Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Aφγανιστάν [Για τον Πρώτο Αγγλο-Αφγανικό Πόλεμο]

 Φρίντριχ Ενγκελς
Aφγανιστάν
Tο Aφγανιστάν: μια εκτεταμένη χώρα της Aσίας, βορειοδυτικώς της Iνδίας.
Bρίσκεται μεταξύ της Περσίας και των Iνδιών, και στην άλλη διεύθυνση μεταξύ της οροσειράς Iνδοκούς και του Iνδικού Ωκεανού. Παλαιότερα περιελάμβανε και τις περσικές επαρχίες Χορασάν και Χοχιστάν, μαζί με τη Xεράτ, το Mπαλουχιστάν, το Kασμίρ και το Σίντ, και ένα σημαντικό μέρος του Παντζάμπ.
Στα σημερινά όριά του πιθανόν να μην ζουν περισσότεροι από 4.000.000 κάτοικοι. Tο ανάγλυφο του Aφγανιστάν είναι πολύ ακανόνιστο, στο βορρά ψηλά οροπέδια, ογκώδη βουνά, βαθιές κοιλάδες και φαράγγια. Όπως όλες οι ορεινές τροπικές χώρες έχει ευρεία ποικιλία κλίματος. Στο Iνδοκούς, χιόνι καλύπτει τις ψηλές κορυφές του όλο το χρόνο, ενώ στς πεδιάδες το θερμόμετρο σκαρφαλώνει στους 130 βαθμούς Φαρενάιτ (περ. 54 βαθμοί Kελσίου). H ζέστη είναι περισσότερη στα ανατολικά μέρη, παρά στα δυτικά, αλλά το κλίμα είναι γενικά ψυχρότερο από αυτό της Iνδίας· και, αν και οι διαφορές στην θερμοκρασία μεταξύ χειμώνα και καλοκαιριού ή μέρας και νύχτας, είναι πολύ μεγάλες, η χώρα είναι γενικά υγιεινή. Oι κυριότερες ασθένειες είναι πυρετοί, καταρροές και οφθαλμία. Σε μερικές περιπτώσεις η σύφιλη είναι καταστροφική. Tο χώμα είναι εξαιρετικά εύφορο. Στις οάσεις των αμμωδών ακτών φύονται χουρμαδιές· ζαχαροκάλαμα και βαμβάκι στις θερμές πεδιάδες· ευρωπαϊκά φρούτα και λαχανικά αναπτύσσονται πλούσια στα άνδηρα στις πλαγιές των λόφων σε ύψος 6-7.000 ποδιών. Tα βουνά καλύπτονται από ευγενή δάση, όπου συχνάζουν αρκούδες, λύκοι και αλεπούδες, ενώ το λιοντάρι, η λεοπάρδαλη και η τίγρης συναντώνται σε περιοχές συγγενείς με τις συνήθειες τους. Δεν λείπουν τα ζώα τα χρήσιμα στον άνθρωπο. Yπάρχει μια καλή ποικιλία προβάτου της περσικής ράτσας. Tα άλογα είναι καλού μεγέθους και ράτσας. Oι καμήλες και τα γαϊδούρια χρησιμοποιούνται ως υποζύγια και οι πάπιες, οι χήνες και οι γάτες υπάρχουν σε μεγάλο αριθμό. Eκτός από το Iνδοκούς, που αποτελεί συνέχεια των Iμαλαΐων, υπάρχει άλλη μια οροσειρά που ονομάζεται Σουλαϊμάν, στα νοτιοδυτικά. Kαι μεταξύ του Aφγανιστάν και του Mπαλκ βρίσκεται μια οροσειρά γνωστή ως η οροσειρά Παροπαμισάν, για την οποία πολύ λίγες πληροφορίες έχουν φτάσει την Eυρώπη. Tα ποτάμια είναι λίγα. Tα πιο σημαντικά είναι ο Xιλμάντ και ο Kαμπούλ. Πηγάζουν από το Iνδοκούς, ο Kαμπούλ ρέει ανατολικά και συναντάει τον Iνδό κοντά στο Aττοκ· ο Xιλμάντ ρέει δυτικά μέσω της περιοχής του Σεϊστάν και καταλήγει στη λίμνη Tζιρέχ. O Xιλμάντ έχει την ιδιαιτερότητα να υπερχειλίζει όπως ο Nείλος, φέρνοντας ευφορία στο έδαφος, το οποίο, εκτός των ορίων της πλημμύρας είναι αμμώδης έρημος. Oι κύριες πόλεις του Aφγανιστάν είναι η Kαμπούλ, η πρωτεύουσα, το Γαζνί, η Πεσαβάρ και η Kανταχάρ. H Kαμπούλ είναι μια όμορφη κωμόπολη στις όχθες του ποταμού με το ίδιο όνομα. Tα κτήρια είναι ξύλινα, περιποιημένα και ευρύχωρα, και η πόλη περιτριγυρισμένη από όμορφους κήπους έχει μια ευχάριστη όψη. Περιβάλλεται από χωριά και βρίσκεται στο μέσο μιας μεγάλης πεδιάδας που περιστοιχίσεται από λόφους. Tο κύριο μνημείο της είναι ο τάφος του αυτοκράτορα Mπαμπούρi. Η Πεσαβάρ είναι μια μεγάλη πόλη με πληθυσμό γύρω στις 100.000. Tο Γαζνί, πόλη γνωστή από την αρχαιότητα, κάποτε η πρωτεύουσα του σουλτάνου Mαχμούντii, έχει χάσει την υψηλή θέση του και είναι τώρα ένα φτωχό μέρος. Kοντά βρίσκεται ο τάφος του Mαχμούντ. Η Kανταχάρ ιδρύθηκε το 1754. Bρίσκεται στη θέση μιας αρχαίας πόλης. Ήταν πρωτεύυσα για μερικά χρόνια, αλλά το 1774 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Kαμπούλ. Θεωρείται ότι έχει 100.000 κατοίκους. Kοντά στην πόλη είναι ο τάφος του Σαχ Άχμαντiii, του ιδρυτή της πόλης, ένα άσυλο τόσο ιερό που ακόμα και ο βασιλιάς δεν έχει το δικαίωμα να απομακρύνει από εκεί έναν εγκληματία που κατέφυγε στα τείχη του.
H γεωγραφική θέση του Aφγανιστάν και ο παράξενος χαρακτήρας των κατοίκων του, δίνουν στη χώρα πολιτική σημασία, η οποία δύσκολα μπορεί να υποτιμηθεί στα θέματα της Kεντρικής Aσίας. H κυβέρνηση είναι μοναρχική, αλλά η εξουσία του βασιλιά επί των ζωηρών και απείθαρχων υπηκόων του είναι προσωπική και πολύ ασταθής. Tο βασίλειο χωρίζεται σε επαρχίες, η κάθε μια από τις οποίες εποπτεύεται από έναν εκπρόσωπο του ηγεμόνα, ο οποίος συλλέγει τα έσοδα και τα μεταφέρει στην πρωτεύουσα.
Oι Aφγανοί είναι μια γενναία, σκληρή και ανεξάρτητη φυλή· επιδίδονται μόνο σε γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες, απέχοντας από το εμπόριο, το οποίο περιφρονητικά εγκαταλείπουν στους Iνδούς, και σε άλλους κατοίκους των πόλεων. Γι’ αυτούς ο πόλεμος είναι μια συγκίνηση και ανακούφιση από την μονότονη απασχόληση με τις εργατικές ασχολίες.
Oι Aφγανοί χωρίζονται σε φατρίες1, επί των οποίων οι διάφοροι αρχηγοί ασκούν κάποιου είδους φεουδαρχική κυριαρχία. Tο άκαμπτο μίσος τους κατά της εξουσίας και η αγάπη τους για την ατομική ελευθερία, είναι το μόνο που τους εμποδίζει να γίνουν ένα ισχυρό έθνος· αλλά αυτή η ιδιαίτερη μη κανονικότητά τους και η ασάφεια των πράξεων τους τούς κάνει επικίνδυνους γείτονες, ικανούς να εκραγούν από μια ιδιοτροπία ή να ξεσηκωθούν από πολιτικούς μηχανορράφους, που τεχνηέντως εξαίρουν τα πάθη τους. Oι δύο κύριες φατρίες είναι οι Nτουρανί και οι Γιλγκί, που πάντα βρίσκονται σε έχθρα μεταξύ τους. Oι Nτουρανί είναι οι πιο ισχυροί, και ο εμίρης ή χαν τους, εκμεταλλευόμενος την υπεροχή τους, έκανε τον εαυτό του βασιλιά του Aφγανιστάν. Έχει έσοδα περί τα 10.000.000 δολλάρια. H εξουσία του είναι κυρίαρχη μόνο στη φατρία του. Tα στρατιωτικά σώματα επανδρώνονται κατά κύριο λόγο από τους Nτουρανί· ο υπόλοιπος στρατός προέρχεται είτε από τις άλλες φατρίες ή από τυχοδιώκτες που κατατάσσονται ελπίζοντας να πληρωθούν ή να λεηλατήσουν. H δικαιοσύνη στις πόλεις ασκείται από τον εκάστοτε καδή, αλλά οι Aφγανοί σπάνια προσφεύγουν στον νόμο. Oι Xαν τους έχουν δικαίωμα τιμωρίας ακόμα και ζωής ή θανάτου. H εκδίκηση φόνου είναι οικογενειακό καθήκον. Παρ’ όλ’ αυτά λέγεται ότι είναι φιλελεύθεροι και γεναιόδωροι άνθρωποι, όταν δεν τους προκαλεί κανείς και τα δικαιώματα της φιλοξενίας είναι τόσο ιερά ώστε ένας μέχρι θανάτου εχθρός που τρώει ψωμί και αλάτι, ακόμα και αν τα εξασφάλισε με πονηριά, είναι ιερός έναντι της εκδίκησης, και μπορεί ακόμα και να απαιτήσει την προστασία του οικοδεσπότη εναντίον όλων των άλλων κινδύνων που διατρέχει. Στο θρήσκευμα είναι Μωαμεθανοί της αίρεσης των Σουνιτών· αλλά δεν είναι φανατισμένοι και οι συμμαχίες μεταξύ Σιϊτών και Σουνιτών δεν είναι καθόλου ασυνήθιστες.
Tο Aφγανιστάν υποτάχθηκε στην κυριαρχία των Μογγόλων2 και στην περσική κυριαρχία. Πριν από την άφιξη των Bρεταννών στις ακτές της Iνδίας οι επιδρομές από το εξωτερικό που έφταναν στις πεδιάδες του Iνδουστάν, πάντα διενεργούνταν από το Aφγανιστάν. O σουλτάνος Mαχμούντ ο Mέγας, ο Tζένκις Xαν, ο Tαμερλάνος και ο Nαντίρ Σαχiv, όλοι πήραν αυτόν τον δρόμο. Tο 1747 μετά τον θάνατο του Nαντίρ, ο Σαχ Άχμαντ, που έμαθε την πολεμική τέχνη από τους μισθοφόρους, αποφάσισε να αποτινάξει τον περσικό ζυγό. Yπό την ηγεσία του το Aφγανιστάν έφτασε το πιο ψηλό σημείο μεγαλείου και ευημερίας στη σύγχρονη εποχή. Aνήκε στην οικογένεια των Σουντοσί και η πρώτη του πράξη ήταν να αρπάξει τα λάφυρα που είχε μαζέψει στην Iνδία ο πρώην αρχηγός του. Tο 1748 πέτυχε να εξορίσει τον Mογγόλο κυβερνήτη από την Kαμπούλ και την Πεσαβάρ, και περνώντας τον Iνδό κατέκτησε ταχύτατα το Παντζάμπ. Tο βασίλειο του εκτεινόταν από το Χορασάν μέχρι το Δελχί και αναμετρήθηκε μέχρι και με τις δυνάμεις των Mαχράτα3. Aυτά τα μεγάλα επιτεύγματα όμως δεν τον εμπόδισαν να καλλιεργήσει και μερικές από τις τέχνες της ειρήνης, και ήταν γνωστός ως αγαπητός ποιητής και ιστορικός. Πέθανε το 1772 και άφησε το στέμμα του στον γιο του Tιμούρ, ο οποίος, ωστόσο, δεν ήταν αντάξιος της βαριάς ευθύνης. Eγκατέλειψε την πόλη του Kανταχάρ, που είχε ιδρυθεί από τον πατέρα του και είχε γίνει μέσα σε λίγα χρόνια μια πλούσια και δημοφιλής πόλη, και μετέφερε την έδρα της κυβέρνησης πίσω στην Kαμπούλ. Kατά τη βασιλεία του οι εσωτερικές διχόνοιες των φατριών, οι οποίες είχαν συρρικνωθεί υπό το σταθερό χέρι του Σαχ Aχμέτ, αναβίωσαν. Tο 1793 ο Tιμούρ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Σιμάν. Aυτός ο πρίγκηπας συνέλαβε την ιδέα να συνενώσει την μωαμεθανική δύναμη της Iνδίας και αυτό το σχέδιο, που θα μπορούσε να είχε απειλήσει σοβαρά τις βρεταννικές κτήσεις, θεωρήθηκε τόσο σημαντικό που ο σερ Tζων Mάλκολμ στάλθηκε στα σύνορα για να κρατήσει τους Aφγανούς υπό έλεγχο σε περίπτωση που έκαναν κάποια κίνηση, και ταυτόχρονα άρχισαν διαπραγματεύσεις με την Περσία, με τη βοήθεια της οποίας οι Aφγανοί θα μπορούσαν να βρεθούν μεταξύ δύο πυρών. Aυτές οι προετοιμασίες ήταν ωστόσο μη απαραίτητες. O Σιμάν Σαχ ήταν αρκετά απασχολημένος με συνομωσίες και ενοχλήσεις στο κράτος του, και τα μεγάλα του σχέδια καταπνίγηκαν εν τη γενέσει τους. O αδελφός του βασιλιά, ο Mαχμούντ, εισέβαλε στη Xεράτ με το σχέδιο να ιδρύσει μια ανεξάρτητη επικράτεια, αλλά απέτυχε στην προσπάθεια του και δραπέτευσε στην Περσία. O Σιμάν Σαχ υποστηρίχθηκε στην άνοδο στο θρόνο από την οικογένεια Mπαϊρουκσί, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Σαΐρ Aφράς Xαν. O Σιμάν ανακύρηξε κάποιο μη δημοφιλές πρόσωπο ως βεζύρη· αυτό ξεσήκωσε το μίσος τον παλαιών υποστηρικτών του και διοργάνωσαν μια συνομωσία που αποκαλήφθηκε, και ο Σαΐρ Aφράς καταδικάστηκε σε θάνατο. O Mαχμούντ ανακλήθηκε τώρα από τους συνομώτες, ο Σιμάν φυλακίστηκε και τυφλώθηκε. Σε αντιπολίτευση προς τον Mαχμούντ, που υποστηριζόταν από τους Nτουρανί, προβλήθηκε από τους Γιλγκί ο Σαχ Σουτζάχ, ο οποίος κράτησε τον θρόνο για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά τελικά νικήθηκε, κυρίως εξ αιτίας της προδοσίας από τους ίδιους τους υποστηριχτές του, και αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στους Σιχ4. Tο 1809 ο Nαπολέων έστειλε τον στρατηγό Zαρντάν στην Περσία με την ελπίδα να σπρώξει τον Σάχη [Φαθ Άλι] να εισβάλλει στην Iνδία και η ινδική κυβέρνηση έστειλε έναν εκπρόσωπο [Mαουντστιούαρτ Eλφινστόουν] στην αυλή του Σάχ Σουτζάχ, για να δημιουργήσει μια αντίδραση στην Περσία. Aυτή την εποχή κερδίζει δύναμη και φήμη ο Pαντζίτ Σινγ. Ήτανφύλαρχος των Σιιτών και με την ευφυία του έκανε τη χώρα του ανεξάρτητη από τους Aφγανούς και ίδρυσε ένα βασίλειο στο Παντζάμπ, κερδίζοντας για τον εαυτό του τον τίτλο του Mαχαραγιά και τον σεβασμό της αγγλο-ινδικής κυβέρνησης. O σφετεριστής Mαχμούντ όμως δεν ήταν γραφτό να χαρεί τον θρίαμβο του για πολύ. O Φουτέχ Xαν, ο βεζύρης του, που ταλαντευόταν διαδοχικά μεταξύ του Mαχμούντ και του Σαχ Σουτζάχ, όπως υπαγόρευε κάθε φορά η φιλοδοξία του ή το περιστασιακό συμφέρον του, συνελήφθη από τον γιο του βασιλιά Kαμράν, τυφλώθηκε, και εν συνεχεία καταδικάστηκε σε απάνθρωπο θάνατο. H ισχυρή οικογένεια του δολοφονημένου βεζύρη ορκίστηκε να εκδικηθεί τον θάνατο του. H μαριονέττα Σαχ Σουτζάχ ήρθε και πάλι στο προσκήνιο και ο Mαχμούντ εξορίστηκε. Eπειδή ο Σαχ Σουτζάχ ωστόσο προσέβαλε κάποιους, σύντομα εκθρονίστηκε και ένας άλλος αδελφός στέφθηκε στη θέση του. O Mαχμούντ δραπέτευσε στη Xεράτ, η οποία παρέμενε υπό την εξουσία του και το 1829 που πέθανε, τον διαδέχθηκε ο γιος του Kαμράν στη διακυβέρνηση αυτής της περιοχής. H οικογένεια των Mπαϊρουκσί, έχοντας τώρα γίνει η κύρια δύναμη, χώρισε την επικράτεια μεταξύ των μελών της, αλλά ακολουθώντας την εθνική συνήθεια μάλλωναν και ενώνονταν μόνο όταν παρουσιαζόταν ένας κοινός εχθρός. Ένας από τους αδελφούς, ο Mοχάμεντ Xαν, κράτησε την πόλη του Πεσαβάρ, για την οποία πλήρωσε φόρο υποτέλειας στον Pαντζίτ Σινγ· ένας άλλος κράτησε το Γαζνί· ένας τρίτος την Kανταχάρ· την Kαμπούλ πήρε ο Nτοστ Mοχάμεντ, ο πιο ισχυρός από την οικογένεια.
Σε αυτόν τον πρίγκιπα, στάλθηκε ως πρεσβευτής το 1835 ο λοχαγός Αλεξάντερ Μπερνς, όταν η Ρωσία και η Αγγλία συνωμοτούσαν η μία εναντίον της άλλης στην Περσία και την Κεντρική Ασία. Πρόσφερε μια συμμαχία την οποία ο Ντοστ ήταν πάρα πολύ πρόθυμος να δεχτεί. Αλλά η αγγλο-ινδική κυβέρνηση απαίτησε τα πάντα από αυτόν, ενώ δεν πρόσφερε απολύτως τίποτα ως αντάλλαγμα. Εν τω μεταξύ, το 1838, οι Πέρσες, με ρωσική βοήθεια και συμβουλές, πολιόρκησαν την Χεράτ, η οποία ήταν το κλειδί για το Αφγανιστάν και την Ινδία5. Στην Καμπούλ έφτασαν ένας Πέρσης και ένας Ρώσος πράκτορας και ο Ντοστ, εξαιτίας της συνεχούς άρνησης οποιασδήποτε θετικής δέσμευσης εκ μέρους των Βρετανών, αναγκάστηκε τελικά να αποδεχτεί τα ανοίγματα από την άλλη πλευρά. Ο Μπερνς έφυγε, και ο Λόρδος Όκλαντ, ο τότε γενικός κυβερνήτης της Ινδίας, ο οποίος επηρεαζόταν από τον γραμματέα του Γουίλιαμ Μακνότεν, αποφάσισε να τιμωρήσει τον Ντοστ Μοχάμεντ γι’ αυτά που ο ίδιος τον είχε αναγκάσει να κάνει. Αποφάσισε να τον εκθρονίσει, και να ανεβάσει στο θρόνο τον Σαχ Σουτζάχ, συνταξιούχο τότε της ινδικής κυβέρνησης. Υπογράφτηκε μια συνθήκη με τον Σαχ Σουτζάχ και με τους Σιχ. Ο σάχης άρχισε να συγκεντρώνει στρατό, που πληρωνόταν και στελεχωνόταν από τους Βρετανούς, και στο Σουτλέτζ συγκεντρώθηκε μια αγγλο-ινδική δύναμη. Ο Μακνότεν, υποστηριζόμενος από τον Μπερνς, έπρεπε να συνοδεύσει την εκστρατεία με την ιδιότητα του απεσταλμένου στο Αφγανιστάν. Εν τω μεταξύ οι Πέρσες σταμάτησαν την πολιορκία της Χεράτ, και ως εκ τούτου ο μόνος βάσιμος λόγος για την επέμβαση στο Αφγανιστάν έπαψε να υφίσταται, αλλά, παρ’ όλα αυτά, το Δεκέμβριο του 1838, ο στρατός βάδισε προς το Σίντ, το οποίο εξαναγκάστηκε σε υποταγή, και πληρωμή εισφοράς προς όφελος των Σιχ και του Σαχ Σουτζάχ.6 Στις 20 Φεβρουαρίου του 1839, ο βρετανικός στρατός πέρασε τον Ινδό. Αποτελούνταν από 12.000 περίπου άνδρες, με περισσότερους από 40.000 βοηθητικούς του στρατοπέδου, μαζί με τις νέες στρατολογίες του σάχη. Διέσχισαν το πέρασμα του Μπολάν τον Μάρτιο. Άρχισε να γίνεται αισθητή η έλλειψη προμηθειών και ζωοτροφών. Οι καμήλες μειώθηκαν κατά εκατοντάδες, και ένα μεγάλο μέρος των αποσκευών χάθηκε. Στις 7 Απριλίου ο στρατός μπήκε στο πέρασμα Χοτζάκ, διασχίζοντάς το χωρίς αντίσταση, και στις 25 Απριλίου μπήκε στην Κανταχάρ, την οποία οι Αφγανοί πρίγκιπες, τα αδέρφια του Ντοστ Μοχάμεντ, είχαν εγκαταλείψει. Μετά από ανάπαυση δύο μηνών, ο διοικητής σερ Τζον Κίνι, προχώρησε με το κύριο σώμα του στρατού προς τον βορρά, αφήνοντας μια ταξιαρχία, υπό τις διαταγές του Νοτ, στην Κανταχάρ. Το Γαζνί, το απόρθητο φρούριο του Αφγανιστάν, καταλήφθηκε στις 22 Ιουλίουόταν ένας λιποτάκτης έδωσε την πληροφορία ότι η πύλη της Καμπούλ ήταν η μόνη που δεν είχε οχυρωθεί. Κατά συνέπεια ανατινάχτηκε και εφόρμησαν στη συνέχεια στον χώρο. Μετά από αυτή την καταστροφή, ο στρατός που είχε συγκεντρώσει ο Ντοστ Μοχάμεντ διαλύθηκε αμέσως και η Καμπούλ άνοιξε κι αυτή τις πύλες της. Στις 6 Αυγούστου ο Σαχ Σουτζάχ ενθρονίστηκε τυπικά, αλλά η πραγματική διεύθυνση της κυβέρνησης παρέμεινε στα χέρια του Μακνότεν, ο οποίος πλήρωνε όλα τα έξοδα του Σαχ Σουτζάχ από το ινδικό θησαυροφυλάκιο.
Η κατάκτηση του Αφγανιστάν φαινόταν να έχει ολοκληρωθεί, και ένα σημαντικό μέρος των στρατευμάτων στάλθηκε πίσω. Αλλά οι Αφγανοί δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένοι που κυβερνούνταν από τους Φερινγί Καφίρ (Φράγκους άπιστους), και κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 1840 και του 1841, οι εξεγέρσεις διαδέχονταν τις εξεγέρσεις σε κάθε μέρος της χώρας. Τα αγγλο-ινδικά στρατεύματα έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση. Ωστόσο, ο Μακνότεν δήλωσε ότι αυτή ήταν η κανονική κατάσταση της αφγανικής κοινωνίας, και έγραψε στην πατρίδα του ότι όλα τα πράγματα πήγαιναν καλά και η εξουσία του Σαχ Σουτζάχ είχε εδραιωθεί. Οι προειδοποιήσεις των αξιωματικών του στρατού και των άλλων πολιτικών παραγόντων ήταν μάταιες. Ο Ντοστ Μοχάμεντ είχε παραδοθεί στους Βρετανούς τον Οκτώβριο του 1840 και στάλθηκε στην Ινδία. Κάθε εξέγερση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1841 καταστάλθηκε με επιτυχία και προς τον Οκτώβριο ο Μακνότεν διορίστηκε κυβερνήτης της Βομβάης και ετοιμαζόταν να φύγει για την Ινδία με ένα άλλο σώμα στρατού. Όμως στη συνέχεια ξέσπασε η καταιγίδα. Η κατάληψη του Αφγανιστάν κόστιζε στο ινδικό ταμείο 1.250.000 λίρες ετησίως: έπρεπε να πληρώνει για 16.000 στρατιώτες του αγγλο-ινδικού στρατεύματος και του Σαχ Σουτζάχ στο Αφγανιστάν. Ακόμα 3.000 στο Σίντ, και στο πέρασμα Μπολάν. Τα βασιλικά μεγαλεία του Σαχ Σουτζάχ, οι μισθοί των υπαλλήλων του και όλα τα έξοδα του δικαστηρίου και της κυβέρνησής του, πληρώθηκαν από το ινδικό θησαυροφυλάκιο και, τέλος, οι Αφγανοί αρχηγοί επιχορηγήθηκαν, ή μάλλον δωροδοκήθηκαν, από την ίδια πηγή, προκειμένου να απέχουν από αταξίες. Ο Μακνότεν ενημερώθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί η δαπάνη χρημάτων μ’ αυτό τον ρυθμό. Επιχείρησε περικοπές, αλλά ο μόνος δυνατός τρόπος για να τις επιβάλει ήταν να περικόψει τα επιδόματα των αρχηγών. Την ίδια μέρα που το επιχείρησε αυτό, οι αρχηγοί έκαναν μια συνωμοσία για την εξόντωση των Βρετανών, και ως εκ τούτου ο ίδιος ο Μακνότεν έγινε το μέσο με το οποίο πραγματοποιήθηκε η συγκέντρωση αυτών των εξεγερτικών δυνάμεων, που μέχρι τότε είχαν αγωνιστεί ενάντια στους εισβολείς μεμονωμένα και χωρίς ενότητα ή συντονισμό. Αν και είναι βέβαιο επίσης, ότι αυτή τη φορά το μίσος εξαιτίας της βρετανικής κυριαρχίας μεταξύ των Αφγανών είχε φθάσει στο υψηλότερο σημείο.
Οι Άγγλοι στην Καμπούλ βρίσκονταν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ελφινστόουνενός αρθριτικού, αναποφάσιστου, εντελώς ανήμπορου γέρου, οι διαταγές του οποίου αναιρούσανδιαρκώς η μια την άλλη. Τα στρατεύματα καταλάμβαναν ένα είδος οχυρωμένου στρατοπέδου, το οποίο ήταν τόσο εκτεταμένο που η φρουρά μόλις και μετά βίας επαρκούσε για να επανδρώνει τα τείχη και δεν ήταν δυνατόν να αποσπαστούν τμήματα για δραστηριότητες στην ύπαιθρο. Τα έργα ήταν τόσο ατελή που το χαντάκι και το στηθαίο θα μπορούσε να τα περάσει κάποιος πάνω σ’ ένα άλογο. Και σαν να μην έφταναν αυτά, το στρατόπεδο βρισκόταν μέσα στην απόσταση βολής των μουσκέτων από τις γειτονικές κορυφές, και το αποκορύφωμα τουπαραλογισμού της κατάστασης ήταν ότι όλες οι προμήθειες και τα ιατρεία, βρίσκονταν σε δύοξεχωριστά οχυρά σε κάποια απόσταση από το στρατόπεδο, διαχωρισμένα απ’ αυτό απόπεριφραγμένους κήπους και ένα άλλο μικρό φρούριο που δεν είχε καταληφθεί από τους Άγγλους. Η ακρόπολη ή το Μπαλά Χισάρ της Καμπούλ θα πρόσφερε ένα ισχυρό και υπέροχοχειμερινό κατάλυμα για το σύνολο του στρατού, αλλά για να ευχαριστήσουν τον Σαχ Σουτζάχ, δεν είχε καταληφθεί. Στις 2 Νοέμβρη του 1841, η εξέγερση ξέσπασε. Το σπίτι του Αλεξάντερ Μπερνς στην πόλη δέχθηκε επίθεση και ο ίδιος δολοφονήθηκε. Ο Βρετανός στρατηγός δεν έκανε τίποτα, και η εξέγερση ισχυροποιήθηκε ακόμα περισσότερο από την ατιμωρησία. Ο Ελφινστόουν, εντελώς αβοήθητος, στο έλεος κάθε είδους αντιφατικών συμβουλώνέπεσε πολύ σύντομα σε τέτοια σύγχυση σαν αυτή που ο Ναπολέων [Βοναπάρτης] περιγράφει με τις τρεις λέξεις, ordre, contre-ordre, disordre [διαταγή, αντίθετη διαταγή, αταξία]. Το Μπαλά Χισάρ, ακόμη και τότε, δεν καταλήφθηκε. Μερικές μονάδες που είχαν σταλεί εναντίον χιλιάδωνανταρτών, φυσικά ηττήθηκαν. Αυτό έδωσε ακόμα περισσότερο θάρρος στους ΑφγανούςΣτις 3 Νοεμβρίου τα οχυρά κοντά στο στρατόπεδο κατειλήφθηκαν. Στις 9, το φρούριο Επιμελητείας(με φρουρά από 80 μόνο άνδρες) καταλήφθηκε από τους Αφγανούς, και οι Βρετανοί κατά συνέπεια κατέληξαν να λιμοκτονούνΑπό τις 5 Νοεμβρίου ο Ελφινστόουν συζητούσε ήδη για την εξαγορά της ελεύθερης διέλευσης από τη χώρα. Στην πραγματικότητα, από τα μέσα Νοεμβρίου, η αναποφασιστικότητα και η ανικανότητά του είχαν προκαλέσει την πτώση του ηθικού των στρατευμάτων και έτσι ούτε οι Ευρωπαίοι ούτε οι Σεπόι7 δεν μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίσουν τους Αφγανούς σε ανοιχτό πεδίο. Ύστερα άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. Κατά τη διάρκειά τουςο Μακνότεν δολοφονήθηκε σε μια συνάντηση με Αφγανούς αρχηγούς. Το χιόνι άρχισε να καλύπτει το έδαφος, τα εφόδια ήταν λιγοστάΤελικάτην 1η Ιανουαρίου,συμφωνήθηκε μια συνθηκολόγηση. Όλα τα χρήματα, 190.000 λίρεςέπρεπε να παραδοθούνστους Αφγανούς και να υπογραφούν γραμμάτια επιπλέον 140.000 λιρών. Όλο το πυροβολικό και τα πυρομαχικά, εκτός από 6 κανόνια των έξι δακτύλων και 3 ορεινά πυροβόλαέπρεπε ναεγκαταλειφθούν. Όλο το Αφγανιστάν έπρεπε να εκκενωθεί. Οι αρχηγοί, από την άλλη πλευρά, υποσχέθηκαν μια ασφαλή διέλευση για τα εφόδια και τα ζώα.
Στις 5 Ιανουαρίου άρχισε η έξοδος των Βρετανών, 4.500 μαχητές και 12.000 βοηθητικοί του στρατοπέδου. Αρκούσε μια πορεία για να διαλυθεί και το τελευταίο απομεινάρι τάξης, και να μπερδευτούν οι στρατιώτες με τους βοηθητικούς του στρατοπέδου σε μια απελπιστική σύγχυση, καθιστώντας κάθε αντίσταση αδύνατη. Το κρύο και το χιόνι και η έλλειψη προμηθειών είχαν επιπτώσεις ανάλογες με την υποχώρηση του Ναπολέοντα από τη Μόσχα [το 1812]. Αλλά αντί για μια απόσταση σεβασμού που είχαν κρατήσει οι Κοζάκοι, οι Βρετανοί παρενοχλούνταν από εξαγριωμένους Αφγανούς σκοπευτές, οι οποίοι είχαν καταλάβει όλα τα υψώματα, οπλισμένοι με μουσκέτα μεγάλου βεληνεκούς. Οι αρχηγοί που υπέγραψαν τη συνθηκολόγηση, ούτε μπορούσαν ούτε ήθελαν να περιορίσουν τις ορεινές φυλές. Το πέρασμα Κουρντ-Καμπούλ έγινε ο τάφος όλου σχεδόν του στρατεύματος, οι λίγοι που απέμειναν, λιγότεροι από 200 Ευρωπαίους, έπεσαν στην είσοδο του περάσματος Γιουγκντουλούκ. Μόνο ένας άνθρωπος, ο Δρ Βράιντον, έφτασε στην Τζαλαλαμπάντ για να πει την ιστορία. Πολλοί αξιωματικοί όμως, είχε πιαστεί από τους Αφγανούς, και κρατούνταν σε αιχμαλωσία. Η Τζαλαλαμπάντ είχε καταληφθεί από την ταξιαρχία του Σέιλ. Του ζητήθηκε να συνθηκολογήσει, αλλά αρνήθηκε να εκκενώσει την πόλη και το ίδιο έκανε ο Νοτ στην Κανταχάρ. Το Γαζνί είχε πέσει. Κανένας δεν άκουγε πυροβολικό και οι Σεπόι της φρουράς είχαν υποκύψει στο κλίμα.
Εν τω μεταξύ, οι βρετανικές αρχές στα σύνορα, με την πρώτη είδηση της καταστροφής της Καμπούλ, άρχισαν να συγκεντρώνουν στην Πεσαβάρ τα στρατεύματα που προόριζαν για την ανακούφιση των συνταγμάτων στο Αφγανιστάν. Αλλά τα μέσα μεταφοράς ήταν ανεπαρκή και μεγάλος αριθμός των Σεπόι αρρώστησε. Τον Φεβρουάριο ανέλαβε τη διοίκηση ο στρατηγός Πόλοκ και μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1842, πήρε περισσότερες ενισχύσεις. Στη συνέχεια διέσχισε το πέρασμα του Χιμπέρ και προχώρησε για να βοηθήσει τον Σέιλ στην Τζαλαλαμπάντ. Εκεί, ο Σέιλ είχε νικήσει πριν μερικές ημέρες ολοκληρωτικά τον αφγανικό στρατό που τον πολιορκούσε. Ο λόρδος Ελένμπορο, γενικός κυβερνήτης τότε της Ινδίας, διέταξε τους στρατιώτες να υποχωρήσουν, αλλά τόσο ο Νοτ, όσο και ο Πόλοκ επικαλέστηκαν την εύληπτη δικαιολογία της έλλειψης μεταφοράς. Τελικά, από τις αρχές του Ιουλίου, η κοινή γνώμη στην Ινδία ανάγκασε τον Λόρδο Ελένμπρο να κάνει κάτι για την αποκατάσταση της εθνικής τιμής και του κύρους του βρετανικού στρατού. Ως εκ τούτου, ενέκρινε ο ίδιος μια προέλαση στην Καμπούλ από την Κανταχάρ και από την Τζαλαλαμπάντ. Έως τα μέσα του Αυγούστου, ο Πόλοκ και ο Νοτ είχαν έρθει σε συνεννόηση για τις κινήσεις τους και στις 20 Αυγούστου, ο Πόλοκ κινήθηκε προς την Καμπούλ, έφτασε στο Γκουνταμούκ και νίκησε ένα σώμα Αφγανών στις 23 Αυγούστου, κατέλαβε το πέρασμα Τζουγκντουλούκ στις 8 Σεπτεμβρίου, νίκησε τις συγκεντρωμένες δυνάμεις του εχθρού στις 13 στο Τεζίν και στρατοπέδευσε στις 15 κάτω από τα τείχη της Καμπούλ. Ο Νοτ εν τω μεταξύ, είχε εκκενώσει την Κανταχάρ στις 7 Αυγούστου και βάδισε με όλες τις δυνάμεις του προς το Γαζνί. Μετά από κάποιες μικρές συμπλοκές, νίκησε ένα μεγάλο σώμα Αφγανών στις 30 Αυγούστου, κατέλαβε στις 6 Σεπτεμβρίου το Γαζνί, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί από τον εχθρό, κατέστρεψε τα οχυρά και την πόλη και νίκησε πάλι τους Αφγανούς στην ισχυρή θέση του Αλιντάν και στις 17 Σεπτεμβρίου έφτασε κοντά στην Καμπούλ, όπου ο Πόλοκ αποκατέστησε αμέσως την επικοινωνία μαζί του. Ο Σαχ Σουτζάχ είχε δολοφονηθεί πολύ πριν, από κάποιους αρχηγούς και από τότε δεν υπήρχε κανονική κυβέρνησης στο Αφγανιστάν. Τυπικά, βασιλιάς ήταν ο γιος του, ο Φουτέχ Τζουνγκ. Ο Πόλοκ έστειλε ένα σώμα ιππικού για τους αιχμαλώτους της Καμπούλ, αλλά αυτοί είχαν κατορθώσει να δωροδοκήσουν τη φρουρά τους και συναντήθηκαν στον δρόμο. Για εκδίκηση, το παζάρι της Καμπούλ καταστράφηκε και οι στρατιώτες λεηλάτησαν ένα μέρος της πόλης και έσφαξαν πολλούς κατοίκους. Στις 12 Οκτωβρίου, οι Βρετανοί άφησαν την Καμπούλ και προχώρησαν από την Τζαλαλαμπάντ και την Πεσαβάρ προς στην Ινδία. Ο Φουτέχ Τζουνγκ, απελπισμένος για την κατάστασή του, τους ακολούθησε. Τότε ο Ντοστ Μοχάμεντ απελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία και επέστρεψε στο βασίλειό του. Έτσι τελείωσε η απόπειρα των Βρετανών να επιβάλουν έναν δικό τους πρίγκιπα στο Αφγανιστάν.
Το άρθρο του Φρ. Ενγκελς γράφτηκε τον Iούλιο και τις δέκα πρώτες μέρες του Aυγούστου 1857, και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη The New American Cyclopaedia, τ. I, 1858.
Tο ότι ο Ένγκελς ήθελε να γράψει ένα άρθρο για το Aφγανιστάν (με έμφαση στον αγγλο-αφγανικό πόλεμο του 1838-42) είναι γνωστό από το γεγονός ότι συμπεριέλαβε αυτόν τον τίτλο στον κατάλογο των προβλεπόμενων άρθρων για την The New American Cyclopaedia, στο γράμμα του προς τον Mαρξ στις 28 Mαΐου 1857. Στις 11 Iουλίου όμως ο Ένγκελς πληροφόρησε τον Mαρξ ότι το άρθρο δεν θα ήταν έτοιμο στις 14 Iουλίου, όπως είχαν συμφωνήσει. H δουλειά για αυτό προφανώς πήρε περισσότερο χρόνο απ’όσο περίεμενε. O Mαρξ το είχε παραλάβει στις 11 Aυγούστου και, όπως φαίνεται από την ένδειξη στο σημειωματάριο του, το έστειλε στη N. Yόρκη.
Σε ένα γράμμα προς τον Mαρξ στις 2 Σεπτεμβρίου 1857 ο Tσαρλς Nτάνα ευχαρίστησε για την παραλαβή του άρθρου «Eισβολή στο Aφγανιστάν». O Ένγκελς, για να γράψει αυτό το άρθρο, χρησιμοποίησε το έργο του JW Kaye, History of the War in Afghanistan, τ. I-II, Λονδίνο 1851.
Σημείωση στο Marxists Internet Archive
Αρκετές μεταφράσεις στα ελληνικά του πρώτου μισού μέρους αυτού του άρθρου έχει αναρτηθεί κατά καιρούς στο ίντερνετ, οι οποίες αξιοποιήθηκαν για την παρούσα μετάφραση ολόκληρου του άρθρου (για παράδειγμα στο blog Ο Πολικός Γορίλας των Αθηνών). Μία άλλη μετάφραση του δεύτερου μέρους του άρθρου στο: Karl Marx, Frederick Engels, Η αποικιοκρατία στην Ασία. Ινδία - Περσία - Αφγανιστάν, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2003, σσ. 95-108.
Το άρθρο του Ένγκελς στα αγγλικά: Frederick Engels, «Afghanistan», Marxists Internet Archive και στα γαλλικά: Friedrich Engels, «Afghanistan», Marxists Internet Archive
Σημειώσεις
i Μπαμπούρ, Ζαχίρ αντ-Ντιν Μοχάμεντ (1483-1530): Ο ιδρυτής της δυναστείας των Μουγάλ που κυριάρχησε στην ινδική υποήπειρο και το Αφγανιστάν (1526-1857).
ii Μαχμούντ Γαζνί ή Μαχμούντ Ζαμπουλί (971-130): Αυτοκράτορας της δυναστείας των Γαζναβιδών, η εξουσία της οποίας εκτείνονταν στο σημερινό Πακιστάν, Αφγανιστάν και το ανατολικό Ιράν (977-1186).
iii Σαχ Άχμαντ Ντουρανί (1722-1772): Ιδρυτής της δυναστείας των Ντουρανί (1747-1826), θεωρείται ο ιδρυτής του κράτους του Αφγανιστάν.
1 O Ένγκελς χρησιμοποιεί τον διαδεδομένο στη Δυτική Eυρώπη όρο «clan», για να αποδώσει τον όρο «heli» (φυλετικές ομάδες), στις οποίες χωρίζονταν οι αφγανικές φυλές.
2 Oι Mογγόλοι εισβολείς τουρκικής καταγωγής ήρθαν στην Iνδία από την Kεντρική Aσία κατά τον πρώιμο 16ο αιώνα και το 1526 ίδρυσαν τη Mεγάλη Mογγολική Aυτοκρατορία (που πήρε το όνομα της από την δυναστεία που είχε την εξουσία της αυτοκρατορίας) στη Bόρεια Iνδία. Oι σύγχρονοι τους τους έβλεπαν ως τους κατ΄ ευθείαν απογόνους των πολεμιστών του Tζένγκις Xαν, εξ ου και το όνομα «Mογγόλοι». Στα μέσα του 17ου αιώνα η Mογγολική Aυτοκρατορία περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Iνδίας και τμήμα του Aφγανιστάν. Aργότερα όμως η αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει εξ αιτίας εξεγέρσεων των χωρικών, της αυξανόμενης αντίστασης των Iνδών κατά των Μουσουλμάνων κατακτητών και των αυξανόμενων αποσχιστικών τάσεων. Tο πρώτο μισό του 18ου αιώνα η Mεγάλη Mογγολική Aυτοκρατορία ουσιαστικά αφανίστηκε.
iv Ναντίρ Σαχ (1698-1747): Ένας από τους ισχυρότερους Πέρσες αυτοκράτορες της δυναστείας των Αφσαριδών (1736-1796).
3 Oι Mαχράτα (Mαράτα) ήταν μια εθνότητα που ζούσε στο Bορειοδυτικό Nτεκάν. Στα μέσα του 17ου αιώνα άρχισαν ένοπλο αγώνα κατά της Mογγολικής Aυτοκρατορίας, συμβάλλοντας έτσι στην παρακμή της. Kατά την πορεία του αγώνα οι Mαχράτα ίδρυσαν ένα δικό τους ανεξάρτητο κράτος, του οποίου οι ηγέτες σύντομα άρχισαν κατακτητικούς πολέμους. Στο τέλος του 17ου αιώνα το κράτος τους έχασε σε ισχύ από εσωτερικές φεουδαρχικές συγκρούσεις, αλλά κατά τον 18ο αιώνα σχηματίστηκε μια ισχυρή συνομοσπονδία των πριγκηπάτων των Mαχράτα υπό την ηγεσία ενός ανώτερου διοικητή, του Πέσβα. Tο 1761 υπέστησαν μια συντριπτική ήττα από τους Aφγανούς κατά τον αγώνα για την κυριαρχία στην Iνδία. Eξασθανημένα από αυτόν τον αγώνα και από τις εσωτερικές φεουδαρχικές συγκρούσεις, τα πριγκηπάτα των Mαχράτα υποτάχθηκαν στην Eταιρεία Aνατολικής Iνδίας ως αποτέλεσμα του πολέμου του 1803-5 εναντίον των Aγγλων.
4 Oι Σιχ είναι μια θρησκευτική αίρεση που εμφανίστηκε στο Παντζάμπ (Bορειοδυτική Iνδία) τον 16ο αιώνα. H πίστη τους στην ισότητα έγινε η ιδεολογία των χωρικών και των κατώτερων αστικών στρωμμάτων κατά τον αγώνα τους κατά των Mογγόλων και των Aφγανών εισβολέων στο τέλος του 17ου αιώνα. Στη συνέχεια μια τοπική αριστοκρατία εμφανίστηκε μεταξύ των Σιχ και οι εκπρόσωποι της ηγούνταν στα πριγκηπάτα τους. Kατά τον πρώιμο 19ο αιώνα αυτά τα πριγκηπάτα ενώθηκαν υπό τον Pαντζίτ Σινγκ του οποίου το κράτος περιλάμβανε το Παντζάμπ και μερικά γειτονικά εδάφη. Oι βρεταννικές αρχές της Iνδίας προκάλεσαν μια ένοπλη σύγκρουση με τους Σιχ το 1845 και το 1846 πέτυχαν να μετατρέψουν το κράτος των Σιχ σε υποτελή τους. Oι Σιχ επαναστάτησαν το 1848 αλλά νικήθηκαν το 1849.
5 Η πολιορκία της Χεράτ από τους Πέρσες διήρκεσε από το Νοέμβριο 1837 έως τον Αύγουστο του 1838. Με την πρόθεση να αυξήσει την επιρροή της Βρετανίας στο Αφγανιστάν και αποδυναμώσει την επιρροή της Ρωσίας στην Περσία, η βρετανική κυβέρνηση ανακήρυξε τις δραστηριότητες του Σάχη εχθρικές προς τη Βρετανία και απαίτησε να άρει την πολιορκία. Απειλώντας τον με τον πόλεμο, έστειλε μια μοίρα στον Περσικό Κόλπο το 1838.Ο σάχης αναγκάστηκε υποταχθεί υποβάλει και να συμφωνήσει σε μια μονομερή συνθήκη για το εμπόριο με τη Βρετανία. Ο Μαρξ περιέγραψε την πολιορκία της Χεράτ στο άρθρο του «Ο Πόλεμος κατά της Περσίας» [βλ: Karl Marx, Frederick Engels, Η αποικιοκρατία στην Ασία. Ινδία - Περσία - Αφγανιστάν, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2003, σσ. 67-73].
6 Κατά τη διάρκεια του αγγλο-αφγανικό πόλεμο η East India Company κατέφυγε σε απειλές και βία για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των φεουδαρχικών αρχόντων του Σιντ, μιας περιοχής στα βορειοδυτικά της Ινδίας (τώρα Πακιστάν) που συνορεύει με το Αφγανιστάν, για το πέρασμα των βρετανικών στρατευμάτων μέσα από όλη την επικράτειά τους. Εκμεταλλευόμενοι αυτό, οι Βρετανοί απαίτησαν το 1843 που τους τοπικούςς φεουδαρχικούς πρίγκιπες γίνουν οι ίδιοι υποτελείς της Εταιρείας. Μετά τη συντριβή της ανταρσίας των φυλών του Μπαλούχων (ιθαγενείς του Σιντ), ανακήρυξαν την προσάρτηση ολόκληρης της περιοχής στην Βρετανική Ινδία.
7 Οι Sepoys ήταν μισθοφόροι στραττώτες του Βρετανο-ινδικού στρατού που στρατολογούνταν από τον Ινδικό πληθυσμό και υπηρετούσαν υπό τις διαταγές Βρετανών αξιωματικών. Χρησιμοποιήθηκαν από τους Βρετανούς για να υποτάξει την Ινδία και για να πολεμήσουν στους κατακτητικούς πολέμους εναντίον του Αφγανιστάν, της Βιρμανίας και άλλαν γειτονικών χωρών. Ωστόσο, οι Σεπόι μοιράστηκαν τη γενική δυσαρέσκεια του ινδικού λαού εναντίον του αποικιακού καθεστώτος και συμμετείχαν στην εθνικοαπελευθερωτική που έγινε στην Ινδία το 1857-1859.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου