Slider

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

ΤΟΥΡΚΙΑ : Ατλαντισμός εναντίον Ραμπιισμού* Σουνγκούρ Σαβράν

[*Ράμπια - το επίσημο σύμβολο του κινήματος (το δεξί χέρι με τον αντίχειρα στραμμένο προς τα μέσα), «τέσσερα» στα αραβικά.]
Τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην Τουρκία τη νύχτα της 15ης προς 16η Ιουλίου έχουν περιοριστεί υπερβολικά στον αγώνα μέχρις εσχάτων ανάμεσα σε δύο Ισλαμικά ρεύματα, αυτό του AKP υπό τη σιδερένια γροθιά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και στη σύγχρονη νέμεσή του την αδελφότητα του Γκιουλέν. Αυτό είναι παραπλανητικό υπό δύο έννοιες. 
Από τη μία, αποκρύπτει την ευδιάκριτη πιθανότητα, ή όλο και περισσότερο βεβαιότητα, πως άλλες τάσεις μέσα στις Τουρκικές ένοπλες δυνάμεις (TSK σύμφωνα με το Τουρκικό ακρωνύμιο) αναμίχθηκαν στο σχεδιασμό αν όχι και στην τελική εκτέλεση του αποτυχημένου πραξικοπήματος. Από την άλλη, μας εμποδίζει να δούμε τη θεμελιώδη αντίφαση που βασανίζει την Τουρκία σήμερα – μια αντίφαση που σχετίζεται με τη θέση της χώρας στο παγκόσμιo σύστημα.
Έχουμε αντιμετωπίσει το πρώτο έρωτημα σε ένα προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Τουρκία: Πόλεμος μεταξύ δύο πραξικοπημάτων» (αρχικά δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα RedMed, αλλά επίσης δημοσιευμένο στο mrzine.monthlyreview.org και στη Nέα Προοπτική, φ. 625). Υποστηρίξαμε εκεί ότι, πέρα από του οπαδούς του Γκιουλέν, ανάμεσα στους διοργανωτές του πραξικοπήματος συμπεριλαμβάνονταν «μια ολόκληρη γκάμα υπευθύνων μέσα στις ένοπλες δυνάμεις οι οποίοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν φιλο-ΝΑΤΟϊκοί ή φιλο-Αμερικανοί καθώς αυτό αποτελεί τον κοινό παρονομαστή που τους συσπειρώνει». Επιπλέον προσθέσαμε, ως εκ τούτου, «πρόκειται για μια συμμαχία των φιλο-Αμερικανών  κοσμικών και των μελών μιας θρησκευτικής αδελφότητας υπό την προστασία των ΗΠΑ που ηγήθηκε του πραξικοπήματος. Υπάρχουν στοιχεία που καταδεικνύουν πως η ήττα του πραξικοπήματος οφείλεται, εν μέρει, σε σπόρους διαφωνιών μέσα σε αυτήν την παρά φύσιν συμμαχία».
Επιπρόσθετα στοιχεία τα οποία έχουν έρθει έκτοτε στην επιφάνεια όχι μόνο επιβεβαιώνουν αυτήν την παρατήρηση, αλλά στην πραγματικότητα ρίχνουν νέο φως στο πραξικόπημα το οποίο ριζικά αλλάζει την πρωθύστερη εντύπωση ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε έξω από την ιεραρχία. Στην πραγματικότητα, τόσο η υπηρεσία πληροφοριών (η ΜΙΤ) και το επιτελείο έκρυψαν για πολλές ώρες πληροφορίες σχετικά με το πραξικόπημα οι οποίες έφτασαν στη ΜΙΤ στις 4 μ.μ. και αμφότεροι αρνήθηκαν να απαντήσουν στα τηλεφωνήματα του Ερντογάν. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι έμαθε για το πραξικόπημα γύρω στις 8 μ.μ. από τον «κουνιάδο» του, σημαίνει πιθανώς κάποιo προσωνύμιο της  υπηρεσίας πληροφοριών κάποιας συμμαχικής δύναμης, όπως του Κατάρ.  Ο πρωθυπουργός του Ερντογάν έχει επίσης πει ότι έμαθε για το πραξικόπημα από «φίλους και συγγενείς». Ο αρχηγός της αεροπορίας, για το θέμα αυτό, ισχυρίζεται πως ενημερώθηκε από τη σύζυγό του!
Σκληρό Κράτος Έκτακτης Ανάγκης
Αυτό προφανώς αλλάζει ολόκληρη τη φύση του αποτυχημένου πραξικοπήματος. Αν, καθώς φαίνεται πως ισχύει, ο αρχηγός του γενικού επιτελείου και τουλάχιστον κάποιοι από τους διοικητές των κύριων υπηρεσιών (στρατός, ναυτικό, αεροπορία και χωροφυλακή) αναμίχθηκαν στο σχεδιασμό του πραξικοπήματος, αλλά απέσυραν την υποστήριξη τους την τελευταία στιγμή, και αν επιπρόσθετα, ο πανίσχυρος αρχηγός της ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν, ήταν επίσης αναμεμιγμένος, ο Ερντογάν και η κυβέρνηση του AKP θα στέκονταν σήμερα στο κενό, χωρίς στρατό και χωρίς υπηρεσία πληροφοριών να τους υποστηρίζουν. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η πολιτική στάση τους μετά το πραξικόπημα τείνει να το επιβεβαιώσει. Παρά το γεγονός ότι κηρύχθηκε μια πολύ σκληρή κατάσταση έκτακτης ανάγκης και επικυρώθηκε από το κοινοβούλιο και τα βασανιστήρια και άλλες παραβιάσεις του νόμου είναι αχαλίνωτα, αυτό κατευθύνεται αποκλειστικά στους συνωμότες του πραξικοπήματος, τουλάχιστον προς το παρόν. Και ο Ερντογάν προσωπικά παρεξέκλινε της πορείας του για να εγκαθιδρύσει μια θερμή σχέση με την αντιπολίτευση - μια εκπληκτική μεταστροφή αν λάβουμε υπόψη το πολυετές στυλ του, αυτό της συνεχούς διαμάχης με τους αντιπάλους του. Επιπλέον, τώρα ξαφνικά, φαίνεται να αναπτύσσει μια προτίμηση προς τον Κεμάλ Ατατούρκ, τον ιδρυτή της Δημοκρατίας (για τον οποίο, περισσότερα παρακάτω): τα κεντρικά γραφεία του AKP σήμερα, κοσμούνται με μια γιγαντιαία αφίσα του Ατατούρκ!
Θα πρέπει να περιμένουμε και να δούμε πώς θα εξηγηθούν οι απίστευτες ανωμαλίες που έχουν εμφανιστεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία πια για να πιστεύεται μωρόπιστα η αρχική εκδοχή του ΑΚΡ για την εξέλιξη των γεγονότων, που παρουσιάζει τους Γκιουλενικούς ως μόνους ένοχους. Αυτό θα συνεχίσουν να το κάνουν, για λόγους που έχουμε ήδη εξηγήσει σε προηγούμενο άρθρο μας: «για να εξοστρακίσουν τους Γκιουλενικούς και να κρυφτούν από την άποψη ότι πήρε τα όπλα ένα πολύ ευρύτερο φάσμα των δυνάμεων του στρατού.» Είναι πλέον υποχρέωση όσων ερμήνευσαν το πραξικόπημα υπό το φως αυτής της χοντροειδούς προπαγάνδας του ΑΚΡ, να επανεξετάσουν τη φύση του πραξικοπήματος.
Όλα αυτά πραγματικά ενισχύουν το δεύτερο σημείο μας: ότι το πραξικόπημα είναι η έκφραση της πιο θεμελιώδους αντίφασης που κομματιάζει την τουρκική κοινωνία και πολιτική τα τελευταία χρόνια. Με λίγα λόγια, είναι ένας πόλεμος ανάμεσα στον παραδοσιακό Ατλαντισμό των τουρκικών κυρίαρχων τάξεων και σε αυτό που θα ονομάζαμε τον Ραμπιισμό του Ερντογάν και της κουστωδίας του. Η Τουρκία έχει ξεχωρίσει στο μουσουλμανικό κόσμο ως το μοναδικό στο είδος του μέλος του ΝΑΤΟ για ολόκληρη την ιστορική περίοδο από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, υπό τον Ερντογάν και το AKP, η χώρα έχει για πρώτη φορά έχει στραφεί προς τη μουσουλμανική ενότητα, για την ανασύστασή της υπό τουρκική ηγεσία. Αυτό είναι που εμείς ονομάζουμε Ραμπιισμός για λόγους που θα γίνουν καθαροί αμέσως παρακάτω. Είναι αυτός ο νέος προσανατολισμός που έρχεται όλο και περισσότερο σε σύγκρουση με τον παγιωμένο Ατλαντισμό της Τουρκίας.
Τι είναι Ραμπιισμός;
Η δεσποτική εκτροπή του Ερντογάν και του ΑΚΡ είναι εκεί για να τη δουν όλοι. Στην πραγματικότητα, ο προκλητικός τίτλος του προηγούμενου κειμένου μας «Τουρκία: Πόλεμος Δύο Πραξικοπημάτων», είχε ως στόχο να επιστήσει την προσοχή σε οποιαδήποτε άστοχη αντίληψη ότι αυτό που είχε σωθεί από το αποτυχημένο πραξικόπημα των στρατιωτικών ήταν η «δημοκρατία», με την οποιαδήποτε ουσιαστική έννοια του όρου. Ο Ερντογάν έχει τσαλαπατήσει το τουρκικό Σύνταγμα, οικειοποιούμενος εξουσίες που το Σύνταγμα δεν δίνει στον Πρόεδρο, όντας αυτή η θέση σε ένα μεγάλο βαθμό τυπική. Ολόκληρη η πολιτική του είναι μανιωδώς επικεντρωμένη στη μετατροπή του κοινοβουλευτικού συστήματος σε δήθεν προεδρικό, ένας ευφημισμός για την απολυταρχία. Έχει καταστρέψει κάθε ίχνος ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, έχει ποδοπατήσει ξεδιάντροπα την ελευθερία του Τύπου, έχει πρακτικά απαγορεύσει το δικαίωμα στην απεργία και σχεδόν αρνηθεί εντελώς την ελευθερία των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας. Η εκτεταμένη καταστροφή των κουρδικών πόλεων από το περασμένο καλοκαίρι κάτω από συνθήκες εικοσιτετράωρης απαγόρευσης κυκλοφορίας που διαρκούν για μήνες, στο τέλος άφησε άφωνους όλους εκείνους που είδαν τα συντρίμμια ολόκληρων γειτονιών ή ακόμα και ολόκληρων πόλεων. Έτσι, ο δεσποτισμός του Ερντογάν είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός.
Η αριστερά της Τουρκίας βιάστηκε να το ονομάσει αυτό «φασισμό» και τον Ερντογάν «δικτάτορα». Eικόνες του Ερντογάν με το μουστάκι του Χίτλερ, κατασκευασμένες με το photoshop, αφθονούν στα social media. Το να αποκαλείς το τρέχον (δηλαδή το πριν το πραξικόπημα) τουρκικό καθεστώς «φασιστικό», θα ήταν μια παρωδία, δεδομένου ότι εξακολουθεί να έχει ζωντανά πολλά χαρακτηριστικά αστικής δημοκρατίας. Μια τέτοια ταμπέλα αποκρύπτει το γεγονός ότι ο Ερντογάν και το ΑΚΡ πρέπει να κάνει πολύ δρόμο για να επιτύχει την καθιέρωση του είδους του καθεστώτος που φιλοδοξεί να πετύχει, κι έτσι θα μας αποτρέψει από το να δούμε τις συγκεκριμένες αντιφάσεις στο εγγύς μέλλον. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι χρήσιμο να αποκληθεί «φασιστική», ακόμη και η ολοκληρωμένη μορφή του καθεστώτος αυτού, εάν καθιερωθεί ποτέ πλήρως. Αφήνοντας κατά μέρους το σύνθετο ζήτημα των ιδιαιτεροτήτων των φασιστικών καθεστώτων, το οποίο θα μας οδηγήσει πολύ μακριά από το θέμα που εξετάζουμε, πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να αποδοθεί με μια κατηγορία που προσιδιάζει στον ισλαμικό κόσμο, δεδομένου ότι το σύνολο της πολιτικής ατζέντας που επιδιώκει ο Ερντογάν είναι σαφώς επικεντρωμένο σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτό που διευκολύνει τη δουλειά μας, είναι ότι ο Ερντογάν και το ΑΚΡ οι ίδιοι, μας προσφέρουν μια λύση. Το επίσημο σύμβολο του κινήματος είναι τώρα η ύψωση του δεξιού χεριού με τον αντίχειρα στραμμένο προς τα μέσα, αποδίδοντας έτσι τον αριθμό τέσσερα, σε ανάμνηση των θυμάτων της γειτονιάς του Καΐρου Ράμπια αλ-Ανταουίγια, όπου οι δυνάμεις του στρατηγού αλ Σίσι δολοφόνησαν σύμφωνα με πληροφορίες εκατοντάδες υποστηρικτές της μουσουλμανικής Αδελφότητας διαμαρτυρόμενοι για την αποπομπή του εκλεγμένου Προέδρου της Αδελφότητας Μοχάμεντ Μόρσι κατά τη διάρκεια του βοναπαρτιστικού πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2013. (Λεπτομέρειες σχετικά με το ίδιο το πραξικόπημα, στο κείμενό μας «Βοναπαρτιστικό Πραξικόπημα στην Αίγυπτο» http://www.sosialistproject.ca/bullet/848.php .) Το καθεστώς Ερντογάν έχει έτσι βρει το σύμβολό του. Απομένει σε μας να δημιουργήσουμε την ετικέτα Ραμπιισμός από το όνομα Ράμπια, που σημαίνει «τέσσερα» στα αραβικά.
Αυτό το σύμβολο και όνομα είναι κατάλληλο για την κίνηση του Ερντογάν, γιατί η όλη ιδέα πίσω από το κίνημα είναι ο ρεβανσισμός που τρέφεται με ένα είδος αισθήματος θυματοποίησης του μουσουλμανικού κόσμου γενικότερα και της Τουρκίας ειδικότερα. Δεν μπορούμε όμως να είμαστε σχηματικοί όταν εξηγούμε τι κρύβεται πίσω απ’ αυτή τη θυματοποίηση. (Μερικές από τις ιδέες που εξηγούνται εδώ, αναπτύσσονται στο μεγαλύτερο έργο μας: «Τάξη, Κράτος και Θρησκεία στην Τουρκία» στο Νεσετζάν Μπαλκάν/Ερόλ Μπαλκάν/Αχμέτ Οντζού (εκδ.), Το Νεοφιλελεύθερο Τοπίο και η Άνοδος του Ισλαμιστικού Κεφαλαίου στην Τουρκία, Νέα Υόρκη, Berghahn Books, 2015.) Ο ισλαμικός κόσμος, ειδικότερα στην ενδοχώρα του που ήταν πάντα οι κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, γνώρισε την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη και την συνεπαγόμενη υποταγή του Ισλάμ, κατά τρόπο εντελώς διαφορετικό από πολλά μέρη του κόσμου. Από τον 7ο αιώνα, το Ισλάμ αντιμετώπιζε τον χριστιανικό δυτικό κόσμο, την Ευρώπη ουσιαστικά, ως ίσο προς ίσον, πατώντας ακόμη και τσιμπώντας ορισμένα από τα έδάφη του για ένα διάστημα, την Ισπανία στα δυτικά και το Bυζαντινό έδαφος της Μικράς Ασίας και των Βαλκάνιων στα ανατολικά. Από το 19ο αιώνα και μετά, αν όχι λίγο νωρίτερα, ο ισλαμικός πολιτισμός έπεσε κάτω από την κυριαρχία της Δύσης, κυρίως με τη μορφή των αποικιών ιδρυμένες από δυτικές δυνάμεις, αν και στην περίπτωση των Οθωμανών (Τούρκων), του Ιράν και του Αφγανιστάν, αυτό έγινε τη μορφή ημιαποικιακής καταπίεσης. Αυτή η αποικιακή ή ημιαποικιακή υποδούλωση βιώθηκε με διαφορικό τρόπο από τις διάφορες κοινωνικές τάξεις. Η πολιτιστική-θρησκευτική ταπείνωση ήταν, φυσικά, επιμερισμένη. O αγρότης, ο ταπεινός τεχνίτης και έμπορος, και αργότερα, οι προλεταριακές μάζες, ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας και βίωναν τη δυτική κυριαρχία ως απλή λεηλασία, ενώ οι άρχουσες τάξεις, ακόμα και όταν έγιναν μικροί συνεταίροι στη λεηλασία του πλούτου των χωρών αυτών και της εργασίας των εργαζόμενων τάξεων, αναμιμνήσκονταν με μνησικακία τις μέρες της δόξας και λαμπρότητάς τους και ποθούσαν μια νοσταλγική επιστροφή σ’ εκείνους τους χρόνους, όταν οι ίδιοι ήταν οι ληστές. Η ισλαμική θρησκεία, όπως και σε πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις καταπίεσης ενός λαού από έναν άλλο, παρέμεινε το κοινό μέσο αυτών των πολύ διαφορετικών αδικιών και πολύ συχνά λειτουργούσε ως το όχημα της κυριαρχίας χρησιμοποιούμενο από τις άρχουσες τάξεις στις μουσουλμανικές κοινωνίες για να κρατά τις εργαζόμενες τάξεις σε απόσταση, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται ως θεματοφύλακας ενός ιερού σκοπού που δεσμεύει το σύνολο της κοινωνίας σε αλληλεγγύη. Αυτό, πέρα απ’ όλους τους συγκυριακούς παράγοντες, εξηγεί την εξαιρετικά ισχυρή έλξη του Ισλάμ στις μάζες σ’ αυτό το μέρος του κόσμου.
Για ιστορικούς λόγους, η Τουρκία είχε μια μοναδική εμπειρία μέσα σε αυτήν τη συνολική ανάπτυξη. Πρώτον, είναι η μόνη χώρα σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο που έχει κάνει ένα μεγάλο άλμα προς την εκκοσμίκευση, με απροκάλυπτο τρόπο. Ακόμα και σήμερα, η λέξη «κοσμικός» είναι ταμπού στον αραβικό κόσμο, ο πλησιέστερος όρος που χρησιμοποιείται είναι «κράτος των πολιτών». Ακόμα και ο Ερντογάν έπρεπε να μάθει αυτή την απέχθεια ιδίοις εξόδοις, όταν, κατ’ εξαίρεση, επαίνεσε την εκκοσμίκευση κατά την επίσκεψή του στην Αίγυπτο υπό τον Μόρσι (τί μέρες κι αυτές!). Η εκκοσμίκευση της Τουρκίας δεν υφίσταται χωρίς τις εσωτερικές της αντιφάσεις, οι οποίες πραγματικά αντισταθμίζουν πολλά από τα οφέλη που η εν λόγω αρχή θα έπρεπε κανονικά να φέρει, αλλά, παρ’ όλα αυτά, το κοσμικό κράτος αποτελούσε τον κύριο στυλοβάτη του καθεστώτος, τουλάχιστον κατ’ όνομα.
Δεύτερον, όμως, νωρίς η ρεπουμπλικανική Τουρκία υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ δεν προσέφυγε μόνο στο κοσμικό κράτος, αλλά ξεκίνησε μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στα ήθη, τις αξίες, τις πρακτικές και τις πολιτιστικές μορφές της ισλαμικής-ανατολίτικης κοινωνίας, υιοθετώντας εκτεταμένες εναλλακτικές σ’ αυτά, εισηγμένες από τη Δύση, τον αποκαλούμενο «σύγχρονο πολιτισμό» από τον απαράμιλλο ηγέτη. Ήταν ένα είδος πολιτισμικής κάθαρσης. Στο μυαλό του συνόλου της κοινωνίας, φάνηκε ότι το κοσμικό κράτος και η πολιτισμική στροφή ήταν σιαμαία δίδυμα, άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Έτσι, η βαθιά απέχθεια που οι λαϊκές μάζες ανέπτυξαν προς την πολιτισμική αλλαγή σηματοδότησε επίσης τη στάση τους προς την εκκοσμίκευση. Οι μάζες, οι αγρότες, η ταπεινή μικροαστική τάξη των πόλεων και αργότερα το προλεταριάτο, θεώρησαν τους δυτικούς τρόπους της αστικής τάξης ως πολιτιστική εξωτερική εμφάνιση της ταξικής διαίρεσης. Τάξη και πολιτισμός συνταυτίστηκαν και οτιδήποτε θύμιζε τα Δυτικά ήθη ήταν ύποπτο στα μάτια της (πλειοψηφίας) των λαϊκών στρωμάτων. Η άνοδος μιας νέας φράξιας της αστικής τάξης από τη δεκαετία του 1970 και στο εξής, εκφράστηκε σε αντίθεση με την σταθερά εδραιωμένη αρχική φράξια της αστικής τάξης, αποφασιστικά συνδεδεμένης με τους Δυτικούς θεσμούς, τα ήθη και τις ιδέες. Για το λόγο αυτό, ο ισλαμισμός επρόκειτο να είναι η ιδεολογία του. Ο ταπεινής καταγωγής Ερντογάν, αν και αργότερα μετατράπηκε σε καπιταλιστή έμπορο, φαινόταν στις μάζες σα «ένας από εμάς». Αυτή η συμβολή κοινωνικών (τάξη) και πολιτιστικών (θρησκεία) παραγόντων είναι που εξηγεί την διαρκή χαρισματική επίδραση του Ερντογάν στις λαϊκές μάζες. Πρέπει να προστεθεί ότι αυτό είναι χωρίς αμφιβολία ένα είδος αυτοεξαπάτησης των μαζών, γιατί ο ασύγκριτος Ερντογάν δεν είναι «ένας από αυτούς», αλλά είναι σταθερά προσηλωμένος στη νέα πτέρυγα της αστικής τάξης.
Τρίτον και σημαντικότερο για τη συζήτησή μας σχετικά με ό,τι έχουμε ονομάσει Ραμπιισμό, όντως οι κληρονόμοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι τουρκικές άρχουσες τάξεις είχαν επίσης το πλεονέκτημα της κατοχής του Χαλιφάτου ως όπλο. Ωστόσο, ο Κεμάλ Ατατούρκ δεν έβαλε μόνο τέλος στην Αυτοκρατορία και κήρυξε τη Δημοκρατία το 1923, αλλά στον απόηχο αυτού, κατήργησε το ίδιο το Χαλιφάτο, το 1924. Ένα μέρος της άρχουσας τάξης της Τουρκίας δεν το συγχώρεσε ποτέ αυτό. Στα μάτια τους, το Χαλιφάτο δεν ήταν μόνο η προσωποποίηση της ενότητας της Ούμα, της παγκόσμιας κοινότητας των πιστών, αλλά επίσης και το κλειδί για την τουρκική δόξα και μεγαλείο στην αγκαλιά του μουσουλμανικού κόσμου. Αυτός είναι ο λόγος που ο τουρκικός ισλαμισμός ήταν ανέκαθεν και πολύ εθνικιστικός, παρά την πρωταρχική σημασία της Ούμα ως θρησκευτικής κοινότητας.
Είναι τώρα αυτή η τουρκική δόξα και μεγαλείο που ο Ταγίπ Ερντογάν επιθυμεί να αναβιώσει και να αποκαταστήσει. Ο ίδιος έχει θέσει την υποψηφιότητά του για να είναι ο «Ραΐς» (ηγέτης, επικεφαλής) του συνόλου του σουνιτικού-αραβικού κόσμου καταρχάς, αν και έχει ομοίως αξιώσεις για τους Μουσουλμάνους του υπόλοιπου κόσμου, ξεκινώντας από τα Βαλκάνια και την Υπερκαυκασία. Ο Ραμπιισμός είναι το ιδεολογικό κίνημα που προσπαθεί να ενοποιήσει τον κόσμο των σουνιτών Μουσουλμάνων γύρω από την ηγεσία του Ερντογάν. Το αν θα πάει τόσο μακριά φορέσει το μανδύα του Χαλίφη αν του δοθεί η ευκαιρία είναι ένα επίμαχο ζήτημα, αν και όχι αδιανόητο. Οι πιο ένθερμοι οπαδοί του έχουν αρχίσει, καθυστερημένα σίγουρα, να τον αντιμετωπίζουν με ευλαβικό δέος που γειτνιάζει με τη θρησκευτική αγιοποίηση.
Αντικειμενικές Βάσεις και Υποκειμενικές Συνθήκες
Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό το είδος του κοινωνικοπολιτικού προγράμματος δεν είναι ούτε το προϊόν της φαντασίωσης ενός ανθρώπου, ούτε ακόμη και η αφύπνιση μιας επί μακρόν αδρανούς πολιτικής ιδέας. Έχει την υλική βάση της στην ανάπτυξη της τουρκικής αστικής τάξης σε μια δύναμη ικανή και στην ανάγκη ανοίγματος προς τον υπόλοιπο κόσμο για αγορές και επενδύσεις. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι η Τουρκία γίνεται μια ιμπεριαλιστική δύναμη αυτοτελώς. Eίναι μάλλον ενταγμένη σε αυτήν την ομάδα χωρών στο διεθνές σύστημα που καταλαμβάνει μια μέση θέση μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών και εκείνων που εξακολουθούν να είναι δέσμιες της υπανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων και εξαρτώνται από τον ιμπεριαλισμό με την κλασική έννοια του όρου. Μιλάμε εδώ για χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία ή η Νότιος Αφρική, οι οποίες παρά τη θέλησή τους είναι ακόμα υπόχρεες σε πολλές από τις μάστιγες της υπανάπτυξης και της εξάρτησης, παρ’ όλα αυτά έχουν αρχίσει να διακρίνονται από ό,τι ήταν κάποτε γνωστό, ως ένα ενιαίο σύνολο, ο «Τρίτος κόσμος». Αυτή είναι μια διαδικασία που συνεχίζεται, της οποίας η έκβαση είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Θα πρέπει όμως, να αποφύγουμε μια δογματική προσέγγιση που παγιώνει τις χώρες στις κατηγορίες των ιμπεριαλιστικών και των εξαρτημένων, χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις και ακόμη πιο σημαντικό, χωρίς την προοπτική της μετακίνησης των χωρών πάνω-κάτω στην ιμπεριαλιστική ιεραρχία.
Ο τουρκικός καπιταλισμός έφτασε σ’ αυτό το σημαντικό στάδιο με την εδραίωση της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου (με την λενινιστική έννοια) υπό τη στρατιωτική δικτατορία στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με την κρίση και στη συνέχεια, την τελική διάλυση της εμπειρίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση, που συνοδεύτηκε από την εσωτερική αποσύνθεση του μαοϊκού πειράματος στην Κίνα. Το τουρκικό κεφάλαιο στράφηκε προς τη νέα γεωγραφία που προέκυψε από τις στάχτες αυτής της εμπειρίας και η τουρκική αστική τάξη ενέκρινε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα επέκτασης της επιρροής της οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά προς τις νέες χώρες. Οι Τουργκούτ Οζάλ και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, οι δύο ηγέτες της παραδοσιακής κεντροδεξιάς που υπηρετήσαν διαδοχικά ως Πρόεδροι της Δημοκρατίας το διάστημα 1989-2000, έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον τουρκικό κόσμο που αναδύθηκε στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, ως αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς να παραμελούν τα Βαλκάνια. Ο Νετσμετίν Ερμπακάν, ο ιστορικός ηγέτης του ισλαμικού κινήματος έκανε μια διαφορετική προσπάθεια, κατά τη διάρκεια της σύντομης πρωθυπουργίας του στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα, διαμορφώνοντας μια εναλλακτική λύση στην ομάδα G-8, με τη μορφή ενός αυτοαποκαλούμενου D-8 (το D για το «Development (Ανάπτυξη)»), που αποτελούνταν αποκλειστικά από μουσουλμανικές χώρες. Έτσι, από τη στιγμή που το ΑΚΡ του Ερντογάν, διάδοχος του Ερμπακάν ως ηγέτης του ισλαμικού κινήματος, ήρθε στην εξουσία το 2002, η Τουρκία είχε ήδη τουλάχιστον 15 χρόνια εμπειρίας στις πρακτικές προσπάθειες να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της. Μπορεί να προστεθεί ότι, κατά ειρωνεία της τύχης, το σύστημα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που o Φετχουλάχ Γκιουλέν -ο οποίος τάχα σχεδίασε το στρατιωτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου μόνος του- έχει δημιουργήσει σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων πολλών φτωχών αφρικανικών χώρων, εκπονήθηκε με το ίδιο ακριβώς πνεύμα και είχε εγκωμιαστεί από τους ίδιους ανθρώπους, ξεκινώντας με τον ίδιο τον Ερντογάν, ο οποίος τώρα συναγωνίζεται στη δυσφήμηση του ιμάμη!
Έτσι, με μια πολύ καλά καθορισμένη έννοια, ο Ραμπιισμός του Ερντογάν είναι μια πολιτική που ικανοποιεί τις ανάγκες της τουρκικής αστικής τάξης στην απόκτηση νέων σφαιρών επιρροής στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου στην Ασία, τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Βαλκάνια (ειδικότερα τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, την πΓΔΜ, το Κοσσυφοπέδιο και την Αλβανία). Ωστόσο, είναι επίσης μια διχαστική πολιτική για την τουρκική αστική τάξη, καθώς βασίζεται σε ένα καθαρά ρεβανσιστικό προσανατολισμό έναντι του Κεμαλισμού. Όπως έχουμε ήδη τονίσει όλα αυτά τα χρόνια, η παραδοσιακή και καλά εδραιωμένη φράξια της τουρκικής αστικής τάξης είναι απόλυτα προσηλωμένη στη δυτική συμμαχία, δηλαδή είναι Aτλαντική πέρα ως πέρα. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, είναι ένθερμος οπαδός της αρχής της κοσμικότητας, η οποία είναι το σήμα κατατεθέν του κράτους που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Έτσι, οι δύο φράξιες της αστικής τάξης, εκτός από τον αγώνα τους για τους πόρους, τα δάνεια, τις αγορές, τις κρατικές προμήθειες, τις δημοπρασίες κ.λπ. είναι επίσης σε διαμάχη ως προς την κατεύθυνση της χώρας τον 21ο αιώνα. Αυτό, στο σύνολό του, είναι ό,τι έχουμε ονομάσει ο «πολιτικός (αναίμακτος) εμφύλιος πόλεμος της μπουρζουαζίας» που έχει κυριαρχήσει στην σκηνή όλα αυτά τα 14 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων βρίσκεται στην εξουσία ο Ερντογάν.
Σ’ αυτόν τον αγώνα μεταξύ των δύο φραξιών, οι πιο στενοί σύμμαχοι της εκδυτικισμένης-κοσμικής πτέρυγας είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεδομένου ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις (ο TSK) ήταν προπύργιο του ΝΑΤΟ πρώτα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τώρα, κατά την αναζωπύρωση του φονταμενταλιστικού Ισλάμ, το ΝΑΤΟ έχει καθοριστική σημασία σ’ αυτόν τον αγώνα μεταξύ των δύο φραξιών. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, η ιδέα της Πακιστανοποίησης της Τουρκίας, δηλαδή να γίνει ο TSK, όπως στην περίπτωση του Πακιστάν, ένα όχημα για την προώθηση της ισλαμικής πολιτικής, είναι το λιγότερο πρόωρο να το πούμε, απλώς και μόνο επειδή ο TSK είναι ένας στρατός του ΝΑΤΟ πέρα ως πέρα. Έτσι, η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός δεσποτικού καθεστώτος στην Τουρκία στο πλαίσιο των ειδικών χαρακτηριστικών του Ραμπιισμού, θα πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με αυτήν την αναμφισβήτητη χαρακτηριστική πτυχή του TSK. Το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν, κατά τη γνώμη μας, μια πρώτη αναμέτρηση μεταξύ των δύο αυτών αντιφατικών δυνάμεων. Ήταν, όπως είπαμε στην εισαγωγή του άρθρου μας, κατά πάσα πιθανότητα όχι το κατασκεύασμα μόνο της γκιουλενικής φράξιας, αλλά ένα προϊόν της αντιφατικής συμμαχίας μεταξύ των κοσμικών φιλο-ΝΑΤΟικών δυνάμεων του TSK και των μυστών της γκιουλενικής αδελφότητας.
Που βαδίζει η Τουρκία;
Είπαμε «μια πρώτη αναμέτρηση». Τώρα που οι πραξικοπηματίες έχουν ηττηθεί, μπορεί εύλογα να γίνει η ερώτηση, γιατί χρησιμοποιείται το προσδιοριστικό «πρώτη». Το πρόβλημα είναι ότι οι αποδείξεις εμπλέκουν σχεδόν το σύνολο του σώματος των αξιωματικών, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας των ανώτερων αξιωματικών και της υπηρεσίας πληροφοριών, ως σχεδιαστές του πραξικοπήματος. Υπάρχουν αμέτρητα ερωτήματα που περιμένουν να απαντηθούν και αντιφάσεις που πρέπει να εξηγηθούν σε σχέση με τη συμπεριφορά των ανώτερων αξιωματικών εκείνο το βράδυ. Έτσι, αν ο Ερντογάν και το ΑΚΡ δεν προχωρήσουν ομαλά και επιδέξια στην εξάλειψη των κινδύνων που εξακολουθούν να υφίστανται, συνεχίζει να υπάρχει ο κίνδυνος μιας νέας προσπάθειας για την ανατροπή της κυβέρνησης. Σε περίπτωση που αυτό συμβεί και το νέο πραξικόπημα πετύχει εκεί όπου το πρώτο απέτυχε, η «επιτυχία» θα είναι σχετική μόνο, αφού η αντίσταση που παρουσιάστηκε από τους οπαδούς της κυβέρνησης έχει δείξει ότι το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι ένας εμφύλιος πόλεμος. Ένας πρώτος μίνι-εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε τη νύχτα της 15ης προς 16η Ιουλίου. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα θα αποτελέσει το μοντέλο του εμφυλίου που θα ξεσπάσει αν η χώρα αντιμετωπίσει άλλη μια προσπάθεια.
Η Τουρκία είναι μια πυριτιδαποθήκη. Εκεί έχει φέρει τη χώρα αυτό που έχουμε ονομάσει ο (αναίμακτος) πολιτικός εμφύλιος πόλεμος της μπουρζουαζίας. Αυτός ο πολιτικός εμφύλιος πόλεμος απειλεί τώρα να ξεσπάσει ανοικτά, παίρνοντας στρατιωτική μορφή. Αρθρωμένος καθώς είναι στη σταδιακή Συριοποίηση της Τουρκίας ως αποτέλεσμα της συνενοχής της κυβέρνησης με το ISIL και τον ολοκληρωτικό πόλεμο του Ερντογάν ενάντια στους Κούρδους από τότε που έχασε τις εκλογές του Ιουνίου 2015, αυτός ο πόλεμος απειλεί να βυθίσει την Τουρκία σε μια τραγωδία δίπλα στην οποία το συριακό δράμα θα ωχριά. Κι αυτό λέει πολλά.
Ατλαντισμός και Ραμπιισμός είναι και οι δύο αντιδραστικοί από την ίδια τη φύση τους. O Ατλαντισμός έχει κάνει τo τουρκικό καπιταλιστικό κράτος προπύργιο της υπεράσπισης των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή. Ο Ραμπιισμός, από την άλλη πλευρά, δεν είναι αντιιμπεριαλισμός. Είναι το πολιτικό πρόγραμμα μιας τάξης (ή φράξιας μιας τάξης) που επιθυμεί να αποκαταστήσει το δικαίωμά της να λεηλατεί ένα μέρος του κόσμου, με βάση μια αντιδραστική ιδεολογία και είναι δεσποτικός, πέρα ως πέρα. Παρ’ όλα αυτά, αν ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στους κυρίαρχους του ΝΑΤΟ και την Τουρκία, οι Μαρξιστές, κατά τη γνώμη μας, έχουν καθήκον να βγουν ενάντια στον Ιμπεριαλισμό, χωρίς ίχνος πολιτικής υποστήριξης προς τον Ραμπιισμό και τον Ερντογάν και μέσω ανεξάρτητων πολεμικών μέσων των ιδίων, εφόσον αυτό είναι εφικτό.
Έτσι αντιμετωπίζουμε τώρα δύο αντιδραστικές εναλλακτικές λύσεις. Μέχρι πρόσφατα, υπήρχε σίγουρα μια άλλη εναλλακτική λύση που αναδυόταν στον ορίζοντα. Η Τουρκία συγκλονίστηκε από τρία βαρυσήμαντα κοινωνικά κινήματα σε διάστημα δύο ετών: η λαϊκή εξέγερση του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου του 2013, το κουρδικό σερχιλντάν (εξέγερση στα Κουρδικά) συνδεδεμένο με την υπεράσπιση του Κομπάνι στη Συρία εναντίον των δυνάμεων του ISIL στην περίοδο 6 με 12 Οκτωβρίου 2014 και την ατίθαση απεργία των μεταλλεργατών που αγκάλιασε δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων τον Μάιο-Ιούνιο του 2015. Ωστόσο, οι βαθιές διαιρέσεις μεταξύ αυτών των κινημάτων, οι άστοχες πολιτικές του κουρδικού κινήματος και η αξιοθρήνητη έλλειψη ηγεσίας του κινήματος της εργατικής τάξης συνέτειναν στο να οδηγήσουν σε μια κατάσταση όπου παρά αυτά τα αξιοσημείωτα επεισόδια κοινωνικής πάλης, οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεσμένες μάζες δεν ήταν σε θέση να σχηματίσουν έναν εναλλακτικό οργανωτικό πόλο και ένα εναλλακτικό πρόγραμμα.
Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς για να πούμε αν το δυναμικό που εκδηλώθηκε σε εκείνα τα αξιομνημόνευτα επεισόδια έχει δαπανηθεί τελειωτικά. Σίγουρα, ο μόνος τρόπος για την σωτηρία της χώρας από την αδελφοκτόνα σφαγή, είναι να υπολογίζουμε σ’ αυτό το ενδεχόμενο και να οικοδομούμε ακούραστα μια τρίτη εναλλακτική λύση απέναντι στους δίδυμους κινδύνους του Ατλαντισμού και του Ραμπιισμού.
***
Ο Σουνγκούρ Σαβράν είναι συντάκτης της εφημερίδας Gercek (Αλήθεια) και του θεωρητικού περιοδικού Devrimci Marksizm (Επαναστατικός Μαρξισμός). Tο κείμενο που παρουσιάζουμε δημοσιεύεται στα τούρκικα στην ιστοσελίδα RedMed.

Mετάφραση Γ. Σιμ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου