Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Πόλεμος πετρελαίου και δολαρίων! Μπορεί το Ιράν να προκαλέσει ταραχή στις ΗΠΑ;

Γράφει ο Πολυδεύκης

Σε συνέχεια της ταξιδιωτικής απαγόρευσης του D. TRUMP για τους πολίτες επτά μουσουλμανικών χωρών, η ιρανική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει να χρησιμοποιεί το αμερικανικό δολάριο, ως νόμισμα επιλογής στις χρηµατοπιστωτικές αναφορές και στα δελτία συναλλάγματος. O Δκτής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν, V. SEIF, ανακοίνωσε την εν λόγω απόφαση σε τηλεοπτική του συνέντευξη στις 29 Ιανουαρίου, αναφέροντας πως η αλλαγή θα εφαρμοσθεί την 21η Μαρτίου και θα ισχύσει για όλες τις χρηματοπιστωτικές εκθέσεις και τα δελτία συναλλάγματος.
Η εν λόγω κίνηση είναι σημαντική, δεδομένης της πρόσφατης ταξιδιωτικής απαγόρευσης επί µουσουλµανικών χωρών, που ανακοινώθηκε από τον TRUMP. Παρά το γεγονός ότι από το 1975 δεν έχουν σκοτωθεί Αμερικανοί πολίτες σε τροµοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ από πολίτες χωρών που περιλαµβάνονται στην απαγόρευση, η Σ. Αραβία, η οποία είναι η χώρα από την οποία προέρχονται 15 έως 19 τρομοκράτες που εμπλέκονται στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών που αφορά η ταξιδιωτική απαγόρευση. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι η αμερικανική σκοπιμότητα πίσω από την εν λόγω απαγόρευση διαθέτει αντιδιαμετρικά χαρακτηριστικά από αυτά που αναφέρει o αµερικανός Πρόεδρος.

Παρά την απόφαση της Τεχεράνης να σταματήσει τη χρήση του αµερικανικού δολαρίου ως βασικού νομίσματος συναλλαγής µε άλλες χώρες, το κύριο εξαγωγικό προϊόν του Ιράν είναι το πετρέλαιο. Στην παγκόσμια αγορά, το πετρέλαιο, κατά κύριο λόγο, αγοράζεται και πωλείται σε αμερικανικά δολάρια.

To τρέχον οικονομικό έτος, το Ιράν αναμένεται να εξασφαλίσει $ 41 δις από πωλήσεις πετρελαίου, με χώρες όπως τα ΗΑΕ και η Κίνα να είναι από τους κορυφαίους του πελάτες. Παρόλα αυτά, είναι άγνωστος ο τρόπος που η χώρα θα κατορθώσει να αντικαταστήσει το νόμισμα διεθνών συναλλαγών, χωρίς να βασίζεται πλέον στο αµερικανικό νόμισμα. Η μεταβολή θα προσθέσει έναν βαθµό συναλλαγματικού κινδύνου και αστάθειας και είναι πιθανόν να περιπλέξει την κατάσταση για τις Αρχές.

Το γεγονός κρίνεται μείζονος σημασίας από τη στιγμή που μουσουλμανικές χώρες, οι οποίες δεν συμπεριλήφθηκαν στην ταξιδιωτική απαγόρευση, περιλαμβάνουν τη Σ. Αραβία, μία από τις κορυφαίες χώρες εξαγωγής πετρελαίου. Τη δεκαετία του 1970 το Ριάντ σύναψε συμφωνία με τον τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ, R. NIXON, θεσπίζοντας μία συμμαχία, που θα διατηρεί το δολάριο ως το καθιερωμένο νόμισμα συναλλαγής για αγορά πετρελαίου, με αντάλλαγµα στρατιωτική υποστήριξη από τις ΗΠΑ. Η χρήση του δολαρίου ως καθιερωμένου νομίσματος για πώληση και αγορά πετρελαίου έγινε αποδεκτή από τη Σ. Αραβία και τον υπόλοιπο Οργανισμό Πετρελαϊκών Εξαγωγικών Κρατών (Organization of the Petroleum Exporting Countries – OPEC), στα οποία περιλαμβάνονται το Ιράν και 11 άλλες χώρες της Μ. Ανατολής, της Αφρικής και της Ν. Αμερικής.

Οι χώρες του «OPEC» συνιστούν το 42% της παγκόσµιας πετρελαϊκής παραγωγής, διαθέτοντας to 73% των παγκόσμιων πετρελαϊκών αποθεμάτων, με το Ιράν να διατηρεί το 13% των πετρελαϊκών αποθεμάτων του οργανισμού. Λόγω της επιρροής του οργανισμού, η χρήση του αµερικανικού δολαρίου ως καθιερωμένου νομίσματος συµβάλλει στο να διατηρηθεί η ζήτηση για αμερικανικά δολάρια υψηλή, παρέχοντας στο νόμισμα τη στήριξη που χρειάζεται για να παραμένει το μοναδικό παγκόσµιο αποθεματικό νόμισμα και αποτρέποντας τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στους Αμερικανούς καταναλωτές.

Η απόφαση του Ιράν να αποχωρήσει από αυτή τη Συμφωνία ενδέχεται να επηρεάσει την αμερικανική οικονομία και να απειλήσει το δολάριο, οδηγώντας τις ΗΠΑ στην ανάληψη σκληρών µέτρων για να καταπολεμήσσυν τις ενέργειες του Ιράν. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι αντιστοίχως πριν την επέμβαση της Δύσης για τη σύλληψη του SADDAM, ο ιρακινός δικτάτορας είχε ανακοινώσει (2002) πως δε θα χρησιμοποιεί το αμερικανικό νόμισμα για το εμπόριο πετρελαίου…

Σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι τυχαίες οι τελευταίες κινήσεις της Τεχεράνης σε οικονομικό επίπεδο, προκειµένου να θωρακιστεί από μία ενδεχόμενη επιθετική αµερικανική πολιτική. Αυτό παρατηρήθηκε και µε τo Ιράκ, με το οποίο η Τεχεράνη βρίσκεται σε διαβουλεύσεις για συγχώνευση των κεντρικών τραπεζών των δύο χωρών, εκμεταλλευόμενη και τη φίλα προσκείμενη προς την Τεχεράνη σιιτική κυβέρνηση, αλλά παρατηρείται και σε πιο πρόσφατες ενέργειες, όπως τη συμφωνία-πλαίσιο που υπέγραψαν, στις 7 Φεβρουαρίου, οι Υπουργοί Πετρελαίου Ιράν και Ομάν για την προμήθεια φυσικού αερίου. Για την υλοποίησή της θα απαιτηθεί αγωγός φυσικού αερίου 200 χλμ., εκτιμώμενου κόστους $ 1,5 δις, το οποίο θα διαμοιραστεί μεταξύ αγοραστή και πωλητή. Η γραμμή 10 δις κ.μ./ έτος θα επιτρέψει στο ιρανικό φυσικό αέριο να υγροποιείται και να εξάγεται στο Ομάν προς χρήση των τερματικών σταθμών «LNG» του Σουλτανάτσυ.

Ο Υπουργός Πετρελαίου του Ιράν, Β. Ν. ΖΑΝGΑΝΕΗ, δήλωσε ότι οι εταιρείες «SHELL» και «ΤΟΤΑL» προτίθενται να κατασκευάσουν τον ανωτέρω αγωγό. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εν λόγω εταιρείες είναι ευρωπαϊκές, όπως και ότι οι υπόλοιπες εταιρείες που ήταν παρούσες στις υπογραφές ήταν η ιαπωνική «ΜΙΤSUI», η κορεατική «KOGAS» και η γερμανική «UNIPER». Ev ολίγοις, το Ιράν όχι μόνο κινείται γοργά στη δημιουργία ενός δικού του πετρελαϊκού lobby στον Περσικό Κόλπο, αλλά φροντίζει να θωρακίζει τις συμφωνίες του με την υπογραφή ευρωπαϊκών κολοσσών, οι οποίοι αποτελούν το αντίπαλο δέος προς την πετρελαϊκή κυριαρχία των ΗΠΑ.

Φυσικά οι ιρανικές κινήσεις δεν περιορίζονται σε οικονομικό επίπεδο. Στο αντίστοιχο στρατιωτικό η Τεχεράνη φροντίζει να υπενθυμίζει πως διαθέτει ισχυρή πυραυλική δύναµη για να απειλήσει τις ΗΠΑ και τα συμμαχικά προς αυτή κράτη, σε περίπτωση που η Ουάσινγκτον αποφασίσει να επιτεθεί στη χώρα. Δεν είναι τυχαίες ούτε οι πυραυλικές δοκιμές, ούτε και η αναφορά ανώτερων ιρανών αξιωµατούχων για τη δυνατότητα της χώρας να πλήξει το Ισραήλ ή την αμερικανική βάση στο Μπαχρέιν.

Αυτή η τακτική, την ίδια στιγμή, συνοδεύεται µε μία πιο ήπια ρητορική, κατά την οποία το Ιράν δείχνει τις φιλειρηνικές προθέσεις του. To μεγαλύτερο διαπραγματευτικό χαρτί της Τεχεράνης αυτή τη στιγμή είναι η πυρηνική συμφωνία µε τις ΗΠΑ, κατά την οποία εξασφαλίζεται σε µεγάλο βαθμό πως το Ισραήλ δεν απειλείται από έναν ιρανικό πυρηνικό πύραυλο. Η Τεχεράνη επιθυμεί την αυτονομία της και ανεξαρτησία της, έτσι ώστε να αναπτύξει την οικονοµία της και σε αυτό το πλαίσιο φροντίζει να υπενθυμίζει με κάθε τρόπο πως η ειρήνη στην περιοχή συνοδεύεται από την ιρανική οικονομική ανάπτυξη, αλλιώς η χώρα θα επιστρέψει σε καθεστώς renegade.

Σύμμαχος του Ιράν σε αυτή την τακτική είναι και η Ρωσία η οποία φροντίζει να υπενθυμίζει πως η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν είναι σημαντική και δεν πρέπει να εισέλθει σε περίοδο επαναδιαπραγμάτευσης. Ωστόσο η πολιτική TRUMP, μέσω των απαγορεύσεων που αποφάσισε ουσιαστικά αποτελεί ένα οικονομικό μέτρο εναντίον της ιρανικής ελίτ, η οποία θα αδυνατεί να ταξιδέψει στις ΗΠΑ ακόμα και για συζητήσεις προς σύναψη συμφωνιών. Πίσω από την απομόνωση των ιρανών πολιτών από την Ουάσινγκτον κρύβεται επί της ουσίας η απαρχή της οικονομικής απομόνωσης που Ισραήλ και ΗΠΑ επιχειρούν να επιβάλουν για τον περιορισμό του ιρανικού περιφερειακού γεωπολιτικού κινδύνου. http://www.militaire.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου