Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

«Ο ελληνικός καπιταλισμός στο απυρόβλητο;»


«Ο ελληνικός καπιταλισμός στο απυρόβλητο;»
Σ’ ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του τελευταίου ενάμιση αιώνα η Αριστερά καταγράφηκε ως το αντίπαλο δέος απέναντι στην παραγωγική και ταξική κυριαρχία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Προσδιορίστηκε δηλαδή ως η αντικαπιταλιστική εκείνη, πολιτική και κοινωνική, δύναμη που αντιπαλεύει αυτή την κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα και με όλους τους δυνατούς τρόπους.
Το κόκ­κι­νο νήμα που δια­περ­νά ολό­κλη­ρο το φάσμα της Αρι­στε­ράς, η πρω­ταρ­χι­κή της επι­δί­ω­ξη είναι η ανα­τρο­πή του αστι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής και η εγκα­θί­δρυ­ση της σο­σια­λι­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Αυτό παίρ­νει σάρκα και οστά τόσο με τις τα­κτι­κές της πα­ρεμ­βά­σεις (υπε­ρά­σπι­ση των μι­σθών, κα­το­χύ­ρω­ση ερ­γα­τι­κών δι­καιω­μά­των, επι­δί­ω­ξη ανα­δια­νο­μής του ει­σο­δή­μα­τος, αντι­με­τώ­πι­ση των κρα­τι­κών κα­τα­σταλ­τι­κών μη­χα­νι­σμών, ρι­ζι­κές αλ­λα­γές στο εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα κλπ.), όσο και με ένα με­σο­πρό­θε­σμο με­τα­βα­τι­κό ρι­ζο­σπα­στι­κό πρό­γραμ­μα (επι­βο­λή ερ­γα­τι­κού ελέγ­χου, μορ­φές από­σπα­σης της πα­ρα­γό­με­νης υπε­ρα­ξί­ας, κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση πα­ρα­γω­γι­κών και εμπο­ρι­κών δρα­στη­ριο­τή­των κ.ά.), για να κα­τα­λή­ξει στην σο­σια­λι­στι­κή κοι­νω­νι­κή ανα­διορ­γά­νω­ση στη βάση της κοι­νω­νι­κο­ποι­η­μέ­νης ιδιο­κτη­σί­ας, της δη­μο­κρα­τι­κής ορ­γά­νω­σης και δια­χεί­ρι­σης των οι­κο­νο­μι­κών δρα­στη­ριο­τή­των, του ρι­ζι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού του αστι­κού κρά­τους, την κα­τάρ­γη­ση του ιε­ραρ­χι­κού κα­τα­με­ρι­σμού της ερ­γα­σί­ας, την κα­θο­λι­κή πα­νε­πι­στη­μια­κή μόρ­φω­ση του συ­νό­λου του ερ­γα­τι­κού πλη­θυ­σμού κλπ. 

Αρι­στε­ρά αντί­πα­λο δέος στην αστι­κή τα­ξι­κή κυ­ριαρ­χία 

Οι αυ­θε­ντι­κές μορ­φές μιας τέ­τοιας ιστο­ρι­κής δια­δι­κα­σί­ας κοι­νω­νι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, απο­τυ­πώ­θη­καν σε εγ­χει­ρή­μα­τα όπως η Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να του 1871, η ρω­σι­κή επα­νά­στα­ση του 1917, το σο­σια­λι­στι­κό εγ­χεί­ρη­μα της Χιλής του 1970 – 73 κ.ά. Βέ­βαια, αυτές οι επι­διώ­ξεις δια­πλέ­κο­νται σε ορι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις και με άλλα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γε­γο­νό­τα που αφο­ρούν ευ­ρύ­τε­ρα τις λαϊ­κές τά­ξεις, όπως είναι η αντι­πα­λό­τη­τα στην ιμπε­ρια­λι­στι­κή κυ­ριαρ­χία, πε­ρι­πτώ­σεις εθνι­κού απε­λευ­θε­ρω­τι­κού αγώνα, κα­τα­στά­σεις ανά­γκης ανα­τρο­πής απο­λυ­ταρ­χι­κών κα­θε­στώ­των. Σε όλες αυτές τις πε­ρι­πτώ­σεις η Αρι­στε­ρά συμ­βάλ­λει κα­θο­ρι­στι­κά στην αντι­με­τώ­πι­σή τους, δια­τη­ρώ­ντας όμως πά­ντο­τε τα κυ­ρί­αρ­χα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της δη­μο­κρα­τι­κής επα­να­στα­τι­κής κοι­νω­νι­κής χει­ρα­φέ­τη­σης. Π.χ. ένας εθνι­κός απε­λευ­θε­ρω­τι­κός αγώ­νας, μια αντι­δι­κτα­το­ρι­κή εξέ­γερ­ση, μια ιμπε­ρια­λι­στι­κή απει­λή, δεν μπο­ρούν να υπάρ­χουν για την Αρι­στε­ρά ως εν­διά­με­σα βή­μα­τα, ως αυ­το­τε­λή πεδία, αλλά χρειά­ζε­ται σ’ όλη τους τη διάρ­κεια να χρω­μα­τί­ζο­νται από τις σο­σια­λι­στι­κές στρα­τη­γι­κές επι­διώ­ξεις. Δια­φο­ρε­τι­κά, όπως έχει συμ­βεί σε πλεί­στες όσες πε­ρι­πτώ­σεις, οι απε­λευ­θε­ρω­τι­κές ή αντι­μπε­ρια­λι­στι­κές δια­δι­κα­σί­ες ηγε­μο­νεύ­ο­νται από τις αστι­κές ή άλλες απο­λυ­ταρ­χι­κές δυ­νά­μεις, που το πρώτο που κά­νουν είναι η εξό­ντω­ση και εξου­δε­τέ­ρω­ση των αρι­στε­ρών τους αντι­πά­λων. 

Πα­ράλ­λη­λα οι σο­σια­λι­στι­κές στο­χεύ­σεις της Αρι­στε­ράς δεν μπο­ρούν παρά να δια­περ­νούν ολό­κλη­ρο το σώμα της και δεν μπο­ρούν να δια­χω­ρί­ζο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κές φά­σεις και στά­δια, με κυ­ρί­αρ­χη σ’ αυτή την πε­ρί­πτω­ση την επι­κρά­τη­ση του οι­κο­νο­μι­σμού. Σε πά­μπολ­λες ιστο­ρι­κές συ­γκυ­ρί­ες δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς θέ­τουν ως κυ­ρί­αρ­χο πο­λι­τι­κό τους στόχο την ανά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων, δη­λα­δή του κα­πι­τα­λι­στι­κού οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος, και πα­ρα­πέ­μπουν τον με­τα­σχη­μα­τι­σμό των σχέ­σε­ων πα­ρα­γω­γής στο βάθος του ιστο­ρι­κού μέλ­λο­ντος, έτσι που αυτός να χά­νε­ται από τον ορατό ιστο­ρι­κό ορί­ζο­ντα. Πρό­κει­ται για μια δια­δι­κα­σία όπου η Αρι­στε­ρά λει­τουρ­γεί πρω­τί­στως ως αστι­κή δύ­να­μη, που οδη­γεί είτε στην πλήρη της εν­σω­μά­τω­ση είτε στον πο­λι­τι­κό της εκ­φυ­λι­σμό. Οι αρι­στε­ρές δυ­νά­μεις, για να πα­ρα­μέ­νουν αντί­πα­λο δέος στην κυ­ρί­αρ­χη κα­πι­τα­λι­στι­κή εξου­σία, δεν μπο­ρούν παρά να παίρ­νουν δια­ζύ­γιο από τέ­τοιους προ­σα­να­το­λι­σμούς και πρα­κτι­κές είτε υιο­θέ­τη­σης αυτού του οι­κο­νο­μι­σμού, είτε ευ­ρύ­τε­ρων λαϊ­κών επι­διώ­ξε­ων (εθνι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση, αντι­μπε­ρια­λι­στι­κός αγώ­νας ) πά­ντο­τε υπό την ηγε­μο­νία της σο­σια­λι­στι­κής πο­λι­τι­κής (απε­λευ­θέ­ρω­ση + λα­ο­κρα­τία επι­κα­λεί­ται ο Δ. Γλη­νός στο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ»). 

Με βάση αυτές τις αφε­τη­ρια­κές δια­πι­στώ­σεις, και αν ανα­γνω­ρί­ζει κα­νείς την ισχύ τους, πώς αντι­με­τω­πί­ζει η ελ­λη­νι­κή Αρι­στε­ρά, στις κύ­ριες του­λά­χι­στον εκ­φρά­σεις της, τον σύγ­χρο­νο ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό, την κρίση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης που τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει, τις προ­ο­πτι­κές ρι­ζο­σπα­στι­κών αλ­λα­γών στην αστι­κή οι­κο­νο­μι­κή δομή και λει­τουρ­γία ; Ήδη το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος του αρι­στε­ρού κι­νή­μα­τος, που εκ­φρά­στη­κε εκλο­γι­κά στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, οδη­γή­θη­κε στην υπό­κλι­ση στην εθνι­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή ανά­πτυ­ξη και έγινε μά­λι­στα δύ­να­μη προ­ώ­θη­σής της, εγκα­τα­λεί­πο­ντας οποια­δή­πο­τε αντι­μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή και εφαρ­μό­ζο­ντας μά­λι­στα ένα τρίτο μνη­μό­νιο. Κι’ αυτό προ­φα­νώς σε πα­ραλ­λη­λία με την απο­δο­χή των υπα­γο­ρεύ­σε­ων των αστι­κών ευ­ρω­παϊ­κών κέ­ντρων και την στή­ρι­ξη της το­κο­γλυ­φι­κής απο­μύ­ζη­σης των λαϊ­κών τά­ξε­ων μέσα από τους μη­χα­νι­σμούς απο­πλη­ρω­μής και εξυ­πη­ρέ­τη­σης του δη­μό­σιου χρέ­ους. 

Κρίση και ανά­τα­ξη της ελ­λη­νι­κής κα­πι­τα­λι­στι­κής οι­κο­νο­μί­ας 

Ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός πε­ρι­ήλ­θε στη δίνη της κρί­σης στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του 2000, μαζί με τις υπό­λοι­πες ευ­ρω­παϊ­κές κα­πι­τα­λι­στι­κές οι­κο­νο­μί­ες, και μά­λι­στα κατά έναν τρόπο εντο­νό­τε­ρο από ό,τι οι υπό­λοι­πες. Αυτή η κρίση συν­δυά­στη­κε με την έκρη­ξη της κρί­σης χρέ­ους, που κα­τέ­στη η δεύ­τε­ρη πα­ρά­με­τρος των εξε­λί­ξε­ων των πραγ­μά­των στη χώρα. Η κερ­δο­φο­ρία της με­γά­λης πλειο­νό­τη­τας του εται­ρι­κού τομέα της οι­κο­νο­μί­ας μειώ­θη­κε κα­τα­κό­ρυ­φα και τη θέση της πήρε μια άνευ προη­γου­μέ­νου ζη­μιο­γό­να δρα­στη­ριό­τη­τα των πε­ρισ­σο­τέ­ρων ελ­λη­νι­κών επι­χει­ρή­σε­ων. Αυτό δεν ήταν απο­τέ­λε­σμα της λει­τουρ­γί­ας της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας εντός της ευ­ρω­ζώ­νης (στην πρώτη δε­κα­ε­τία μετά την έντα­ξη στην ευ­ρω­ζώ­νη η ελ­λη­νι­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή οι­κο­νο­μία δια­τη­ρού­σε υψηλή κερ­δο­φο­ρία, τζίρο και επεν­δύ­σεις πα­γί­ου κε­φα­λαί­ου, με υψηλό ρυθμό οι­κο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης του 3%), αλλά προ­ϊ­όν της ανά­δει­ξης της κρί­σης υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης του κε­φα­λαί­ου (επι­κρά­τη­ση των ζη­μιο­γό­νων ένα­ντι των κερ­δο­φό­ρων επι­χει­ρή­σε­ων, αρ­νη­τι­κοί δεί­κτες απο­δο­τι­κό­τη­τας του κε­φα­λαί­ου κλπ). Το θε­σμι­κό νο­μι­σμα­τι­κό πλαί­σιο της ευ­ρω­παϊ­κής ολο­κλή­ρω­σης απο­τέ­λε­σε το κα­τάλ­λη­λο εκεί­νο πεδίο αστι­κής δια­χεί­ρι­σης και μνη­μο­νια­κών ρυθ­μί­σε­ων της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης και του δη­μό­σιου δα­νει­σμού, και όχι την γε­νε­σιουρ­γό της αιτία. 

Ο σο­βα­ρό­τα­τος αυτός κλο­νι­σμός της κα­πι­τα­λι­στι­κής οι­κο­νο­μί­ας έβαλε σε κί­νη­ση την ψή­φι­ση και υλο­ποί­η­ση των τριών δια­δο­χι­κών μνη­μο­νί­ων, προ­κει­μέ­νου να δια­μορ­φω­θούν ευ­νοϊ­κοί για το κε­φά­λαιο όροι για την ανά­καμ­ψή του. Και πα­ράλ­λη­λα μ’ αυτό οι μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές επέ­βα­λαν μια σκλη­ρό­τα­τη δη­μο­σιο­νο­μι­κή πε­ρι­στο­λή και πει­θαρ­χία, προ­κει­μέ­νου να δια­σφα­λί­σουν την συ­νε­χό­με­νη απο­πλη­ρω­μή των τόκων και χρε­ο­λυ­σί­ων του υπερ­διο­γκω­μέ­νου δη­μό­σιου χρέ­ους. Η εφαρ­μο­γή των μνη­μο­νί­ων επέ­φε­ρε κα­τα­κό­ρυ­φη μεί­ω­ση των αμοι­βών της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, πλήρη απορ­ρύθ­μι­ση των ερ­γα­σια­κών σχέ­σε­ων, πα­ρά­λυ­ση των ενερ­γών ερ­γα­ζο­μέ­νων από τον εφε­δρι­κό στρα­τό των ανέρ­γων και κατ’ αυτό τον τρόπο συ­νέ­βα­λαν ευ­θέ­ως στην ανά­καμ­ψη της κερ­δο­φο­ρί­ας του κε­φα­λαί­ου μετά από μια πε­ντα­ε­τή πε­ρί­ο­δο συ­νο­λι­κά ζη­μιο­γό­νων απο­τε­λε­σμά­των. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν να φτά­σου­με στην οι­κο­νο­μι­κή χρήση του 2015 όπου στο σύ­νο­λο του εται­ρι­κού τομέα της οι­κο­νο­μί­ας επι­κρά­τη­σε μια κα­θα­ρή κερ­δο­φο­ρία, και σο­βα­ρή υπο­χώ­ρη­ση των ζη­μιο­γό­νων απο­τε­λε­σμά­των τους. 

Έτσι, όπως κα­τα­δει­κνύ­ε­ται στην τε­λευ­ταία με­λέ­τη της ICAP, σε ένα με­γά­λο δείγ­μα 10.530 επι­χει­ρή­σε­ων (από το σύ­νο­λο των 23.500 εται­ριών που δη­μο­σιεύ­ουν ισο­λο­γι­σμούς), πα­ρό­λο το γε­γο­νός ότι ο τζί­ρος (πω­λή­σεις) των επι­χει­ρή­σε­ων βιο­μη­χα­νί­ας, εμπο­ρί­ου, υπη­ρε­σιών, εμ­φα­νί­στη­κε μειω­μέ­νος στο διά­στη­μα 2015 /2014, από τα 118 δι­σε­κατ. ευρώ στα 114 δι­σε­κατ. ευρώ, και πα­ρό­λη την στα­σι­μό­τη­τα στο ενερ­γη­τι­κό τους, εντού­τοις πέ­ρα­σαν από ζη­μί­ες - 213 εκα­τομ. ευρώ σε κέρδη προ φόρων 1.888 εκα­τομ. ευρώ και σε κέρδη EBITDA από τα 8,4 δι­σε­κατ. ευρώ στα 10,2 δι­σε­κατ. ευρώ. Μά­λι­στα, οι 6.380 κερ­δο­φό­ρες επι­χει­ρή­σεις (61% του συ­νό­λου) πα­ρου­σί­α­σαν κερ­δο­φο­ρία 6,1 δι­σε­κατ. ευρώ, πράγ­μα που ση­μαί­νει για το σύ­νο­λο του επι­χει­ρη­μα­τι­κού τομέα κερ­δο­φο­ρία της τάξης των 13 δι­σε­κατ. ευρώ. Μια πε­ντα­ε­τία μνη­μο­νί­ων, λι­τό­τη­τας και απορ­ρύθ­μι­σης κα­τόρ­θω­σε να επι­φέ­ρει τα απο­τε­λέ­σμα­τά της, με μια γι­γα­ντιαί­ων δια­στά­σε­ων με­τα­φο­ρά ει­σο­δή­μα­τος από την ερ­γα­τι­κή τάξη στην επι­χει­ρη­μα­τι­κή ερ­γο­δο­σία. 

Πί­να­κας οι­κο­νο­μι­κών με­γε­θών 10.530 επι­χει­ρή­σε­ων 

που δη­μο­σί­ευ­σαν ισο­λο­γι­σμούς για τις χρή­σεις 2015 / 2014 

Οι­κο­νο­μι­κά με­γέ­θη 2015 2014 

Ενερ­γη­τι­κό 199.​255.​450.​290 198.​635.​481.​570 

Πα­θη­τι­κό 78.​737.​415.​580 79.​244.​724.​287 

Κύ­κλος ερ­γα­σιών 114.​392.​051.​930 117.​979.​068.​137 

Μικτό κέρ­δος 23.​904.​672.​956 21.​754.​663.​644 

Λει­τουρ­γι­κό πε­ρι­θώ­ριο 3.​377.​061.​319 1.​689.​848.​966 

Κέρδη προ φόρων 1.​888.​635.​816 -213.374.596 

Κέρδη EBITDA 10.​159.​651.​111 8.​420.​511.​327 

Αυτό είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά το φα­ντα­σμα­γο­ρι­κό επί­τευγ­μα της κυ­βερ­νη­τι­κής δια­χεί­ρι­σης των μνη­μο­νια­κών κομ­μά­των ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, προς όφε­λος κυ­ριο­λε­κτι­κά των αστι­κών οι­κο­νο­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων. Πώς αντι­με­τω­πί­ζο­νται τώρα αυτές οι οι­κο­νο­μι­κές εξε­λί­ξεις του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού από τις κύ­ριες δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς; Θέ­τουν σε κί­νη­ση μια ρι­ζο­σπα­στι­κή λαϊκή αντι­με­τώ­πι­ση αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού, με επί­κε­ντρο την θε­ρα­πεία των τε­ρά­στιων πλη­γών που έφερε η πο­λι­τι­κή των μνη­μο­νί­ων στο ερ­γα­ζό­με­νο κοι­νω­νι­κό σώμα; Ή απε­να­ντί­ας εκτρέ­πο­νται από αυτή την κύρια κα­τεύ­θυν­ση και οδη­γού­νται σε άγο­νους δρό­μους ανα­κύ­κλω­σης των μορ­φών της ήττας του κι­νή­μα­τος; 

ΟΙ δύο αρι­στε­ρές αντι­λή­ψεις για τον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό 

Η μία αντί­λη­ψη στο ελ­λη­νι­κό αρι­στε­ρό κί­νη­μα θέτει ευ­θέ­ως και απρο­σχη­μά­τι­στα τον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό στο απυ­ρό­βλη­το από όλες τις από­ψεις: Θε­ω­ρεί ότι η κρίση και τα ση­με­ρι­νά κοι­νω­νι­κά δεινά είναι προ­ϊ­όν της λει­τουρ­γί­ας ενός ενιαί­ου νο­μι­σμα­τι­κού συ­στή­μα­τος, ότι το δη­μό­σιο χρέος έχει επι­βλη­θεί από τους «ξέ­νους δυ­νά­στες», τη στιγ­μή που είναι η αστι­κή τάξη της χώρας που έχει συ­νά­ψει τις δα­νεια­κές συμ­βά­σεις και μά­λι­στα, δυ­στυ­χώς, με κοι­νο­βου­λευ­τι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση και όχι με δι­κτα­το­ρι­κή επι­βο­λή, ότι ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός δεν είναι «πραγ­μα­τι­κός» και έχει «πή­λι­να πόδια», ότι το συ­νο­λι­κό φάσμα των μι­κρο­με­σαί­ων επι­χει­ρή­σε­ων (που απο­τε­λούν την οι­κο­νο­μι­κή βάση της αστι­κής επι­χει­ρη­μα­τι­κής πυ­ρα­μί­δας) βρί­σκο­νται εκτός της τρο­χιάς της κα­πι­τα­λι­στι­κής οι­κο­νο­μί­ας και χρή­ζουν της αμέ­ρι­στης στή­ρι­ξης ενός δη­μό­σιου τρα­πε­ζι­κού συ­στή­μα­τος, και τέλος ότι στό­χος ενός εναλ­λα­κτι­κού αρι­στε­ρού σχε­δί­ου δεν είναι παρά μια «ανα­πτυ­ξια­κή άνοι­ξη» της ελ­λη­νι­κής (ωστό­σο κα­πι­τα­λι­στι­κής) οι­κο­νο­μί­ας, και όχι ο σο­σια­λι­στι­κός της με­τα­σχη­μα­τι­σμός (η ανα­φο­ρά στον «πα­ρα­γω­γι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό» δεν είναι παρά μια βελ­τιω­μέ­νη έκ­φρα­ση της «πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης», κύ­ριας πο­λι­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης του κυ­βερ­νη­τι­κού μνη­μο­νια­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ). 

Πά­ντο­τε στην ιστο­ρία του ελ­λη­νι­κού κομ­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος ενυ­πήρ­χε και αυτή η θε­ώ­ρη­ση των πραγ­μά­των που ανα­ζη­τού­σε την αιτία των όποιων λαϊ­κών δει­νών στους «ξέ­νους κα­τα­πιε­στές», που αρ­νού­νταν να αντι­κρύ­σει την τα­ξι­κή πό­λω­ση που δια­περ­νά την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία, που ανα­ζη­τού­σε τις ευ­ρεί­ες «πα­τριω­τι­κές» συμ­μα­χί­ες (φτά­νο­ντας ακόμη και μέχρι σχή­μα­τα του τύπου «Πυ­ρί­καυ­στος Ελ­λά­δα», ΕΠΑΜ κλπ.), «αντι­μο­νο­πω­λια­κού» και ου­δό­λως αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα, που δια­τρέ­χο­νταν από έναν κα­τα­φα­νή οι­κο­νο­μι­σμό ο οποί­ος έθετε σε προ­τε­ραιό­τη­τα την ανά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων, πα­ρα­πέ­μπο­ντας τον με­τα­σχη­μα­τι­σμό των αστι­κών σχέ­σε­ων πα­ρα­γω­γής στο απροσ­διό­ρι­στο μέλ­λον, κάπου εκεί «στο βάθος» του 21ου αιώνα. Με τέ­τοιου εί­δους το­πο­θε­τή­σεις ουδέ καν τα μνη­μό­νια δεν πρό­κει­ται να θι­χτούν, εφό­σον η κα­τάρ­γη­σή τους απαι­τεί ρι­ζι­κές αλ­λα­γές σε βάρος του κε­φα­λαί­ου, και εφό­σον η επι­χει­ρη­μα­τι­κή ερ­γο­δο­σία είναι επι­φορ­τι­σμέ­νη με το θε­ά­ρε­στο έργο της «ανα­πτυ­ξια­κής άνοι­ξης». Είναι τυ­χαίο άλ­λω­στε που η προ­ο­πτι­κή απο­χώ­ρη­σης από την ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μι­κή ολο­κλή­ρω­ση συ­ζη­τεί­ται πλέον ανοι­χτά σή­με­ρα από τα αστι­κά, επι­χει­ρη­μα­τι­κά και ιδε­ο­λο­γι­κά κέ­ντρα (ΣΕΒ, Κα­θη­με­ρι­νή κλπ.), προ­φα­νέ­στα­τα με ένα εθνι­κό αστι­κό τα­ξι­κό και αντι­λαϊ­κό πρό­ση­μο; 

Άλ­λω­στε δεν είναι κα­θό­λου τυ­χαίο ότι στις ανα­φο­ρές αυτής της αντί­λη­ψης απου­σιά­ζει εξο­λο­κλή­ρου η κα­πι­τα­λι­στι­κή επι­χει­ρη­μα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η κρίση και ανά­καμ­ψή της, η τρο­φο­δό­τη­σή της από την άτεγ­κτη αντι­λαϊ­κή λι­τό­τη­τα κλπ. Και εξί­σου απου­σιά­ζει οποια­δή­πο­τε τομή, αλ­λα­γή, πα­ρέμ­βα­ση στη λει­τουρ­γία αυτής της κα­πι­τα­λι­στι­κής εται­ρι­κής οι­κο­νο­μί­ας, αν δεν πρό­κει­ται για την «πα­ρα­γω­γι­κή της ανα­συ­γκρό­τη­ση» και την προ­ώ­θη­ση της «ανα­πτυ­ξια­κής της άνοι­ξης» και όχι του σο­σια­λι­στι­κού της με­τα­σχη­μα­τι­σμού : Αυτός μπο­ρεί να πε­ρι­μέ­νει μετά την επί­τευ­ξη της «εθνι­κής ανόρ­θω­σης», θαρ­ρείς και μπο­ρεί να υπάρ­ξει στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες κοι­νω­νι­κή ανά­τα­ξη χωρίς προ­οι­μια­κό κοι­νω­νι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό. Πώς είναι δυ­να­τό να αντι­με­τω­πι­σθεί η ση­με­ρι­νή εξα­θλί­ω­ση των λαϊ­κών τά­ξε­ων μόνον με οι­κο­νο­μι­κά μέτρα «ρυθ­μι­στι­κού – εξω­γε­νούς» χα­ρα­κτή­ρα (έξο­δος από ευ­ρω­ζώ­νη, δη­μό­σιο τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα, ενί­σχυ­ση μι­κρο­με­σαί­ων επι­χει­ρή­σε­ων, πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση κ.ά.), όταν ταυ­τό­χρο­να και πα­ράλ­λη­λα δεν θί­γε­ται το πε­ριε­χό­με­νο της κα­πι­τα­λι­στι­κής τα­ξι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, και απε­να­ντί­ας αυτή τί­θε­ται στο απυ­ρό­βλη­το; Όσοι πι­στεύ­ουν ότι είναι δυ­να­τή στην τρέ­χου­σα πε­ρί­ο­δο η ικα­νο­ποί­η­ση των ζω­τι­κών λαϊ­κών ανα­γκών χωρίς να θι­γούν οι κα­πι­τα­λι­στι­κές σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής (ιδιο­κτη­σί­ας, από­σπα­σης από­λυ­της υπε­ρα­ξί­ας, δε­σπο­τι­σμού, ιε­ραρ­χι­κού κα­τα­με­ρι­σμού ερ­γα­σί­ας κλπ.), με μόνα μέτρα γε­νι­κού δη­μο­σιο­νο­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα, δεν κά­νουν τί­πο­τα άλλο παρά να ανα­πα­ρά­γουν την πο­λι­τι­κή της ήττας και χρε­ο­κο­πί­ας του ΣΥΝ και του με­τέ­πει­τα ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. 

Μια δεύ­τε­ρη ισχυ­ρή αντί­λη­ψη στην Αρι­στε­ρά, θέτει απε­να­ντί­ας στο απο­κλει­στι­κό της επί­κε­ντρο τις εξε­λί­ξεις στον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό, εντού­τοις όμως πα­ρό­λη την συ­στη­μα­τι­κή ανα­φο­ρά στην κε­φα­λαιο­κρα­τι­κή οι­κο­νο­μία, με­τα­θέ­τει οποια­δή­πο­τε αλ­λα­γή του συ­σχε­τι­σμού των δυ­νά­με­ων, οποια­δή­πο­τε προ­ώ­θη­ση ενός με­τα­βα­τι­κού ρι­ζο­σπα­στι­κού προ­γράμ­μα­τος, στο «ιστο­ρι­κό υπερ­πέ­ραν», σε μια προ­ο­πτι­κή που χά­νε­ται στο βάθος του χρο­νι­κού ορί­ζο­ντα. Μ’ αυτή την έν­νοια αυτή η λο­γι­κή οδη­γεί σε μια «πε­ρι­χα­ρά­κω­ση» των υπο­κει­με­νι­κών, πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών, δυ­νά­με­ων, χωρίς ορ­γα­νι­κές σχέ­σεις με τα ευ­ρύ­τε­ρα ερ­γα­τι­κά και λαϊκά στρώ­μα­τα. Επι­φέ­ρει μια αδιά­λει­πτη αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα που δεν παίρ­νει υπ’ όψιν της την πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση της πάλης των τά­ξε­ων και την κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση των λαϊ­κών στρω­μά­των και δεν συν­δέ­ε­ται μ’ αυτήν. Άλ­λω­στε ιστο­ρι­κά, όταν τε­ρά­στιες ερ­γα­τι­κές δυ­νά­μεις της κοι­νω­νι­κής βάσης της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας στρέ­φο­νταν προς τα αρι­στε­ρά (Μάιος – Ιού­νιος 2012), η αντί­λη­ψη αυτή κρύ­φτη­κε στο «κα­βού­κι» της, αδυ­να­τώ­ντας να εκ­φρά­σει έστω ένα μέρος από αυτές τις πο­λι­τι­κές με­τα­το­πί­σεις, και επι­πρό­σθε­τα έχασε και τις μισές της εκλο­γι­κές δυ­νά­μεις. 

Τε­λι­κά η συ­νε­χής επί­κλη­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και της ανά­γκης με­τα­σχη­μα­τι­σμού της, στο μέτρο που δεν συ­νο­δεύ­ε­ται από τα­κτι­κές πρα­κτι­κές και με­σο­πρό­θε­σμες πα­ρεμ­βά­σεις, που να αντι­πα­λεύ­ουν βήμα το βήμα την αστι­κή κοι­νω­νι­κή κυ­ριαρ­χία, με­τα­τρέ­πε­ται σε μια «προ­σχη­μα­τι­κή» αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή επί­κλη­ση, με σχε­δόν θε­ο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Η αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή ανα­τρο­πή και η σο­σια­λι­στι­κή οι­κο­δό­μη­ση δεν μπο­ρούν να υπάρ­χουν ως «ιδα­νι­κά» του μέλ­λο­ντος, ως με­τα­φυ­σι­κή πίστη, αλλά ως πρα­κτι­κές του ιστο­ρι­κού πα­ρό­ντος, παίρ­νο­ντας τις μορ­φές που ορί­ζει η κάθε φορά συ­γκυ­ρία (π.χ. ακύ­ρω­ση των μνη­μο­νί­ων, απο­κα­τά­στα­ση των μι­σθών, ανα­δια­νο­μή ει­σο­δή­μα­τος κλπ.), όχι με όρους απλά «συν­δι­κα­λι­στι­κού ευ­χο­λο­γί­ου», αλλά ως πο­λι­τι­κές πρα­κτι­κές κα­θο­λι­κής κοι­νω­νι­κής εμ­βέ­λειας. Το να με­τα­το­πί­ζεις έτσι την αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή ανα­τρο­πή στο από­μα­κρο μέλ­λον, και μέ­χρις ότου αυτή επέλ­θει (πώς άλ­λω­στε ;) να καλ­λιερ­γείς μια στάση μα­κρο­χρό­νιας ανα­μο­νής και «ατσα­λώ­μα­τος» του υπο­κει­με­νι­κού πα­ρά­γο­ντα, μ’ αυτόν τον τρόπο η ανα­φο­ρά και η κρι­τι­κή στον σύγ­χρο­νο κα­πι­τα­λι­σμό γί­νε­ται επι­κά­λυ­ψη της αδρά­νειας και στα­σι­μό­τη­τας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου