Slider

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Το παιδί που σόκαρε την αστική τάξη

Μετά την τεράστια επιτυχία των γελοιογραφιών με το Yellow Kid ο Richard Outcault προχώρησε στη δημιουργία μιας σειράς κόμικ στριπ
Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς

Το Yellow Kid του Richard Outcault θεωρείται ένα από τα πρώτα και πιο επιδραστικά κόμικς της Ιστορίας. Ο Αμερικανός δημιουργός επί σειρά ετών κατέγραφε με οδυνηρό χιούμορ τις σκληρές συνθήκες ζωής του νεοϋορκέζικου προλεταριάτου. Επηρεασμένος από τις αποκαλυπτικές φωτογραφίες ενός πρωτοπόρου ρεπόρτερ
Σε όλες τις ιστορικές καταγραφές και τις απόπειρες ερμηνείας της εξέλιξης των κόμικς, περίοπτη θέση έχει το Yellow Kid του Richard Outcault. Η πλειονότητα των Αμερικανών ιστορικών αλλά και πολλοί διεθνείς αναλυτές και ερευνητές θεωρούν ότι το μικρό ξυπόλυτο αγόρι με την κίτρινη νυχτικιά και την ανορθόγραφη αργκό αποτελεί τον πρώτο σταθερό χαρακτήρα της Ιστορίας των κόμικς. Εναν χαρακτήρα, επίσης, που δάνεισε τη μορφή του σε πληθώρα καταναλωτικών προϊόντων όπως μπλουζάκια, κουκλάκια, παιχνίδια, πιτζάμες, παζλ κ.ά. Κι όλα αυτά το μακρινό 1895. Πώς όμως ένα κυνικό και πάμφτωχο χαμίνι χωρίς γονείς, με βίαιη και τραχιά συμπεριφορά, που ξυλοφορτώνει τους φίλους του στα βρόμικα σοκάκια και τις κακόφημες γειτονιές της Νέας Υόρκης, έφτασε στο απόγειο της δόξας;


Οι φωτογραφίες του Jacob Riis (αριστερά) με πρωταγωνιστές τους απόκληρους της Νέας Υόρκης ενέπνευσαν τον Richard Outcault (δεξιά) | 

Ολα ξεκίνησαν από την ευαισθησία ενός νεαρού Δανού ξυλουργού, του Jacob Riis, που το 1870, σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών, μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη. Ηταν τα χρόνια που η οικονομική ανασυγκρότηση των ΗΠΑ μετά τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και η βίαιη αστικοποίηση λόγω της βιομηχανοποίησης άλλαζαν απότομα και ανεξέλεγκτα τον δημογραφικό χάρτη. Μεγάλα πλήθη μεταναστών, από το εσωτερικό και το εξωτερικό, συνέρρεαν στις μεγάλες πόλεις, που εξ ανάγκης τους υποδέχονταν, χωρίς ωστόσο να διαθέτουν καμιά υποδομή για να τους φιλοξενήσουν. Ο Riis, μετά από διάφορες περιστασιακές δουλειές, μακρά διαστήματα ανεργίας κατά τα οποία ήταν άστεγος και διαδοχικά ταξίδια σε άλλες πόλεις των ανατολικών ΗΠΑ προς ανεύρεση εργασίας, κατόρθωσε κάποια στιγμή να πιάσει δουλειά ως δημοσιογράφος με ειδίκευση στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Κινούμενος στη Νέα Υόρκη και ζώντας στην πιο υποβαθμισμένη τότε περιοχή της, το Lower East Side του Μανχάταν, αποφάσισε να καταγράψει και να καταδείξει το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα των μεταναστών που ζούσαν σε άθλια και ετοιμόρροπα καταλύματα ή απλώς στον δρόμο, συνωστίζονταν σε σκοτεινά, υγρά, παγωμένα και βρόμικα δωμάτια, εργάζονταν από το πρωί ώς το βράδυ χωρίς καμιά πρόσβαση σε υγεία, εκπαίδευση και ψυχαγωγία. Με τις πενιχρές οικονομίες του κατόρθωσε να αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή και ένα από τα πρωτόγονα φωτογραφικά φλας της εποχής, εξασκήθηκε στη λήψη φωτογραφιών και προς τα τέλη της δεκαετίας του 1880 ξεκίνησε να φωτογραφίζει τις γειτονιές των απόκληρων, τα πλημμυρισμένα από απελπισία σοκάκια, τα ορφανά παιδιά, τους άστεγους, τη φτώχεια και τη δυστυχία που απλώνονταν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα από τη χλιδή της μητρόπολης.


Οι φωτογραφίες με τα ορφανά και άστεγα παιδιά αποτέλεσαν ισχυρό σοκ για την αστική τάξη της Νέας Υόρκης | 

Στα τέλη του 1889, μια σειρά από αυτές τις φωτογραφίες μαζί με αρκετά σχέδια του Riis δημοσιεύτηκαν σε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού Scribner’s Magazine και λίγους μήνες αργότερα, το 1890, αυτές οι φωτογραφίες-ντοκουμέντα μαζί με αρκετές νέες, αλλά και ανάλογα κείμενα περιγραφών της κατάστασης, αποτέλεσαν τον κορμό μιας πρωτόγνωρης για την εποχή έκδοσης με τον ιδιαιτέρως «ενοχλητικό» τίτλο «Πώς ζει το άλλο μισό – Σχεδιάσματα ανάμεσα στις παράγκες της Νέας Υόρκης» (How the Other Half Lives – Studies Among the Tenements of New York). Το «άλλο μισό» φυσικά αναφερόταν στους κοινωνικά και οικονομικά αποκλεισμένους, τους μετανάστες, τους προλετάριους, που με την εξοντωτική εργασία τους ανοικοδόμησαν τις τραυματισμένες ΗΠΑ μετά τον πόλεμο. Και απευθυνόταν στο άλλο μισό που ευημερούσε και προόδευε, κλείνοντας τα μάτια στο δράμα που παιζόταν στις φτωχογειτονιές.

Το βιβλίο θορύβησε την αστική και μεγαλοαστική τάξη, που έβλεπε μαζικά τυπωμένες στο χαρτί τις εικόνες ντροπής και απανθρωπιάς που είχε απαθανατίσει ο φακός του Riis. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δυο χρόνια αργότερα, ο Riis επανήλθε με το δεύτερο μέρος της έρευνάς του υπό τον τίτλο «Τα παιδιά των φτωχών» (Children of the Poor), όπου εστίαζε το ενδιαφέρον του στα παιδιά, στις τραγικές συνθήκες διαβίωσής τους, στα ορφανοτροφεία, στην έλλειψη πρόνοιας κ.λπ.


Η φωτογραφία με τίτλο Tenement Baby του Riis πιθανολογείται ότι επηρέασε καθοριστικά τον Outcault | 

Τα επόμενα χρόνια ο Jacob Riis προχώρησε και σε άλλου τύπου δημοσιογραφικές έρευνες που τον κατέστησαν διάσημο, όπως αυτή που διεξήγαγε σε συνεργασία με τον μετέπειτα εμβληματικό πρόεδρο των ΗΠΑ, Θίοντορ Ρούσβελτ, για τη δυσλειτουργία της αστυνομίας και την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων των οργάνων της τάξης, αλλά και αυτήν για την κακή ποιότητα του συστήματος ύδρευσης και τον κίνδυνο χολέρας από τα μολυσμένα ύδατα.

Επηρεασμένος από τις φωτογραφίες αυτές και τη δημοσιοποίηση των συνθηκών ζωής ενός τεράστιου μέρους του πληθυσμού, ο Richard Outcault, ένας άσημος έως τότε σκιτσογράφος και γελοιογράφος, ξεκίνησε το 1895 να δημιουργεί μια σειρά πολυπληθών συνθέσεων με τον γενικό τίτλο Hogan’s Alley. Σε αυτές πρωταγωνιστούσαν οι φτωχοί που είχε καταγράψει με τη φωτογραφική μηχανή του ο Riis, αλλά σε πιο χιουμοριστικούς τόνους, παρά την αβάσταχτη σκληρότητα που είναι διάχυτη σε κάθε γελοιογραφία. Ανάμεσά τους και ένα μικρό φαλακρό αγόρι με μόνο ένδυμα ένα ολόσωμο νυχτικό σαν σακί και χαρακτηριστικά Κινέζου.


Οι «περιπέτειες» του Yellow Kid ήταν πάντα πλημμυρισμένες από βία και σκληρότητα | 

Ο πιτσιρίκος Mickey Dugan αντλεί την εικόνα του από μια φωτογραφία του Riis με τίτλο Tenement Baby και οι γελοιογραφίες στις οποίες συμμετέχει πλημμυρίζουν από βία και επιθετικότητα. Τα γεγονότα που φιλοτεχνεί ο Outcault, όπως ακριβώς και τα συγκλονιστικά φωτογραφικά τεκμήρια του Riis, λαμβάνουν χώρα στους ακάλυπτους των λαϊκών πολυκατοικιών και στα σοκάκια όπου συγκεντρώνονται τα παιδιά για να παίξουν πόλεμο, να βασανίσουν ζώα, να αλληλοχτυπηθούν.

Παρά την ωμή βία και το τραχύ χιούμορ, οι γελοιογραφίες του Outcault έγιναν πολύ γρήγορα ιδιαίτερα δημοφιλείς. Δημοσιεύονταν άλλωστε στην εφημερίδα New York World του μεγιστάνα του Τύπου, Joseph Pulitzer, και διαβάζονταν κατά κύριο λόγο από τους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτές. Αυτή η δημοσιότητα του Outcault είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί πολύ σύντομα μια ελκυστικότατη πρόταση συνεργασίας με πολλαπλάσια αμοιβή από τον μεγάλο ανταγωνιστή του Pulitzer, τον ανερχόμενο εκδότη William Randolph Hearst (αυτόν που εν πολλοίς ενέπνευσε τον Ορσον Γουέλς στον «Πολίτη Κέιν»). Στην οποία, φυσικά, ενέδωσε. Στο μεθεπόμενο φύλλο θα δούμε τη συνέχεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου