Slider

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

«Η Χιλή του Πινοσέτ πρότυπο της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης»

Ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Μάικλ Σβαρτς βλέπει τον ρατσισμό πίσω από τις τιμωρητικές πολιτικές εις βάρος των προσφύγων
Συντάκτης: Τάσος Τσακίρογλου
Ο Σβαρτς συνδέει ευθέως την νεοφιλελεύθερη πολιτική στο εσωτερικό με τον «νεοφιλελεύθερο μιλιταρισμό» στο εξωτερικό και εξηγεί με ποιο τρόπο η εγκληματική συμπεριφορά των στρατευμάτων κατοχής στο Ιράκ υιοθετείται από την αμερικανική αστυνομία απέναντι στους μαύρους.
Επίσης, αποδίδει στον ρατσισμό την τιμωρητική πολιτική που ακολουθείται απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες.

• Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει τόσο τον στρατιωτικό νεοφιλελευθερισμό (αέναοι πόλεμοι) όσο και τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό (αέναη λιτότητα και ιδιωτικοποιήσεις). Ποια είναι η εσωτερική τους σύνδεση;

Για να κατανοήσουμε αυτή τη σχέση πρέπει να πάμε πίσω στις απαρχές των δύο φαινομένων. Ο νεοφιλελευθερισμός – σαν μια δέσμη συνταγών πολιτικής για τα έθνη-κράτη – αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1960 και έγινε η θεσμική πολιτική των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών θεσμών (κυρίως του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας) στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970.

Είναι σημαντικό ότι το πρότυπο για την «επιτυχημένη» νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση υπήρξε η Χιλή, στην οποία ο δημοκρατικά εκλεγμένος φιλοσοσιαλιστής Σαλβαδόρ Αλιέντε ανατράπηκε το 1973 από τους στρατιωτικούς (με την πλήρη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών).

Ο Ερνέστο Πινοσέτ, ο στρατιωτικός ηγέτης και προεδρεύων δικτάτορας, καθιέρωσε τον φασισμό στη χώρα, και στη συνέχεια εισήγαγε οικονομολόγους από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο, προκειμένου να εφαρμόσουν τις πολιτικές που πρότειναν για γρήγορη οικονομική ανάπτυξη.

Αποκάλεσαν τις νέες αυτές πολιτικές τους «νεοφιλελευθερισμό» διότι εισηγούνταν την «επαναπελευθέρωση» της αγοράς –την επιστροφή στις μέρες του «laissez-faire», όταν η κυβέρνηση υποτίθεται ότι δεν ρύθμιζε και δεν περιόριζε τις επενδύσεις, τις τιμές και την αγορά εργασίας, στην οποία λειτουργούσε μια επιχείρηση.

Oι ακτιβιστές πρέπει να αντιμετωπίσουν ευθέως τον ρατσισμό, ο οποίος χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τις τιμωρητικές πολιτικές εις βάρος των εκτοπισμένων...

Στη Χιλή, παρά τη φαντασίωση του «laissez-faire», η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την (φασιστική) εξουσία της για να εισβάλει στην οικονομία – δαπανώντας πολύτιμους οικονομικούς πόρους για την επιδότηση πολυεθνικών επενδύσεων και χρησιμοποιώντας την εξουσία της για να επιβάλει ωμές και εκμεταλλευτικές συνθήκες στους εργάτες της βιομηχανίας και στους αγρότες, ενώ την ίδια ώρα διέλυε ή ξεπουλούσε με ελάχιστο τίμημα τις πλήρως βιώσιμες κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους ευνοούμενους επενδυτές.

Το καθεστώς Πινοσέτ και οι σύμβουλοί του στις ΗΠΑ κήρυξαν την έλευση μιας νέας οικονομικής αναγέννησης στη Χιλή, μια περίοδο μεγάλων επενδύσεων και υψηλής ανάπτυξης.

• Και ποια ήταν τα αποτελέσματα;

Μέχρι σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, η εικόνα αυτή έχει καταρρεύσει οριστικά: τα κέρδη αυτής της οικονομικής «αναγέννησης» κατευθύνθηκαν αποκλειστικά στο όφελος της διεθνούς και εγχώριας καπιταλιστικής τάξης, ενώ η εργατική τάξη εξαθλιώθηκε περαιτέρω από την καταστροφή των βιώσιμων θέσεων εργασίας στην τοπική βιομηχανία και τη γεωργία, αλλά και τις πενιχρές αμοιβές που καθιερώθηκαν στις (σχετικά λιγότερες) νέες θέσεις εργασίας.

Αυτή η αρχική επιβολή των νεοφιλελεύθερων οικονομικών δείχνει να αποτελεί μια καθαρή περίπτωση αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «στρατιωτικό νεοφιλελευθερισμό», καθώς οι δράσεις που τον στήριξαν ήταν η ανατροπή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης και η εγκαθίδρυση μιας στρατιωτικής δικτατορίας.

Αυτό όμως θα ήταν αποπροσανατολιστικό.

Το πραξικόπημα στη Χιλή ήταν μια κλασική δράση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, η οποία εκτείνεται εκατόν πενήντα χρόνια στο παρελθόν και κατά τη διάρκεια της οποίας ο στρατός των ΗΠΑ επενέβη στη Λατινική Αμερική κατά μέσο όρο δύο φορές το χρόνο, πάντα στην υπεράσπιση του οικονομικού status quo και κατά των συνθηκών που θα μπορούσαν να μειώσουν το επίπεδο της εκμετάλλευσης (και κατά συνέπεια να μειώσουν την κερδοφορία των αμερικανικών επιχειρήσεων).

Το πραξικόπημα του Πινοσέτ διεξήχθη από ένα στρατιωτικό εκπαιδευμένο και χρηματοδοτούμενο από τις ΗΠΑ, για λογαριασμό μιας καπιταλιστικής τάξης που δεχόταν επίθεση (τοπικά και παγκόσμια).

Έτσι, εντάσσεται στο πλαίσιο των 75 επεμβάσεων που προηγήθηκαν: όλα είχαν σαν στόχο να υπερασπίσουν την υπάρχουσα οικονομική δομή από τις προοδευτικές απειλές, συνήθως από μεταρρυθμιστικά κινήματα βάσης, τα οποία είχαν αποκτήσει αρκετή δύναμη για να διαβρώσουν τη συνεχιζόμενη ταξική εκμετάλλευση.

• Τι το ιδιαίτερο έχει η περίπτωση της Χιλής;

Αυτό που διαφοροποιεί τη Χιλή από προηγούμενες αμερικανικής έμπνευσης και εκτέλεσης στρατιωτικές «επεμβάσεις» στη Λατινική Αμερική ήταν ότι η κυβέρνηση του Πινοσέτ, μόλις σταθεροποίησε την εξουσία της και εξάλειψε την απειλή προοδευτικών αλλαγών, ανταποκρίθηκε στην ώθηση των ΗΠΑ να θεσπίσει αυτή τη νέα δέσμη ιμπεριαλιστικών συνταγών – να «ανοίξει» περαιτέρω η χώρα στις ξένες επενδύσεις, να διαλύσει ή να ιδιωτικοποιήσει τις κρατικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις, να καταργήσει κάθε προστασία για την ντόπια βιομηχανία ενάντια στη λεηλασία του παγκόσμιου κεφαλαίου, αλλά και να καταστρέψει τους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες που είχαν κατακτηθεί με σκληρούς αγώνες τον προηγούμενο αιώνα.

Σε αντάλλαγμα γι' αυτή τη δραματική αναδιοργάνωση της σχέσης κυβέρνησης – οικονομίας, η Χιλή ανταμοίφθηκε με δάνεια από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, θεσμοί που έγιναν οχήματα για τον πλουτισμό της κλίκας του Πινοσέτ και των ευνοούμενων καπιταλιστών της χώρας.

Η συμμαχία του Πινοσέτ με το παγκόσμιο Κεφάλαιο (διαμεσολαβημένη από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, και την κυβέρνηση των ΗΠΑ που κρύβεται στο βάθος) έγινε το πρότυπο για τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις σε όλη τη Λ. Αμερική και στη συνέχεια σε όλες τις περιοχές του κόσμου.

• Και σήμερα;

Μέσα στα επόμενα 25 χρόνια ο κόσμος εξοικειώθηκε με τα σλόγκαν και το λεξιλόγιο του νεοφιλελευθερισμού - «δομική προσαρμογή», «ελεύθερο εμπόριο», «προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων», «ιδιωτικοποιήσεις», «άνοιγμα της οικονομίας», «απορρύθμιση» και –πάνω απ' όλα- «λιτότητα», η οποία έγινε το σύνθημα και η δικαιολογία για την περικοπή των κοινωνικών υπηρεσιών, την ίδια ώρα που μεταφέρονταν οι κυβερνητικοί πόροι (φόροι και δανεισμός) για την επιδότηση των εταιρειών.

Στο τυπικό μοτίβο, οι τοπικές κυβερνήσεις έγιναν πρωταθλητές των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που πρωτοεφαρμόστηκαν στη Χιλή, προσαρμοσμένων βέβαια στις ιδιαίτερες συνθήκες των χωρών τους και πιο συγκεκριμένα των ειδικών όρων που έθεταν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα σε αντάλλαγμα για τα μεγάλα δάνεια που είχαν σχεδιαστεί για τη «διάσωση» των διαφόρων χωρών σε κρίση.

Από τη δεκαετία του 1990 προέκυψαν τρία μοντέλα που απείλησαν να επιβραδύνουν το κύμα της νεοφιλελεύθερης «επέκτασης», σε τρεις ακόμα τότε μη ενοποιημένες περιοχές του κόσμου.

• Σε τι ακριβώς αναφέρεστε;

Το ένα μοντέλο ήταν η διαρκώς αυξανόμενη πίεση για όλο και περισσότερες «νεοφιλελεύθερες» μεταρρυθμίσεις.

Κάθε χώρα που ξεκινούσε αυτές τις μεταρρυθμίσεις αντιλαμβανόταν ότι οι ευνοούμενες επιχειρήσεις σύντομα εξαντλούσαν τη διαδικασία επιδοτήσεων, η οποία συνόδευε την έναρξή της.

Στη συνέχεια απαιτούσαν νέα στήριξη, την οποία δεν μπορούσαν να παράσχουν οι αποδυναμωμένες κυβερνήσεις, υπό την απειλή της «αποεπένδυσης», στην οποία θα προχωρούσαν τα πολύτιμα «επενδυτικά κεφάλαια» που ήταν απαραίτητα για την «ανάπτυξη» και τα οποία διαφορετικά θα μετακόμιζαν σε άλλους πιο προσοδοφόρους τόπους.

Η εκλογική βάση του Τραμπ αποτελείται κυρίως από ανθρώπους που «έχουν χάσει τις αυταπάτες τους» για την πολιτική ελίτ

Το δεύτερο μοντέλο ήταν η αυξανόμενη αντίσταση των ανθρώπων, οι οποίοι στην αρχή είχαν παρασυρθεί υποστηρίζοντας τις μεταρρυθμίσεις, βασισμένοι στην απραγματοποίητη υπόσχεση ότι το νεοφιλελεύθερο σύστημα εταιρικής κοινωνικής πρόνοιας θα τους σώσει από την καταιγίδα που τους εκτόπισε και τους εξαθλίωσε λόγω της καταστροφής των εγχώριων επιχειρήσεων.

Οι άνθρωποι άρχιζαν να διεκδικούν την αποκατάσταση των θέσεων εργασίας που είχαν χαθεί και των κοινωνικών υπηρεσιών, απαιτώντας μια ακύρωση της διαδικασίας εξαθλίωσης, την οποία πυροδότησε και προκάλεσε αυτή η νέα «ανάπτυξη». [...]

Στο μεταξύ, το κλυδωνιζόμενο και ευρισκόμενο σε κρίση εταιρικό κατεστημένο συνέχιζε να απαιτεί περισσότερη λιτότητα, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την όλο και πιο εύθραυστη «μηχανή της ανάπτυξης».

Το τρίτο μοντέλο ήταν η επιδείνωση της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, η οποία επήλθε εξαιτίας της «επιτυχίας» της ίδιας της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης. Καθώς οι επενδυτικές ευκαιρίες ανά τον κόσμο εξαντλούνταν, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις προσπαθούσαν να επιβάλλουν νέους γύρους λιτότητας, οι οποίοι θα απελευθέρωναν κρατικά έσοδα, με τα οποία θα μεγάλωναν την όρεξη των καπιταλιστών για επιδοτήσεις που θα «άνοιγαν» νέες επενδυτικές ευκαιρίες [...]

• Όσον αφορά τον μιλιταρισμό και τις επεμβάσεις;

Ο στρατιωτικός νεοφιλελευθερισμός προέκυψε από την αποτυχία του πολιτικού νεοφιλελευθερισμού να «ανοίξει» τις καπιταλιστικές χώρες, οι οποίες έγιναν πρωταρχικά στόχοι της «οικονομικής παγκοσμιοποίησης».

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρωτοστάτησε στη χρήση του στρατού ως όχημα για μια πιο μελετημένη μορφή αλλαγής καθεστώτων, στην οποία η εκδίωξη των κορυφαίων κυβερνητικών αξιωματούχων ήταν μόνο το πρώτο βήμα.

Οι επακόλουθες δράσεις, οι οποίες αναλαμβάνονται από το στρατό που εισβάλλει, περιλαμβάνουν την καταστροφή ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού, τη διάλυση των εγχώριων οικονομικών θεσμών και στη συνέχεια τη συγκρότηση της κυβέρνησης και της οικονομίας σύμφωνα με τις νεοφιλελεύθερες συνταγές.

• Οι στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πάνε χέρι χέρι με μια αύξουσα στρατιωτικοποίηση της κοινωνικής ζωής στο εσωτερικό, με την παρακολούθηση της προσωπικής ζωής και την αστυνομική βία. Τι μάς δείχνει αυτό;

Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή η συσχέτιση ανάμεσα στην ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση και στην εσωτερική στρατιωτικοποίηση και επιτήρηση ήταν πάντα τόσο ισχυρή όσο σήμερα.

Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Βρετανική Αυτοκρατορία ήταν απίστευτα βίαιη σε όλο τον κόσμο, χωρίς να είναι από τις πιο καταπιεστικές στο εσωτερικό.

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτές οι δύο κατασταλτικές διαδικασίες επηρεάζουν η μία την άλλη [...]

Η όλο και βαθύτερη θεσμική σχέση και η αύξηση του προϋπολογισμού τόσο της αστυνομίας όσο και του στρατού κατατείνουν ότι η σύγκλιση στις μεθόδους και στη συμπεριφορά θα συνεχιστεί, μέχρι να υπάρξει μια συστηματική προσπάθεια να σπάσουν αυτοί οι δεσμοί συμβίωσης και να απομονωθούν.

Στο Ιράκ, οι κατοχικές δυνάμεις σε πολλές σουνιτικές περιοχές μεταχειρίζονται όλους τους κατοίκους σαν εχθρικούς μαχητές και έτσι δικαιολογείται η χρήση της θανάσιμης βίας.

Αυτή η στάση, η οποία ενθαρρύνεται και προστατεύεται από τους αξιωματικούς, έχει μεταφερθεί πίσω στις ΗΠΑ και αποτελεί ένα σημαντικό θεμέλιο για την ατιμωρησία της αμερικανικής αστυνομίας όταν αυτή σκοτώνει άοπλους μαύρους.

• Η προσφυγική κρίση έχει γίνει ένα πρόσχημα για την άνοδο του ρατσισμού, του εθνικισμού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, του φασισμού. Πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτά τα φαινόμενα;

Όταν ρωτάμε «πως μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε», θεωρώ ότι αυτό το «μπορούμε» αναφέρεται στους προοδευτικούς ακτιβιστές και όχι στην κυβέρνηση των ΗΠΑ ή άλλων χωρών. [...]

Κατ' αρχάς πρέπει να καταγγείλουμε τον στρατιωτικό νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος στην πραγματικότητα βρίσκεται πίσω απ' όλες τις σημερινές προσφυγικές κρίσεις και κυρίως αυτές που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή και το Κέρας της Αφρικής.

Αυτή η διαδικασία τελειοποιήθηκε από τις ΗΠΑ στο Ιράκ. Τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων στη διάρκεια της επτάχρονης επίσημης κατοχής δημιουργήθηκαν αποκλειστικά από τις στρατιωτικές και οικονομικές δραστηριότητες των ΗΠΑ.

Να σημειώσουμε εδώ ότι η απεριόριστη βιαιότητα πολλών εγχώριων τρομοκρατικών ομάδων που φτιάχτηκαν ως απάντηση στην αμερικανική εισβολή, προκάλεσαν μόνο ένα μικρό αριθμό θυμάτων και εκτοπίσεων, σε σύγκριση με τις εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους και την καταστροφή των πόλεων που προήλθαν από αμερικανικά όπλα μαζικής καταστροφής [...]

• Ποια πρέπει να είναι η στάση των κινημάτων;

Οι προοδευτικές δυνάμεις στον παγκόσμιο Βορρά πρέπει να επικεντρώσουν στο να εμποδίσουν την χρήση όπλων από τις κύριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (συγκεκριμένα τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τη Ρωσία), αλλά και από τα κράτη – πελάτες, όπως τα Εμιράτα (ΗΠΑ) ή η Συρία (Ρωσία).

Εάν τα κινήματα στον Βορρά ήταν αρκετά ισχυρά, ώστε να εμποδίσουν την άνοδο του στρατιωτικού νεοφιλελευθερισμού, η τωρινή «προσφυγική κρίση» θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Τώρα είναι επιτακτική ανάγκη να μειωθεί δραστικά η παραγωγή νέων εκτοπισμένων και πιστεύω ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αποτροπή της χρήσης αυτών των όπλων από τους διάφορους βάρβαρους ανταγωνιστές.

Παράλληλα, οι προοδευτικές δυνάμεις στις ΗΠΑ και στις άλλες ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις πρέπει να προσπαθήσουν να αποτρέψουν τις κυβερνητικές δαπάνες από το να κατευθύνονται στην παραγωγή οπλικών συστημάτων, αλλά αντίθετα να πηγαίνουν στην αποζημίωση αυτών που τραυματίστηκαν ή εκτοπίστηκαν.

Σ' αυτό το πλαίσιο οι ακτιβιστές πρέπει να αντιμετωπίσουν ευθέως τον ρατσισμό, ο οποίος χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τις τιμωρητικές πολιτικές εις βάρος των εκτοπισμένων.

Και αναφέρομαι κυρίως στην παρεμπόδιση της εισόδου των προσφύγων και μεταναστών και στην κράτησή τους. Πρέπει να εμποδίσουμε την πολιτική της «ενοχοποίησης του θύματος» [...]

• Τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη βιώνουμε μια κατάσταση πολιτικής αλλοτρίωσης, η οποία καθιστά τους ανθρώπους ευάλωτους στους λαϊκιστές και στους δημαγωγούς. Μπορούμε να αναστρέψουμε αυτή τη διαδικασία;

Η πολιτική αλλοτρίωση είναι ένα σύνθετο και πονηρό φαινόμενο.

Στις ΗΠΑ είναι φανερό ότι αποτελεί ένα σταθερό πολιτικό χαρακτηριστικό, εάν ως «πολιτική αλλοτρίωση» θεωρήσουμε κάποια μορφή κυνισμού σχετικά με την αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί «σε αυτά που θέλει ο λαός».

Ίσως το πιο ορατό χαρακτηριστικό είναι ότι περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους δεν ψηφίζει στις προεδρικές εκλογές, ενώ στις μη προεδρικές ίσως να ψηφίζει μόνο το 25%.

Ίσως αυτό να μην είναι το απόλυτο μέτρο της πολιτικής αλλοτρίωσης, αλλά είναι αρκετό για να δείξει ότι αυτή είναι ένα χρόνιο πρόβλημα στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ.

• Τι μπορεί να σημαίνει η υποψηφιότητα του Τραμπ για τη δημοκρατία στις ΗΠΑ;

Η συζήτηση αφορά την πολιτική αλλοτρίωση και τη δημαγωγία. Το φαινόμενο Τραμπ αποτελεί σίγουρα μια ασυνήθιστη, εάν όχι μοναδική, στιγμή στην αμερικανική πολιτική, παρότι υπάρχουν παράλληλά του και στην Ευρώπη.

Για να τον κατανοήσουμε πρέπει να πάμε πέρα από την χρόνια πολιτική αλλοτρίωση και να δούμε ότι μας οδηγεί πέρα από τη δημοκρατία και/ή προς κάποια μορφή δικτατορίας [...]

Η εκλογική βάση του Τραμπ αποτελείται κυρίως από ανθρώπους που «έχουν χάσει τις αυταπάτες τους» για την πολιτική ελίτ.

Κάποτε πίστευαν ότι η εκλεγμένη ελίτ θα ακολουθούσε πολιτικές που θα ανταποκρίνονταν στις ανάγκες και στις επιθυμίες τους. Τα τελευταία χρόνια όμως αυτή η πίστη στην εκλογική εντολή τους έχει εξαφανιστεί.

Αντί γι' αυτό, η πολιτική ελίτ τώρα συλλέγει φόρους από τους σκληρά εργαζόμενους ανθρώπους και ακολουθούν πολιτικές που εξαθλιώνουν τους παραγωγικούς πολίτες, ενώ την ίδια στιγμή επιβραβεύουν τους απατεώνες και εκείνους που δεν το αξίζουν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό [...]

• Γιατί ο κόσμος ψηφίζει Τραμπ;

Η γοητεία του Τραμπ βασίζεται σε μια ισχυρή υπόθεση ότι οι εκλογές μπορούν να προκαλέσουν μια αλλαγή πολιτικής και αυτό λειτουργεί σαν μια επιβεβαίωση της πίστης στην αμερικανική «δημοκρατία» [...]

Όπως είπε ένα οπαδός του Τραμπ στο BBC, «Δεν φοβάται να πει αυτό που όλοι μας σκεφτόμαστε».

Έτσι ο Τραμπ δεν κερδίζει τη βάση του με τις ρατσιστικές και φασιστικές ιδέες και πολιτικές, αλλά δίνει φωνή σε ήδη υπάρχουσες στάσεις και υπόσχεται ότι θα ακολουθήσει πολιτικές που θα ανταποκρίνεται σ' αυτές [...]

Ο μόνος τρόπος για να αντιστρέψουμε αυτή την πορεία απομάκρυνσης από τη δημοκρατία είναι η αναζωογόνηση μαζικών κινημάτων όπως το Black Lives Matter και άλλες διαμαρτυρίες, οι οποίες βασίζονται σε μη εκλογικές καμπάνιες, με στόχο τις πηγές της καταπίεσης και των ανισοτήτων.
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ 

Γεννημένος το 1942 διδάσκει σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Έχει υπάρξει ένας από τους φλογερότερους επικριτές του πολέμου στο Ιράκ με άρθρα και αναλύσεις. 

To γνωστότερο βιβλίο του είναι το «War without end:The Iraq war in Context», Haymarket Books (2008).

Έχει συγγραφικό έργο στα πεδία της οικονομικής και πολιτικής κοινωνιολογίας και των κοινωνικών κινημάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου