Slider

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Οι σταυροφόροι και ο Σαλαντίν, ο μεγαλύτερος ηγέτης του ισλάμ

«Το να σκοτώνεις μουσουλμάνους και εβραίους στο όνομα του Θεού δεν είναι ανθρωποκτονία, αλλά κακοκτονία. Μόνο έτσι προσφέρεις δόξα στον Θεό μας»

Βερνάρδος του Κλερβό, ιερομόναχος, προς τους σταυροφόρους λίγο πριν από την εισβολή τους στην Ιερουσαλήμ 
Η Ιερουσαλήμ είναι ιερή πόλη και για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες.
Είναι η πόλη του Χριστού, η πόλη όπου κατοίκησε ο Αβραάμ και έζησαν οι προφήτες, είναι ο τόπος του Βράχου, της Πύλης του Ελέους, της έδρας του Σολομώντα και του Οίκου του Δαυίδ. Είναι η πόλη του Ναού της Ανάστασης, του Γολγοθά, των μαρτυρίων. Είναι η πόλη από την οποία πέταξε με τον Μπουράκ, το φτερωτό άλογο, ψηλά από τον Θόλο του Βράχου, ο προφήτης Μωάμεθ και οδηγήθηκε στον Κήπο της Αιώνιας Κατοικίας. 

Στην Ιερουσαλήμ από το 638 μ.Χ., οπότε ο χαλίφης Ομάρ ιμπν αλ Κατάμπ κατέλαβε την πόλη από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι τρεις κοινότητες (χριστιανοί ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι και εβραίοι) ζούσαν αρμονικά, δίχως εντάσεις μεταξύ τους. Μάλιστα ο Ομάρ διαβεβαίωσε τον Έλληνα πατριάρχη ότι θα σεβαστεί τη ζωή και την περιουσία όλων. Όταν ο πατριάρχης τον ρώτησε για τη θρησκεία, ο χαλίφης του ισλάμ του πρότεινε να περπατήσουν και να τον ξεναγήσει στους ιερούς τόπους του χριστιανισμού.

Όταν έφτασαν στον Πανάγιο Τάφο, ο Ομάρ ζήτησε ένα χαλί για να προσευχηθεί έξω από τον ναό. Ο πατριάρχης τού υπέδειξε μια γωνία εντός του ναού, αλλά ο χαλίφης αρνήθηκε: «Αν το κάνω, αύριο το πρωί οι μουσουλμάνοι θα έρθουν να καταλάβουν τον ναό. Θα λένε ότι ο χαλίφης Ομάρ προσευχήθηκε εδώ». Ο πατριάρχης κατάλαβε ότι το ερώτημά του για τον σεβασμό της θρησκείας είχε απαντηθεί. Από τότε και μέχρι να καταλάβουν την πόλη οι σταυροφόροι, οι ήχοι από τις καμπάνες αναμειγνύονταν με το κάλεσμα του μουεζίνη και με τους ψαλμούς των εβραίων... 


Πεδιάδα μπροστά από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, ξημερώματα 15ης Ιουλίου 1099
Κάτω από τα τείχη της ιερής πόλης, είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες σιδερόφραχτοι ιππότες και ακόμη περισσότεροι απλοί στρατιώτες που με δυσκολία βαστούσαν τα τεράστια σπαθιά τους από την κούραση και τη ζέστη. Αν και νύχτα, η αποπνιχτική ατμόσφαιρα είχε εξαντλήσει τους «στρατιώτες του Θεού».

Εκείνο το βράδυ όλοι τους ήταν ξυπόλητοι και, σε ασφαλή απόσταση από τα βέλη των μουσουλμάνων υπερασπιστών, περπατούσαν τα τείχη γύρω-γύρω, κρατώντας πυρσούς. 
Πολεμούσαν άγρια τους αλλόθρησκους μέρες τώρα, αλλά η πόλη δεν έπεφτε. Είχαν φύγει από την Ευρώπη που μαστιζόταν από τις έριδες μικρών φεουδαρχών και είχαν πάει να απελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους για τη «δόξα του Θεού». Όλοι τους γνώριζαν μέσα τους πως λίγο τους ενδιέφερε αυτό. Στο μυαλό τους είχαν μόνο το χρήμα, το χρυσάφι, το πλιάτσικο. Μάλιστα οι αμαρτίες τους και ο φόνοι που θα διέπρατταν είχαν ήδη συγχωρεθεί από τον ίδιο τον Πάπα Ουρβάνο τον Δεύτερο. 

Στη σκηνή του Ραϋμόνδου της Τουλούζης, το πολεμικό συμβούλιο ανάμεσα στους ηγέτες της σταυροφορίας είχε ανάψει: «Δεν υπάρχει περίπτωση να πάρουμε τα λάβαρά μας και να φύγουμε. Αυτή η πόλη θα πέσει στα χέρια μας. Είναι το θέλημά Του» είπε ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν και ήπιε μονορούφι το κόκκινο κρασί του. Σταγόνες έσταξαν στα πλούσια γένια του και κύλησαν και στον αιματοβαμμένο θώρακά του. «Δεν κάναμε τόσα χιλιόμετρα για να φύγουμε τώρα» συμπλήρωσε ο κόμης Ραϋμόνδος και οι υπόλοιποι αρχηγοί που φορούσαν ακόμη τις πανοπλίες τους κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους. 
«Άρχοντές μου, έκανα συμφωνία με τον Άραβα επικεφαλής της πόλης, αυτό το σκυλί, τον Ιφτικάρ. Θα μας αφήσει να μπούμε, αρκεί να μην πειράξουμε κανέναν από τη φρουρά του. Θα αποχωρήσει και μετά η πόλη είναι δική μας».
Ο Γοδεφρείδος που άκουγε τον κόμη του σκεφτικός, τον διέκοψε με ειρωνεία: «Ελπίζω, Ραϋμόνδε, να γίνουν όλα όπως τα λες, γιατί μετά δεν θα βρουν ούτε τις πανοπλίες μας. Θα μας σφάξουν οι δικοί μας. Ήδη αυτός ο τρελο-ερημίτης, ο Πέτρος, έχει βάλει τους ιππότες να περπατάνε ξυπόλητοι για να πέσει η πόλη».


Και πράγματι, όταν ο καυτός ήλιος εκείνης της μέρας του Ιουλίου ανέβηκε στον ουρανό, τα λάβαρα του ισλάμ είχαν κατέβει από τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Οι «στρατιώτες του Θεού» την κατέλαβαν και την αιματοκύλησαν. Ο Γοδεφρείδος, για να δείξει πόσο αλτρουιστής ήταν, αρνήθηκε να ανακηρυχθεί Βασιλέας της Ιερουσαλήμ και προτίμησε τον όρο του «Υπερασπιστή του Αγίου Τάφου» (Advocatus Sancti Sepulchri).
Οι ορδές των σταυροφόρων είχαν μπει στην πόλη. Η Ιερουσαλήμ ζούσε ένα πρωτοφανές στην Ιστορία της ανθρωπότητας κύμα δολοφονιών, αγριότητας, βιασμών και μίσους. Χιλιάδες ορθόδοξοι χριστιανοί σφαγιάστηκαν από τους ανθρώπους με τις πανοπλίες. Χιλιάδες μουσουλμάνοι κόπηκαν στα δυο, αποκεφαλίστηκαν, ανασκολοπίστηκαν, μακελεύτηκαν, χιλιάδες εβραίοι κάηκαν ζωντανοί μέσα στις συναγωγές τους, όπου είχαν πάει για να βρουν προστασία.
Τους εβραίους και τους μουσουλμάνους τους έβαζαν τον έναν δίπλα στον άλλον και με τα κοφτερά σπαθιά άνοιγαν τις κοιλιές τους. Ύστερα, σαν ύαινες και ενώ οι άνθρωποι ήταν ακόμη ζωντανοί, οι άνδρες με τον σταυρό στην πλάτη, έψαχναν με γυμνά χέρια, στα χυμένα τους έντερα, για να βρουν χρυσά νομίσματα, που νόμιζαν πως είχαν καταπιεί. 

Τα υψηλόσωμα άλογα των σταυροφόρων δεν μπορούσαν να περπατήσουν από τα πτώματα στους δρόμους. Κάποιοι χρονικογράφοι της εποχής αναφέρουν πως στις περιοχές της Ιερουσαλήμ που ήταν χαμηλότερα, το αίμα των ανθρώπων έφτανε μέχρι τα χαλινάρια των αλόγων. Δεν γλίτωσαν ούτε οι Αρμένιοι χριστιανοί ούτε οι κόπτες. Ο σταυροφόροι εισέβαλαν στον Ναό της Ανάστασης και βασάνισαν τους ορθόδοξους ιερείς για να αποσπάσουν τον Τίμιο Σταυρό. Οι πέτρινοι δρόμοι της πόλης γέμισαν αίμα, μέσα στο οποίο τσαλαβουτούσαν οι νικητές που είχαν ράψει τον σταυρό στην πλάτη και στον θώρακά τους, προτού πέσουν στα γόνατα για να ευχαριστήσουν τον Θεό. 


Ο Γκυμπέρ του Νοζάν, ιερομόναχος, που ακολούθησε τους σταυροφόρους και έζησε την πτώση της Ιερουσαλήμ, δεν εξέφρασε την παραμικρή μεταμέλεια για τους σιδερόφραχτους που συνέχιζαν να σφάζουν αθώους, γυναίκες και μωρά, μέρες μετά την πτώση της πόλης: «Καμία επιτυχία δεν συγκρίνεται με τη δική μας. Εμείς οι Φράγκοι δεν κάναμε άλλο κακό στις μουσουλμάνες, πέρα από το να τρυπήσουμε τις κοιλιές τους με τις λόγχες μας».

88 χρόνια αργότερα, άνυδρη έρημος Λουμπίγια, περιοχή «Κέρατα του Χατίν»
Το ύψος του δεν σου γέμιζε το μάτι, η συμπεριφορά του όμως, η εξυπνάδα του και οι αποφάσεις του τον είχαν κάνει τον ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου, που χρόνια τώρα ζούσε διασπασμένος από τις έριδες των τοπικών του εμίρηδων. Οι σταυροφόροι το είχαν εκμεταλλευτεί στο έπακρο αυτό. Όλα όμως έδειχναν πως κάτι είχε αλλάξει...
Μέσα στη μεγάλη σκηνή του, που μύριζε λιβάνι και ροδόνερο, στο κέντρο ενός αχανούς στρατοπέδου γεμάτου από τα πράσινα λάβαρα του ισλάμ, καθόταν αναπαυτικά στα παχιά χαλιά της ο Κούρδος Σαλάχ αντ Ντιν Γιουσούφ ιμπν Αγιούμπ. Όλοι τον φώναζαν με το όνομα Σαλαντίν. Γύρω του οι υπασπιστές του, του έδιναν αναφορές από το εχθρικό στρατόπεδο, των ανθρώπων με τον σταυρό. 


«Άρχοντά μου, τους έχουμε κλείσει σε μια τεράστια μέγγενη, μέσα στην έρημο, όπως ακριβώς προστάξατε. Οι άπιστοι απέχουν ώρες από τα πηγάδια της Σεφόριδας. Πιάστηκαν σαν το ποντίκι στη φάκα. Μας ακολούθησαν μέσα στην έρημο, οι ανόητοι, δίχως να έχουν προβλέψει το νερό. Τώρα σκάνε από τη ζέστη και, μόλις βγει ο ήλιος ψηλότερα, θα ψηθούν μέσα στις πανοπλίες τους».
Ο Σαλαντίν χάιδεψε ευχαριστημένος το μούσι του. Το σχέδιο που είχε καταστρώσει είχε πάει περίφημα. Οι αλαζόνες σταυροφόροι, που δεν σεβάστηκαν τις συμφωνίες για ελεύθερη διακίνηση των προσκυνητών και επιτέθηκαν στο καραβάνι των μουσουλμάνων που μετέφερε την ίδια την αδερφή του, θα το πλήρωναν ακριβά. Ο Κούρδος ηγέτης του ισλάμ είχε απέναντί του έναν χριστιανό βασιλέα που έτρεμε και τη σκιά του και ήταν έρμαιο των ορέξεων των αιμοχαρών «Ιπποτών του Ναού», τον βασιλέα Γκυ ντε Λουζινιάν. Έκανε το ένα στρατηγικό λάθος μετά το άλλο και ο Σαλαντίν απλώς το απολάμβανε. Ένα λιοντάρι απέναντι σε ένα αρνί. 


Όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, ο Σαλαντίν ανέβηκε στο λευκό αραβικό άτι του, έβγαλε από τη θήκη του το περίφημο δαμασκηνό σπαθί του και έδωσε το πρόσταγμα. Ακολούθησε μια άνευ προηγουμένου σφαγή των σταυροφόρων που διψασμένοι έβλεπαν από μακριά τη λίμνη της Γαλιλαίας. Από κάθε σημείο του ορίζοντα ξεχύθηκαν, έφιπποι, χιλιάδες άνδρες του Σαλαντίν και έπεσαν επάνω στις γραμμές των σταυροφόρων. 
Η μάχη του Χατίν θύμιζε επίθεση γερακιού σε περιστέρι. Η δίψα είχε νικήσει τους σταυροφόρους πριν τα σπαθιά των μουσουλμάνων τούς κόψουν στα δυο. Ο «Τίμιος Σταυρός» που οι σταυροφόροι απέσπασαν με βασανιστήρια από τους ορθόδοξους ιερείς όταν έπεσε η Ιερουσαλήμ και τον οποίο τώρα είχαν μαζί τους στη μάχη, έπεσε στα χέρια του Σαλαντίν. Οι ιππότες πίστευαν πως την ύστατη στιγμή ο Άγιος Ιάκωβος θα ξεχυθεί από ένα σύννεφο σκόνης και θα σφάξει κατά χιλιάδες τους μουσουλμάνους...
Στα χέρια του Σαλαντίν έπεσαν σε λίγες ώρες και όλοι οι αρχηγοί των σταυροφόρων. Η ήττα ήταν ολοκληρωτική. 

Στη σκηνή του Σαλαντίν
Ο ήλιος έδυε επάνω από τη λίμνη της Γαλιλαίας. Οι αρχηγοί των σταυροφόρων οδηγήθηκαν μέσα στη σκηνή του Σαλαντίν. Ο ηγέτης του ισλάμ έγνεψε ευγενικά με το κεφάλι του στον βασιλιά Γκυ να καθίσει σε μια μαξιλάρα, στα δεξιά του. Οι υπόλοιποι σταυροφόροι με σκισμένα ρούχα, μέσα στη σκόνη, στέκονταν όρθιοι και έτρεμαν από τον φόβο τους. Ο Σαλαντίν πήρε ένα χρυσό ποτήρι, το γέμισε δροσερό σερμπέτι και το πρόσφερε στον Γκυ. Ήταν δείγμα ότι δεν θα τον σκότωνε. Εκείνος ήπιε λαίμαργα και έτεινε το ποτήρι στον άρχοντα Σαντιγιόν, τον μοχθηρό σταυροφόρο, τον πρίγκιπα του κάστρου Κεράκ, που οι δυνάμεις του επιτέθηκαν στο καραβάνι των προσκυνητών. Ο Σαντιγιόν, μετά από αυτήν του την πράξη, ξεσήκωσε τους υπόλοιπους άρχοντες για μάχη. 

«Πιες, Σαντιγιόν, αλλά όχι από τα χέρια μου. Πιες γιατί δεν θα ξαναπιείς» βρυχήθηκε ο Κούρδος ηγέτης και συνέχισε ψυχρά: «Πόσες φορές έδωσες όρκο ειρήνης με εμάς και στη συνέχεια τον παραβίασες; Πόσες φορές υπέγραψες μαζί μας συμφωνίες που ποτέ δεν σεβάστηκες;». Ο Σαντιγιόν, αντί για απάντηση, έφτυσε μέσα στη σκηνή. 
Με ασύλληπτη ταχύτητα που έκανε τους άλλους άρχοντες να λουφάξουν, ο Σαλαντίν σηκώθηκε και με μια κίνηση έβγαλε από τη θήκη το σπαθί του. Το χέρι του πρίγκιπα του Κεράκ, κομμένο από τον ώμο, διέγραψε ένα τόξο στον αέρα, έλουσε τους άλλους ιππότες με αίμα και προσγειώθηκε στα πόδια του Γκυ. Ο Σαντιγιόν κοίταξε το χέρι του μέτρα μακριά και μετά άρχισε να ουρλιάζει. Ο Σαλαντίν με μια κίνηση του κεφαλιού του τον παρέδωσε για εκτέλεση στον αρχηγό της προσωπικής του φρουράς, που λεγόταν «Αναμμένα Κάρβουνα», προσωνύμιο που είχε αποκτήσει από το πάθος και την αποτελεσματικότητα στη μάχη. 


Ο Σαλαντίν χάρισε τη ζωή σε όλους τους άλλους. Τόσο στους άρχοντες των σταυροφόρων όσο και στους απλούς στρατιώτες του εχθρού. Στη συνέχεια έκανε μια κίνηση που κατέδειξε το στρατηγικό του μεγαλείο. Αντί να περιμένει και να αναπαυτεί στις δάφνες της νίκης του, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι προκάτοχοί του, συγκέντρωσε το στράτευμά του και έδειξε προς μια κατεύθυνση: «Λιοντάρια μου, σε λίγο θα ελευθερώσουμε την Ιερουσαλήμ» είπε και κάλπασε προς την ιερή πόλη. 

Σε λίγες ημέρες η τεράστια στρατιά με τα βερικοκί και πράσινα λάβαρα του Ισλάμ στεκόταν έξω από τα δυτικά τείχη της Ιερουσαλήμ, στο ίδιο σημείο, μπροστά από τον Πύργο του Δαβίδ, εκεί όπου πριν από 88 χρόνια έπεσε η πόλη. 
Υπερασπιστής της ήταν ο άρχοντας Βαλιάνος, ένας πανέξυπνος ιππότης, γιος ιππότη, ο οποίος θαύμαζε τον Σαλαντίν. Και ο Σαλαντίν έτρεφε τεράστια εκτίμηση προς το πρόσωπο του Φράγκου. 
Μετά τις πρώτες αναγνωριστικές αψιμαχίες και μόλις οι χριστιανοί είδαν μέσα από τα ψηλά τείχη τους άνδρες του Σαλαντίν να στήνουν τεράστιους καταπέλτες, ζήτησαν από τον Βαλιάνο να διαπραγματευτεί. Ο ίδιος πήγε στη σκηνή του Σαλαντίν και ζήτησε ειρήνη. Ο Κούρδος τον δοκίμασε: «Ούτε αμνηστία ούτε έλεος για σας» βροντοφώναξε. «Το αύριο θα μας κάνει αφέντες σας. Θα πληρώσετε για τους ποταμούς αίματος αθώων που έτρεξαν μέσα σε αυτήν την πόλη».


Ο Βαλιάνος χαμήλωσε το κεφάλι και με ψυχραιμία απάντησε: «Εφόσον δεν έχουμε ελπίδα να δείξετε έλεος, άρχοντά μου, να ξέρετε πως όλοι μας θα πεθάνουμε με τιμή. Πριν από αυτό όμως θα σκοτώσουμε όλους τους μουσουλμάνους της πόλης και θα τους κρεμάσουμε στα τείχη να τους βλέπετε, και μετά, πριν παραδώσουμε την ψυχή μας στον Κύριο, θα ισοπεδώσουμε τον Βράχο και θα σας αφήσουμε να απολαύσετε την οδύνη της απώλειάς του». 
Ο Σαλαντίν που δεν περίμενε τέτοια απάντηση, αγκάλιασε τον Βαλιάνο και του είπε πως υπόσχεται να μην πειραχθεί κανένας χριστιανός μέσα στην πόλη. «Ανοίχτε τα τείχη και όποιος θέλει να φύγει είναι ελεύθερος να το πράξει. Όποιος μείνει, θα διατηρήσει τη θρησκεία, την τιμή και την υπόληψή του. Ορκίζομαι στο Ιερό Κοράνι». Για όσους θέλησαν να φύγουν από την πόλη ορίστηκε ένα ποσό σαν λύτρα απελευθέρωσης προς τον Σαλαντίν. Δέκα χρυσά νομίσματα οι άνδρες, πέντε οι γυναίκες, ένα τα παιδιά και οι γέροι. 

Στις 2 Οκτωβρίου 1187 η Ιερουσαλήμ έπεσε χωρίς μάχη. Ο Σαλαντίν κράτησε τον λόγο του. Το ίδιο και οι μεταγενέστεροί του. 
Η απήχηση του Σαλαντίν στον μουσουλμανικό κόσμο είναι από τότε τεράστια. Στην παλαιά πόλη της Ιερουσαλήμ, στην είσοδό της, είναι γραμμένο: «Αλλάχ, Μωάμεθ, Σαλαντίν» (θεός, προφήτης, απελευθερωτής)...


Δαμασκός, Ιανουάριος 1920
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε. Οι νικητές παίρνουν τα λάφυρά τους. Ο Γάλλος στρατηγός Ανρί Γκουρώ καθόταν επάνω στο λευκό του άλογο έξω από τις πύλες της πόλης. Περίμενε τη φρουρά να παραδοθεί στα στρατεύματά του. Σε λίγη ώρα όλα είχαν τελειώσει, η Δαμασκός βρισκόταν πάλι υπό «φραγκική» κατοχή, ύστερα από σχεδόν επτά αιώνες.
Ο Γκουρώ, πριν καν εγκατασταθεί στο γραφείο του, στο κυβερνείο, απαίτησε να του φέρουν μπροστά του τον καδή της πόλης. Άμεσα, ένας σεβάσμιος γέροντας εμφανίσθηκε. «Να με πας τώρα στον τάφο του Σαλαντίν» είπε με το ύφος που αρμόζει σε έναν ηγέτη στρατού κατοχής.


Σε ένα τέταρτο της ώρας ο Γκουρώ στεκόταν μπροστά στον τάφο του μεγαλύτερου ήρωα του μουσουλμανικού κόσμου. Τον τάφο του ανθρώπου που είχε διώξει τους σταυροφόρους. 
Ο Γκουρώ, δίχως να τον ενδιαφέρει για τους Άραβες που είχαν συγκεντρωθεί στο Μεϊντάνι και τον παρακολουθούσαν, φρόντισε να ακουστούν τα λόγια του: «Ξανάρθαμε, Σαλαντίν, δεν μας έδιωξες ποτέ σου. Αυτή είναι η νίκη της χριστιανοσύνης απέναντι στη βαρβαρότητα της ημισελήνου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου