: Μακάριος – Διγενής.

Το απόσπασμα αυτό, μολονότι πολύ απέχει από μία έκκληση προς την κοινή γνώμη, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ούτε συνιστά κάποια υπόδειξη για τυφλή υπακοή στα ίδια τα πρόσωπα. Είναι μάλλον μια έκκληση για υπακοή σε μια συναίνεση που θεωρείται άχρονη, αϊστορική, αυτονόητη, της οποίας οι δύο ηγέτες είναι απλώς φερέφωνα.

Το πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα της ιδεολογικής πειθαρχίας στα ελληνοκυπριακά σχολεία ήταν, χωρίς αμφιβολία, η καταστολή της συζήτησης, εφόσον συζήτηση είναι δυνατή μόνο εκεί που η αλήθεια είναι αμφισβητήσιμη. Ως αποτέλεσμα, πολλοί που πήραν μέρος στον αγώνα για την Ένωσιν την περιέγραψαν ως ένα αναπόδραστο συμβάν, για την αναπότρεπτη επέλευση του οποίου δεν χωρά αμφιβολία.
Ένα πολύ αιχμηρό δείγμα αυτού του «μονόδρομου» μου αφηγήθηκε ένας Τουρκοκύπριος που δίδασκε φυσικές επιστήμες στην Αγγλική Σχολή της Λευκωσίας την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ. Οι μαθητές του ήταν τόσο Ελληνοκύπριοι όσο και Τουρκοκύπριοι, και όλοι, όπως είπε, τον σέβονταν μέσα στην τάξη, μολονότι πολλοί από τους πρώτους ήταν μέλη της ΕΟΚΑ. Μια μέρα, όμως, μία ομάδα Ελληνοκυπρίων ήρθαν μετά το μάθημα και ζήτησαν να του μιλήσουν. Ο ορισμένος ως εκπρόσωπός τους τον ρώτησε ευθέως τι πιστεύει για τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Όταν ο δάσκαλος προτίμησε να μην απαντήσει, το παιδί άρχισε να του κάνει διάλεξη για την ιστορία της Κύπρου η οποία την κάνει ελληνικό νησί. Ο δάσκαλος τότε τους είπε κάτι το οποίο, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είχαν σκεφτεί ποτέ μέχρι τότε: ότι αν είναι έτσι όπως τα λένε, τότε οι Τούρκοι, που ήταν φίλοι και γείτονες και δάσκαλοί τους, δεν έχουν καμία θέση στο νησί.
Αυτή η εκπαίδευση στην τυφλότητα είναι ένας δυνατός τρόπος για να λυθεί το παράδοξο μιας εθνότητας που «διδάσκεται», και στην ελληνοκυπριακή περίπτωση αυτό ως επί το πλείστον επιτυγχάνεται με έναν αποκλεισμό άλλων ιστοριών, ο οποίος καθιστά τη δική μας ιστορία αναπόφευκτη.
Επιπλέον, το πιο αξιοπερίεργο είναι η προσπάθεια να δημιουργηθεί συναίνεση, να παραχθεί η αίσθηση του «μονόδρομου», με τη φίμωση όσων φωνών θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την υποτιθέμενη τρισχιλιετή καθαρή ελληνικότητα του νησιού και άρα να θέσουν υπό διερώτηση τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που επιβάλλει το αίμα, όπως βρίσκουμε στην περίπτωση του υποτιθέμενου «αφελληνισμού». Η διαγραφή της παρουσίας των Τουρκοκυπρίων είναι ένα μόνο παράδειγμα· υπάρχουν εκατοντάδες άλλα: η αποβολή των κομμουνιστών δασκάλων από τα σχολεία εκ μέρους του αρχιεπισκόπου· οι επιστολές μαθητών που να καταδίδουν τις σκέψεις και τη συμπεριφορά των συμμαθητών τους· η περιθωριοποίηση όσων μαθητών έπαιρναν βρετανικές υποτροφίες· και η προαναφερθείσα απαγόρευση συμμετοχής στο περιοδικό που ο αρχιεπίσκοπος χαρακτήριζε «ανθελληνικό» εφόσον δεν έκανε καμία αναφορά «στην ιδέα του ελληνικού έθνους, των ελληνικών αξιών, της ελληνικής αρετής και των ελληνικών παραδόσεων αυτού του τόπου».
Η Ένωσις λοιπόν δεν ήταν απλώς ένας στόχος, αλλά ένα δικαίωμα, και η εκπλήρωσή του επρόκειτο να είναι όχι η πραγματοποίηση ενός ονείρου αλλά η αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Έτσι περιγραφόταν σε κάθε υπόμνημα προς τον ΟΗΕ, σε κάθε καταστατικό συλλόγου, σε κάθε άρθρο εφημερίδας, ομιλία ή και ιδιωτική επιστολή που αναφερόταν στο ζήτημα της Ενώσεως. Ο εθναρχεύων απηύθυνε έκκληση στην Ουνέσκο να εργασθεί «εν ονόματι της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και του Ανθρωπισμού» ώστε να καταργηθούν τα «αφελληνίζοντα» μέτρα της βρετανικής διοίκησης. Ένα άλλο υπόμνημα χαρακτήριζε τα μέτρα αυτά παραβίαση των «φυλετικών, εθνικών και γλωσσικών δικαιωμάτων των διαφόρων κοινοτήτων».
Η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο ανθρωπισμός ήταν επομένως αιώνιες αλήθειες για τις οποίες αγωνίζονταν οι Ελληνοκύπριοι στις προσπάθειές τους να υλοποιήσουν το πεπρωμένο της Ενώσεως.
Όταν μεταφραστεί στο βασίλειο της δράσης, μια τέτοια μανιχαϊκή κοσμολογία –ριζωμένη και στις πολυπλοκότητες της επαρχιακής πολιτικής- δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στη βία. Οπότε, η ΕΟΚΑ θεώρησε καθήκον της όχι μόνο να κατανικήσει τους Βρετανούς, αλλά και να λογοκρίνει τη σκέψη και τη συμπεριφορά των Ελληνοκυπρίων. Το 1958, αφού τιμώρησε έναν Έλληνα καθηγητή αγγλικών από το χωριό Άγρος επειδή υποτίθεται ότι προσέβαλε τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, η ΕΟΚΑ διένειμε ένα φυλλάδιο όπου ζητούσε τα εξής:

Απευθύνομεν έκκλησιν εις όλους εκείνους οι οποίοι είχον το θράσος να εκφράσουν την συμπάθειάν των προς άνδρα όστις ασέβησεν κατά του Εθνάρχου και των ηρώων πεσόντων διά το ιερώτερον ιδανικόν, την ελευθερίαν, και οι οποίοι δεν μετενόησαν ή παραδέχθησαν το σφάλμα των, να δηλώσουν εάν είναι πραγματικοί Έλληνες Κύπριοι αγαπώντες την πατρίδα των, τους καλούμε δε να παύσουν την προδοτικήν τούτην συμπεριφοράν προτού τους αναγκάσομεν ημείς.

Για τους Ελληνοκύπριους εθνικιστές, η ελευθερία δεν ήταν δικαίωμα αλλά καθήκον, και η Ένωσις δεν ήταν ένα μέλλον που πρέπει να δημιουργήσουμε, αλλά μία μοίρα στην οποία θα πρέπει απλώς να προσχωρήσουμε.
bryant
[1] [Στο πρωτότυπο η ελληνική λέξη με λατινικά στοιχεία.]

[2] Μιχαλάκης Ι. Μαραθεύτης, Το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα: Σταθμοί και θέματα, Μιχαλάκης Μαραθεύτης Λευκωσία 1992. [Στο απόσπασμα αυτό, όπως και σε αυτά που ακολουθούν, το κείμενο αποτελεί αναμετάφραση στα ελληνικά από την αγγλική απόδοση της Μπράιαντ, διότι δεν κατάφερα να εντοπίσω την πρωτότυπη έκδοση. Το ίδιο ισχύει για ονόματα θεσμών και συλλογικοτήτων, τα οποία πιθανόν να μην αντιστοιχούν απολύτως σε αυτά που πράγματι χρησιμοποιούνταν. Εάν κανείς διαπιστώσει κάποιο λάθος, μπορεί να διορθώσει].
https://nomadicuniversality.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου