Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Η ΕΞ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΑΠΩΛΕΙΑ ΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ

Στην ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΩΝ έφτασε η παραπάνω καταγγελεία:
Ειμαι στρατιωτης σε μοναδα του Εβρου. 
Εχω αγχωθει υπερβολικα για το τι επαιται καθως μου εκλεψαν τις γεμιστηρες (5) και τον διποδα του οπλου μου τα οποια εχω χρεωθει. (Τα ειχα αφησει σε μια σακπυλα διπλα απο το λουκανικο μου καθως περιμενα να παω σε φυλακιο και καποιος τα πηρε. Εχω ενημερωσει τον αυδμ για το περιστατικο και μου ειπε φυγε και θα δουμε). Θελω να ρωτησω λοιπον τι γινεται σε αυτη τη περιπτωση.
Μετά, ακολούθησε νέα επιστολή που δείχνει πως ενεργεί ο Στρατός:
 Καλησπερα ξανα,
Δε θα ψαξουν πραγματα δε θα με ξυψουν δε θα κανουν τπτ απλα θα μου τις χρεωσουν. Δε μπορω να δεχρω να υπογραψω το χαρτι χρεωσης 200++ ευρω αν δεν εχουν τουλαχιστον ψαξει τους παντες. Θελω αν ξερετε να μ πειτε ποιες ειβαι οι νομιμες διαδικασιες που θα επρεπε να ακολουθηθουν σε τετοια περιπτωση
Εμείς ενημερώνουμε τι ισχύει:

Η ΕΞ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΑΠΩΛΕΙΑ ΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ

ΔOMINIKOY Δ. ΑΡΒANITH
Δικηγόρου, ΜΔΕ


Περίληψη
Ένα ζήτημα, που δεν έχει κατ’ ουσία διερευνηθεί από την ελληνική θεωρία, είναι σε ποιες κυρώσεις υπόκειται ο στρατιωτικός, ο οποίος χάνει από αμέλεια οπλισμό, που του έχει χρεωθεί από τη στρατιωτική υπηρεσία στην οποία υπάγεται. Στην παρούσα μελέτη σκοπείται η διερεύνηση αυτού του ζητήματος, και ειδικότερα του εάν ο υπαίτιος υπέχει ποινική ευθύνη όσον αφορά σε τέτοια πράξη του, καθ’ ότι το σχετικό νομικό πλαίσιο δεν είναι απόλυτα σαφές.




Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Α. Ένα οριακό ζήτημα ποινικής αναζήτησης
Το θέμα που πραγματεύεται η παρούσα μελέτη είναι η ποινική ευθύνη του στρατιωτικού (αξιωματικού ή οπλίτη), ο οποίος χάνει από αμέλειά[1] του οπλισμό που του χορηγήθηκε από τη στρατιωτική υπηρεσία στην οποία υπάγεται. Το εν λόγω θέμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθ’ ότι προσεγγίζει ένα οριακό ζήτημα ποινικής αναζήτησης για την περίπτωση απώλειας οπλισμού από στρατιωτικό, η οποία δεν είναι μόνο θεωρητική και προκαλεί στην πράξη –όπως είναι μάλλον λογικό και αναμενόμενο– άμεσα την ενεργοποίηση του στρατιωτικού κρατικού μηχανισμού [που δρα εν προκειμένω αμυντικά (αυτό-προστατευτικά) και κατά τεκμήριο, εκ των πραγμάτων, «μαξιμαλιστικά»[2]] για την εύρεση παντός είδους υπευθύνων. Σε πρώτη φάση, δηλαδή, ερευνάται συνήθως αν έλαβε ο υπαίτιος της απώλειας του οπλισμού μέτρα φυλάξεως τούτου ανταποκρινόμενα στις in concreto περιστάσεις και διενεργείται κατ’ αρχήν προανάκριση μετά παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα του στρατοδικείου (άρθρο 201 παρ. 1 ΣΠΚ), που κινεί έτσι την ποινική δίωξη (κατ’ αγνώστων, συνήθως, δραστών) για την τέλεση της κλοπής.





Β. Οι έννοιες «στρατιωτικός» και «όπλο»
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι «στρατιωτικός» είναι όποιος ανήκει στον ελληνικό στρατό (της ξηράς, της θάλασσας και του αέρα) ή στο λιμενικό σώμα (άρθρο 5 παρ. 1 περ. β ΣΠΚ)[3].
Η δε έννοια του «όπλου», που συνιστά εν προκειμένω το υλικό αντικείμενο της τελεσθείσας από αμέλεια πράξης, δεν ορίζεται στον ΣΠΚ, καίτοι τυγχάνει (αυτονόητα) κεφαλαιώδους σημασίας στην στρατιωτική πραγματικότητα. Ο ειδικός (μη στρατιωτικός) ποινικός Ν 2168/1993 (άρθρο 1) ορίζει ποια αντικείμενα συνιστούν όπλα, για την εφαρμογή του και μόνο. Θα πρέπει, νομίζω, ελλείψει ειδικής ρύθμισης στον ΣΠΚ, να θεωρηθούν ως όπλα στο πεδίο του στρατιωτικού ποινικού δικαίου όσα πράγματα σωρευτικώς: i) χορηγούνται για την εκτέλεση στρατιωτικής υπηρεσίας, ii) η κατά συνήθεια χρήση τους επιφέρει (δυνητικά) θάνατο ή σωματικές βλάβες, και iii) η χρήση τους έχει ως κύριο προορισμό την ευόδωση των μαχητικών (προληπτικών, αμυντικών ή επιθετικών) δραστηριοτήτων του στρατού. Τέτοια πράγματα είναι, ενδεικτικά –και υπό τους όρους του ανωτέρω ειδικού ποινικού νόμου–, το τυφέκιο (τύπου G3A3 κ.ά.), η παρελκόμενη αυτού ξιφολόγχη, τα φυσίγγια (που φυλάσσονται στις αποθήκες ή χορηγούνται στις εκπαιδευτικές βολές ή για την εκτέλεση υπηρεσίας σκοπού κ.λπ.). 


ΙΙ. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Α. Τα επιμέρους άρθρα του ΣΠΚ
Τίθεται το –καίριο– ερώτημα, ποια νομική διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί σε περίπτωση απώλειας οπλισμού από αμέλεια στρατιωτικού. Η ποινικοποίηση της εν λόγω πράξης [ή παράλειψης (κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 ΠΚ): και οι δύο τρόποι τέλεσης είναι εφικτοί, άγοντες στο αυτό αποτέλεσμα, την απώλεια του οπλισμού] προϋποθέτει βέβαια ότι αυτή είναι, μεταξύ άλλων (κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 ΠΚ), «άδικη», προσβάλλουσα δηλαδή ό,τι [έννομο αγαθό] ο νόμος έχει εν προκειμένω σκοπό να προστατεύσει, αιτιακά συνδεόμενη με το (τιμωρούμενο) αποτέλεσμα, καλυπτόμενη από υπαιτιότητα και δη από αμέλεια (28 ΠΚ)[4] οποιασδήποτε βαθμίδας.
Τόσο το άρθρο 21 ΣΠΚ (βλάβη στρατιωτικών πραγμάτων), που αφορά σε πολεμική περίοδο, όσο και το άρθρο 381 ΠΚ (φθορά ξένης ιδιοκτησίας), που αφορά σε ειρηνική περίοδο (και εφαρμόζεται κατ’ άρθρο 3 ΣΠΚ), δεν μπορούν στην υπό έρευνα περίπτωση να εφαρμοστούν, καθ’ όσον –μεταξύ άλλων– για την εφαρμογή τους απαιτείται η πράξη να τελείται με δόλο (26 παρ. 1 ΠΚ), όρο δηλαδή που δεν συντρέχει σ’ αυτή την περίπτωση, ενώ η απώλεια οπλισμού δεν μπορεί επ’ ουδενί να εξομοιωθεί με βλάβη ή φθορά τούτου. Το άρθρο 147 ΣΠΚ (κλοπή και υπεξαίρεση στρατιωτικών πραγμάτων), το οποίο έχει ως γενεσιουργό λόγο την προστασία της ιδιοκτησίας (του κράτους ή στρατιωτικού) και κατά δεύτερο μόνο λόγο τη στρατιωτική υπηρεσία[5], δεν μπορεί επίσης να εφαρμοστεί καθ’ ότι εν προκειμένω πρόκειται για απώλεια οπλισμού (και, βέβαια, επειδή κλοπή ή υπεξαίρεση από αμέλεια δεν νοείται[6]). Επίσης, δεν μπορεί στην εν λόγω περίπτωση να εφαρμοστεί το άρθρο 55 ΣΠΚ (παράβαση και εκβίαση στρατιωτικής εντολής), στο μέτρο που για την εφαρμογή του απαιτείται δόλος (κατ’ άρθρο 3 ΣΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 παρ. 1, 18 εδ. β, γ, 52 παρ. 3 και 53 ΠΚ).
Αντίθετα, είναι δυνατό με βάση το άρθρο 56 ΣΠΚ (παράβαση στρατιωτικής εντολής από αμέλεια)[7] να διωχθεί ο απωλέσας οπλισμό τον οποίον έχει χρεωθεί, υπό τον όρο όμως ότι έχει λάβει ειδική εντολή για τη μέριμνα τούτου[8] και –σωρευτικά– ότι «προξενεί έτσι σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας ή τη μαχητική ικανότητα του στρατού ή τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα στρατιωτικών» (προκαλώντας δηλαδή συγκεκριμένη διακινδύνευση, η οποία πρέπει να συντρέχει πράγματι και να είναι εμπειρικά διαγνώσιμη κι όχι να θεωρείται ότι καταφάσκεται σε κάθε περίπτωση, με γενική αναφορά της –ελλιπώς, ούτω, στοιχειοθετούμενης– συνδρομής της). Κατά συνέπεια, είναι σχετικά στενό το περιθώριο της –επιτρεπτής– εφαρμογής αυτού του άρθρου εν προκειμένω.


Β. Μη ποινική τυποποίηση της υπό έρευνα περίπτωσης
Διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω πρόσφορο έδαφος για την εφαρμογή κάποιου από τα ως άνω άρθρα, πλην της κατ’ εξαίρεση εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΠΚ όταν συντρέχουν οι προς τούτο όροι. Περαιτέρω, είναι δεδομένη η θεμελιώδης στο ποινικό δίκαιο αρχή «nullum crimen nulla poena sine lege (scripta,stricta, certa, praevia et parlamentaria)» (άρθρα 7 παρ. 1 Συντ., 1 ΠΚ). Συμπερασματικά, η εξ αμελείας απώλεια οπλισμού κατ΄ αρχήν δεν διώκεται ποινικά, παρά μόνον όλως εξαιρετικώς, κατά τα’ ανωτέρω.


Γ. Μη ανάγκη προς ποινικοποίηση
Θα μπορούσε στο σημείο αυτό να υποστηριχθεί, ότι η θέσπιση νομικής διάταξης[9] με την οποία θα προβλεπόταν ρητά η ποινικοποίηση της τέλεσης της υπό έρευνα πράξης δεν θα εστερείτο νοήματος, με το αιτιολογικό ότι συνιστά (έστω) «πραγματικό έγκλημα», δηλαδή επικίνδυνα αντικοινωνική δράση[10], και αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλιζόταν καλλίτερα το κράτος από την απώλεια (μικρού πάντως) μέρους του οπλισμού του[11]. Υπό τέτοια έποψη, θα μπορούσε να προταθεί άρθρο με το εξής ενδεικτικό περιεχόμενο: «Στρατιωτικός που από αμέλεια γίνεται πρόξενος απώλειας του όπλου ή ουσιώδους μέρους του οπλισμού που του έχει χρεωθεί από την υπηρεσία και προξενεί έτσι σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας ή τη μαχητική ικανότητα του στρατού ή τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα στρατιωτικών, τιμωρείται: α) σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι ενός έτους· β) σε πολεμική περίοδο, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών»[12]. Η ανυπαρξία, όμως, τέτοιου δικαιικού κανόνα δεν είναι, νομίζω, καθόλου άστοχη : ανταποκρίνεται στην ανάγκη –η οποία συνιστά μείζον αίτημα στην εποχή μας– για από-ποινικοποίηση και από-εγκληματοποίηση[13] ή τουλάχιστον μη ποινική τυποποίηση πολλών και διάφορων συμπεριφορών που δεν απαιτούν άνευ ετέρου τέτοια –κατ’ ουσία κατασταλτική– αντιμετώπιση, στο πλαίσιο ενός κοινωνικά φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος· εκφράζει δε την τρέχουσα «ιδεολογία της κυρίαρχης κοινωνικής βουλήσεως»[14] ως προς την εν λόγω συμπεριφορά, η οποία (κοινωνική βούληση, μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων της) καθώς φαίνεται δεν την θεωρεί ως ποινικά κολάσιμη[15] αλλ’ ούτε και ως δυνάμενη να περιοριστεί ουσιαστικά με την ποινικοποίησή της. Όπως διαπιστώνεται, μόνο στην απώλεια απορρήτων (κατ’ άρθρο 141 ΣΠΚ) ο νομοθέτης επιλέγει την ποινικοποίηση μιας «απώλειας» από αμέλεια, την οποία ούτως αξιολογεί ως ουσιαστικά αντικοινωνική και επικίνδυνη –και ως εκ τούτου αξιόποινη– πράξη.


ΙΙΙ. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Πειθαρχικά και μόνο[16], λοιπόν, μπορεί να διωχθεί εν πάση περιπτώσει ο (αμελής) υπαίτιος απώλειας οπλισμού. Και τούτο, στο πλαίσιο του ΠΔ 130/1984 [: Στρατιωτικός Κανονισμός 20-1] και δη βάσει του άρθρου 63 παρ. 2 περ. γ’ (5) ΣΚ 20-1 (ελλιπής συμμόρφωση στις υποχρεώσεις συντηρήσεως, χρήσεως ή διαχειρίσεως κάθε είδους στρατιωτικού υλικού), ανεξάρτητα από την έλλειψη (ή μη) δόλου ή «κακής θελήσεως» –που συνιστούν πάντως ελαφρυντικά– (64 παρ. 3 ΣΚ 20-1), όπως και ανεξάρτητα από την επιβολή ή μη ποινής από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο (62 παρ. 5 ΣΚ 20-1) [εφόσον κατά τ’ ανωτέρω αχθεί σε αυτό η υπόθεση, για παράβαση του άρθρου 56 ΣΠΚ][17]. Βέβαια, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον «πράξη» (ή «παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας») του απωλέσαντος οπλισμό (κατ’ άρθρο 63 παρ. 1 ΣΚ 20-1) και –κατά φιλελεύθερη έποψη, που κρίνεται σκόπιμη εν προκειμένω– αμέλειά του ως προς αυτήν. Σημειωτέον ότι την υποχρέωση φροντίδας του στρατιωτικού υλικού επιτάσσουν κυρίως τα άρθρα 13 παρ. 1 περ. η’ ΣΚ 20-1 (θεωρούμενης ως ενός εκ των γενικών καθηκόντων του στρατιωτικού) και 105 ΣΚ 20-2 (στις Γενικές Διατάξεις του Κεφαλαίου Φ, για τη συντήρηση υλικού κ.λπ.).


IV. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Την ενασχόλησή του με το εν λόγω θέμα εμπνεύστηκε ο γράφων από το ενδεχόμενο –το οποίο λίγο έλειψε ν’ αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του– να χάσει από αμέλειά του την (σχετικά ευτελούς αξίας) ξιφολόγχη που του χορηγήθηκε από την «υπηρεσία» και να διωχθεί γι’ αυτό. Υπάρχει –όπως διαπιστώθηκε τότε– γενική άγνοια (μεταξύ πολλών, και) ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, δηλαδή ως προς το εάν η απώλεια οπλισμού επιφέρει, πέραν των αναμενόμενων[18] πειθαρχικών, και ποινικές κυρώσεις, καθώς και ποιοι είναι οι δικαιικοί κανόνες που διέπουν τέτοιες περιπτώσεις.
Η άγνοια, όμως, των στρατιωτικών (και ιδίως όσων υπηρετούν τη θητεία τους, οι οποίοι τελούν υπό ιδιότυπο νομικό status και βρίσκονται για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα[19] σ’ ένα πέρα για πέρα πρωτόγνωρο και τρόπον τινά «αφιλόξενο» και πλήρως εξουσιαστικό περιβάλλον) ως προς αυτό είναι ανεπίτρεπτη, καθ’ ότι προκαλεί σ’ αυτούς μεγάλη ανασφάλεια. Και τούτο, παρ’ όλον ότι σε πολύ λίγες μόνο περιπτώσεις (: του άρθρου 56 ΣΠΚ) φαίνεται να πραγματώνονται οι όροι τού νόμου και να είναι πράγματι δυνατή η ποινική δίωξη για τέτοια πράξη.
Συνεπώς, ορθά μεν δεν έχει επιλεγεί από τον νομοθέτη η κατασταλτική «λύση» της ποινικοποίησης της από αμέλεια απώλειας οπλισμού από στρατιωτικό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αφού το υφιστάμενο σχετικό πειθαρχικό καθεστώς κρίνεται υπεραρκετό[20], ιδίως λόγω της ευρείας και μάλλον επιτυχημένης γενικο-προλητικής λειτουργίας του. Θα πρέπει, ωστόσο, να επιχειρηθεί η ουσιαστική πληροφόρηση των στρατιωτικών ως προς τα εν γένει δικαιώματα των οποίων είναι φορείς, αλλά και τις υποχρεώσεις που υπέχουν και τις συνέπειες που μπορούν πράγματι να επιφέρουν οι διάφορες πράξεις ή παραλείψεις τους, ώστε να μειωθεί στο μέτρο του δυνατού η υπαρκτή –ιδιαίτερα σ’ αυτή την κοινωνική κατηγορία– άγνοια (κι ως εκ τούτου βιωμένη ανασφάλεια) του δικαίου, και δη και ως προς το προκείμενο θέμα της αμελούς απώλειας οπλισμού. 




* Για την εν γένει προθυμία του και τις πολύτιμες υποδείξεις του κατά τη συγγραφή της παρούσας μελέτης εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου στον Αδάμ Παπαδαμάκη, Καθηγητή Α.Π.Θ.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο νομικό περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη έτους 2010 σελ. 864-867.


1 Η έννοια της «απώλειας» προϋποθέτει νοηματικά, κατ’ αρχήν, αμέλεια (κατ’ άρθρο 28 ΠΚ) του προσώπου· βλ., π.χ., άρθρο 141§1 ΣΠΚ (απώλεια απορρήτων) [ΣΠΚ : Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας = Ν 2287/1995]. Παρά ταύτα και παρ’ όλη την φαινομενική ταυτολογία, γίνεται εν προκειμένω ρητά λόγος για «απώλεια εξ αμελείας», ώστε να καταστεί τούτο απόλυτα σαφές (δεδομένης και της διάταξης του άρθρου 26§1εδ.β’ΠΚ, που εφαρμόζεται κατ’ άρθρο 3 ΣΠΚ και ορίζει τηρητή αναφορά της αμέλειας στο νόμο, ώστε να τιμωρείται μια πλημμεληματική πράξη όταν έχει τελεσθεί από αυτήν), αλλά και διότι σε άλλα άρθρα του ΣΠΚ [: 103 παρ. 1, 2, 104 (απώλεια ή βλάβη πλοίου ή αεροσκάφους), 110 (απώλεια πλοίου νηοπομπής)] γίνεται λόγος για απώλεια (άλλου είδους, βέβαια, πραγμάτων) με πρόθεση (κατ’ άρθρο 27 ΠΚ) προς τούτο.
[2] Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η «μαξιμαλιστική», άμεση και δραστική ενεργοποίηση του στρατιωτικού μηχανισμού δεν πρέπει να αντιβαίνει κατ’ ουσία στο τεκμήριο αθωότητας (κατ’ άρθρα 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 2 ΔΣΑΠΔ) του (υπαιτίου ή μη) προσώπου. Απαιτείται, δηλαδή, οι αρμόδιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που επιλαμβάνονται τέτοιας (αλλά και κάθε) υπόθεσης να μη ξεκινούν με την προκατειλημμένη άποψη (ακόμη και αν αυτή αντανακλάται έμμεσα) ότι ο «ύποπτος» στρατιωτικός πράγματι διέπραξε το αδίκημα· βλ. ενδεικτ. ΕυρΔΔΑ, Barbera Messegue et Jabardo c. Espagne, 06.12.1988, σκέψη 77· ΕυρΔΔΑ, Allenet de Ribemont c. France, 10.02.1995, σκ. 35-36.
[3] Περαιτέρω, ο στρατιωτικός θεωρείται ως «δημόσιος υπόλογος» σύμφωνα με τους όρους του άρθρ. 21 παρ. 2 ΝΔ 721/1970. Για την έννοια βλ. ενδεικτ. ΣυμβΕφΘεσ 547/2003 ΠοινΔικ 2004, 930∙ ΔΝαυτΠειρ 748/1998 ΠοινΔικ 1999, 356∙ ΑΠ 1354/1997 Υπερ 1998, 537.
[4] Για την κατάφαση αμέλειας ερευνάται, κατά πάγια νομολογία, αφενός μεν η κατ’ αντικειμενική κρίση καταβολή της απαιτούμενης προσοχής από τον μετρίως συνετό [και έλλογο] και ευσυνείδητο άνθρωπο (στρατιωτικό εν προκειμένω), με βάση τους νομικούς κανόνες, τις κρατούσες συνήθειες, την κοινή πείρα, τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, και αφετέρου δε η ύπαρξη δυνατότητας, με τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και αποφύγει την απώλεια που έλαβε χώρα, η οποία πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την (αξιόποινη) πράξη του· βλ. ενδεικτ. ΑΠ 1251/2005 ΠοινΧρ 2006, 226· ΑΠ 550/1997 ΠοινΧρ 1998, 125. Μάλιστα, ο Α. Παπαδαμάκης, ως Επίτροπος στην πρότασή του που έγινε δεκτή στο υπ’ αριθ. 218/1988 βούλευμα του ΣυμβΔιαρκΣτρΘεσ, Αρμ 1989, 569, θεωρεί ότι «η αντικειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος δεν εξαντλείται στην κατά οποιοδήποτε τρόπο αιτιώδη πρόκληση του αποτελέσματος (…), αλλά προϋποθέτει και την, εκ μέρους του δράστη, αντικειμενική προσβολή του καθήκοντος επιμέλειας ως προς το έννομο αγαθό που προσβλήθηκε», ενώ «θα πρέπει να υφίσταται και η αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος». Σημειωτέον ότι, αν ο απωλέσας οπλισμό δεν φέρει υπαιτιότητα (και δη αμέλεια) για το συμβάν αυτό, δεν θα πρέπει ούτως ή άλλως και να υπέχει κυρώσεις γι’ αυτό [άσχετα βέβαια με το γεγονός ότι, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, το στρατιωτικό πειθαρχικό πλαίσιο είναι αρκετά «ελαστικό» και συνακόλουθα, παρά ταύτα, δεν αποκλείεται ο μη υπαίτιος στρατιωτικός να τιμωρηθεί τελικά –και όλως αδίκως κατ’ εμέ– γι’ αυτή τη «μη πράξη» του].
[5] Α. Παπαδαμάκης, Στρατιωτικό ποινικό δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 20022, σελ. 431.
[6] Βλ. άρθρο 147 ΣΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 ΣΠΚ, 18 εδ. α, β και 26 παρ. 1 ΠΚ. Βλ. σχετ. και Ι. Μανωλεδάκη, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 200211, σελ. 71 επ. Στην περίπτωση, λ.χ., που ο στρατιωτικός δηλώσει ότι έχασε (: κατά λάθος – από αμέλεια) το όπλο του, ενώ το κατέχει έχοντας κρύψει (: με πρόθεση) τούτο, τελεί βέβαια υπεξαίρεσή του.
[7] Την ανάγκη της θέσπισης άρθρου με αυτό το περιεχόμενο είχε διατυπώσει ο Α. Παπαδαμάκης, Οι προσανατολισμοί του στρατιωτικού ποινικού δικαίου κατά την ιστορική του διαδρομή και η ανάγκη μεταρρύθμισής του, Υπερ 1992, 720.
[8] Η οποία εντολή (consigne) ορθότερο είναι να θεωρηθεί ότι δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι έχει δοθεί, ανά πάσα στιγμή, σε κάθε στρατιώτη που έχει χρεωθεί όπλο. Εν τοιαύτη περιπτώσει υπάρχει τουλάχιστον περιθώριο για την εφαρμογή τής θεμελιώδους στο ποινικό δίκαιο αρχής «in dubio pro reo». Πρβλ. Ν. Παρασκευόπουλο, Παρατηρήσεις επί ΣυμβΔιαρκΣτρΑθ 307/1990 κ.ά., Υπερ 1991, 517, για το ενδεχόμενο επικίνδυνης σύγχυσης του ποινικού με το πειθαρχικό δίκαιο αναλόγως τού πώς νοείται η «υπηρεσία» και η απειθαρχία (έννοιες που, κατ’ ουσία, συνηθέστατα παίζουν κάποιο ρόλο και για την κατάφαση της εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΠΚ). Πρβλ. και έποψη [βλ., μ.ά., Α. Παπαδαμάκη, Στρατιωτικό ποινικό δίκαιο, ό.π., σελ. 199 επ.∙ ΔΣτρατΛαρ 90/1999 ΠοινΧρ 2001, 179] ότι η στρατιωτική εντολή δεν είναι στην ουσία της αυτοτελής διαταγή αλλά, στο μέτρο που σχετίζεται λειτουργικά με ορισμένη κύρια υπηρεσία, συνιστά μια επιμέρους διευκολυντική πτυχή της, εξυπηρετώντας άμεσα το σκοπό της].
[9] Πρβλ. την αστυνομική νομοθεσία, η οποία δεν τυποποιεί μεν ποινικά την ίδια συμπεριφορά που μας απασχολεί εν προκειμένω, αλλά με δεδομένη την οποία θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί η θέσπιση σχετικού άρθρου. Προκειμένου για την εν λόγω πλημμελή συμπεριφορά όσον αφορά στους αστυνομικούς, βλ. άρθρο 6 παρ. 1 Ν 3169/2003 και για την ερμηνεία του, Γ. Μπέκα, Οπλοφορία και χρήση πυροβόλων όπλων από τους αστυνομικούς, Αθήνα 2003, σ. 72 επ. Το έγκλημα που τυποποιείται σε αυτό το άρθρο αφορά στην εκ μέρους αστυνομικού δόλια (αφού γνωρίζει κι αποδέχεται ότι δεν τηρεί τα δέοντα μέτρα φύλαξης και ασφαλείας) πλημμελή φύλαξη του όπλου, η οποία επέφερε την απώλειά του (και, στη διακεκριμένη παραλλαγή του, την περιέλευση της κατοχής του σε τρίτο πρόσωπο).
[10] Ως ανθρώπινη ενέργεια, η οποία εκδηλώνεται μέσα σε ορισμένο κοινωνικό πλαίσιο (και δη στο στρατιωτικό), έχει αντικοινωνικό χαρακτήρα (αντιστρατευόμενη τους όρους της στρατιωτικής κοινωνικής «ζωής») και, ως εκ της σοβαρότητάς της, φέρει το στοιχείο της επικινδυνότητας (λόγω των συνεπειών της στο στρατιωτικό πλαίσιο, ή αυτών που θα μπορούσε να έχει). Για την έννοια του «πραγματικού» εγκλήματος, βλ. Σ. Αλεξιάδη, Εγκληματολογία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 20044, σελ. 42-43.
[11] Μια τέτοια νομική ρύθμιση θα είχε, νομίζω, ως «γενικο-προληπτικό» αποτέλεσμα την (προκαταβολικά) μεγαλύτερη φροντίδα και πρόνοια των στρατιωτικών ως προς τον οπλισμό τους [αλλά όχι και ουσιαστικό «ειδικο-προληπτικό» αποτέλεσμα, αφού πρόκειται για εξ αμελείας τελούμενο έγκλημα. Για τις έννοιες της γενικής και ειδικής πρόληψης, βλ. ενδεικτ. Ι. Φαρσεδάκη, Στοιχεία Εγκληματολογίας, Αθήνα 1996, σελ. 62]. Πάντως, θεωρώ ότι τέτοιο αποτέλεσμα ήδη έχει το υφιστάμενο πλαίσιο επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων [πρβλ. άρθρ. 62 παρ. 6 ΠΔ 130/1984 (ΣΚ 20-1)], σε συνδυασμό με την εσφαλμένη –και ως εκ τούτου προβληματική– γενικότερη πεποίθηση στις τάξεις του ελληνικού στρατού ότι η απώλεια οπλισμού επιφέρει σε κάθε περίπτωση ποινικές κυρώσεις στον υπαίτιο, όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω.
[12] Αυτό το άρθρο θα προστάτευε το έννομο αγαθό της στρατιωτικής ιδιοκτησίας ή/και της στρατιωτικής υπηρεσίας [: στη δεύτερη αυτή περίπτωση θα συνιστούσε γνήσιο στρατιωτικό έγκλημα∙ βλ. ενδεικτ. ΠεντΣτρατΞάνθ 480/2001 ΠΛογ 2001, 2558 επ.], και, ως προς την τυπολογική του κατάταξη, θα ήταν ιδιαίτερο (αφού ενεργητικό υποκείμενο δεν είναι οποιοσδήποτε, αλλά μόνον στρατιωτικός), μονοπρόσωπο (καθ’ όσον καθένας είναι υπεύθυνος για τον ατομικό οπλισμό που έχει χρεωθεί, κατά τον χρόνο που τον φέρει και δεν τον έχει αφήσει στον θαλαμοφύλακα), ουσιαστικό(αφού έχει αποτέλεσμα με τη στενή του όρου έννοια), συγκεκριμένης διακινδύνευσης (αφού περιέχει τον κίνδυνο, ως αποτέλεσμα της ενέργειας του δράστη, στην αντικειμενική του υπόσταση), στιγμιαίο (αφού η χρονική στιγμή της αποπεράτωσής του είναι μοναδική), πλημμέλημα (λόγω του πλαισίου προβλεπόμενης ποινής), με υλικό αντικείμενο. Θα ήταν δε μάλλον προβληματικό, και δη ως προς την κατάφαση της πρόκλησης «σοβαρού κινδύνου για την ασφάλεια της χώρας ή τη μαχητική ικανότητα του στρατού ή τη σωματική ακεραιότητα στρατιωτικών», αφού ο «σοβαρός αυτός κίνδυνος» είναι υπέρ το δέον αόριστος (contra άρθρ. 7 παρ. 1 Συντ., 1 ΠΚ) και μπορεί πολύ εύκολα να καταφαθεί, εάν ο αρμόδιος στρατιωτικός δικαστής ή στρατοδίκης δεν ερμηνεύει στενά αυτή τη διάταξη (ως οφείλει, αφ’ ής στιγμής πρόκειται για διάταξη του ποινικού δικαίου).
[13] Για τις εν λόγω έννοιες, βλ. Σ. Αλεξιάδη, Εγκληματολογία, ό.π., σελ. 306 επ.
[14] Βλ. Ι. Μανωλεδάκη, Η σχετικότητα της ποινικής προστασίας, Ποινικά 7, Αθήνα-Κομοτηνή 1980, σελ. 11, υποσημ. 2.
[15] Πιθανώς διότι τα ενδεχόμενα εν προκειμένω υπό προστασία έννομα αγαθά της στρατιωτικής ιδιοκτησίας ή/και της στρατιωτικής υπηρεσίας δεν θεωρούνται ως έννομες αξίες (ήτοι συμφέροντα) ιδιαίτερα σημαντικές, όπως προϋποτίθεται∙ βλ. ενδεικτ. J. Baumann, Θεμελιώδεις έννοιες και σύστημα του ποινικού δικαίου, (απόδοση Ι. Γιαννίδη - Λ. Κοτσαλή), Αθήνα 1983 (= Stuttgart κ.λπ. 19795), σελ. 7 επ.
[16] Φρονώ ότι η πειθαρχική (και μόνο) δίωξη του υπαιτίου είναι υπεραρκετή, αφού συνέπειες ήδη προβλέπονται –και μάλιστα μη αμελητέες–, σε ένα πλαίσιο ιδιαίτερα αυστηρό και στην πράξη εύκολα εφαρμόσιμο οποτεδήποτε δεήσει ο εκάστοτε διοικητής της στρατιωτική (υπο-)μονάδος. Ορθά, δε, υποστηρίζεται ότι, «η στρατιωτική πειθαρχική καταστολή ενυλώνει μια μορφή κρατικής-δομικής βίας που συνεπάγεται τη νομιμοποιημένη προσβολή ατομικών εννόμων αγαθών» (Ε. Φυτράκης, Ποινικό δίκαιο και στρατιωτική πειθαρχική εξουσία: το άρθρο 73 ΣΠΚ, Υπερ 1999, 865). Σε κάθε περίπτωση, οι επιβαλλόμενες πειθαρχικές ποινές πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένες∙ βλ. ενδεικτ. ΣτΕ 4903/1995 ΤΝΠ ΔΣΑ.
[17] Δηλαδή, λαμβάνει χώρα η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε στρατιωτικό για την τέλεση πράξης, από την οποία έστω ότι τον απάλλαξε ή θα τον απαλλάξει το αρμόδιο δικαστικό όργανο. Το αποτέλεσμα αυτό είναι άστοχο [αλλά και ασυμβίβαστο με την αθωωτική δικανική κρίση ή έστω την εγγύηση του τεκμηρίου αθωότητας], θεωρώ δε ότι θα πρέπει να προβλεφθεί η αποζημίωση-αποκατάσταση της ζημίας του προσώπου που τιμωρήθηκε πειθαρχικά (ιδίως με την ποινή «φυλάκισης» ή «αυστηρής φυλάκισης» του άρθρου 69 ΣΚ 20-1) στη συνέχεια όμως κηρύχθηκε αθώος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση· πρβλ. άρθρ. 7 παρ. 4 Συντ., 533 επ. ΚΠΔ (: «αποζημίωση εκείνων που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν», ρύθμιση η οποία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση). Πρβλ. και Ε. Σουσούρα, Αντίθετη με την ΕΣΔΑ η επιβολή της πειθαρχικής ποινής αυστηράς φυλάκισης στους οπλίτες και τους υπαξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, ΕπετΑρμ 2004, 199 επ.
[18] Καθ’ ότι η θεμελιώδης φιλελεύθερη δικαιοκρατική αρχή «in dubio pro libertate» [: «εν αμφιβολία υπέρ της ελευθερίας» ή «ό,τι δεν απαγορεύεται (ρητά), επιτρέπεται»] αντιστρέφεται εν μέρει στο στρατιωτικό πλαίσιο. Δηλαδή, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, μετατρέπεται συνήθως σε «ό,τι δεν προβλέπεται/επιτρέπεται ρητά, απαγορεύεται». Κατ’ αποτέλεσμα, η επιλογή της πειθαρχικής δίωξης για πλήθος πράξεων είναι ιδιαίτερα ευχερής και επαφίεται, όπως προλέχθηκε, στον εκάστοτε αρμόδιο προς τούτο ιεραρχικά ανώτερο.
[19] Λόγω του ότι το χρονικό αυτό διάστημα είναι μικρό, φρονώ ότι η πάγια αρχή του δικαίου «ignoriantia juris nonexcusat» [δηλαδή, ότι «άγνοια νόμου δεν συγχωρείται» (και άρα τιμωρείται)] είναι τρόπον τινά άτεγκτη και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τους εκάστοτε αρμόδιους δικαστικούς λειτουργούς ή στρατιωτικούς με πειθαρχική δικαιοδοσία με κάποια μετριοπάθεια και, κατά συνέπεια, πιο κοινωνικά φιλελεύθερα.
[20] Κατά μείζονα λόγο, ορθά δεν έχει προβλεφθεί η ποινική τυποποίηση της απώλειας οπλισμού κατ’ αντικειμενική ευθύνη, με βάση μόνο (την αντικειμενική αιτιότητα για) το αποτέλεσμα αυτό και ανεξάρτητα από τυχόν (υποκειμενική)υπαιτιότητα του απωλέσαντος οπλισμό, αφού τέτοια ρύθμιση, μεταξύ άλλων ενδεχομένως προβλημάτων, θα αντέβαινε κατ’ αρχάς στο ίδιο το Σύνταγμα (contra άρθρ. 2 παρ. 1) και την θεμελιώδη αρχή «nulla poena sine culpa», που είναι απόλυτα κρατούσα στην ελληνική επιστήμη· βλ. ενδεικτ. Γ.-Α. Μαγκάκη, Ποινικό δίκαιο - διάγραμμα γενικού μέρους, Αθήνα 19822, σελ. 273 επ.· Ι. Μανωλεδάκη, Ποινικό δίκαιο - επιτομή γενικού μέρους, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 20016, σελ. 177 επ.· πρβλ., όμως, Ν. Λίβο, Ευθύνη των επιχειρήσεων και των διοικητών τους για οικονομικά εγκλήματα: ένα παράδειγμα σύγχρονου οικονομικού σχεδιασμού του ποινικού δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε Πρακτικά Συνεδρίου «Σύγχρονες εξελίξεις του ευρωπαϊκού οικονομικού ποινικού δικαίου» (συνδιοργάνωση Ε.Ε.Π., Δ.Σ.Πειρ. και Κ.Δ.Ε.Ο.Δ.), Αθήνα 2010, σελ. 110 επ., ο οποίος ουσιαστικά (και αιρετικά) θίγει το ζήτημα της μη κατ’ ανάγκη απόλυτης και απαρέγκλιτης εφαρμογής της εν λόγω αρχής σε ορισμένες –εξαιρετικές– περιπτώσεις. Τέτοια αντικειμενική ευθύνη του απωλέσαντος οπλισμό [μη ποινική, καίτοι οι συνέπειές της δεν αποκλείεται (σπάνια πάντως) να είναι πολύ αυστηρές, υποκρύπτοντας κατ’ ουσία «ποινές» του ποινικού δικαίου· βλ., π.χ., άρθρ. 69 παρ. 16 (δυνητική έκτιση της πειθαρχικής ποινής της «αυστηρής φυλάκισης» στις στρατιωτικές φυλακές) και 70 παρ. 1 ΣΚ 20-1 (επιβολή «φυλάκισης απλής ή αυστηρής» από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, διάρκειας έως και 60 ημερών, πολύ περισσότερο δηλαδή από το κατώτερο όριο ποινής των πλημμελημάτων κατ’ άρθρο 53 ΠΚ· σημειωτέον, βέβαια, ότι η πειθαρχική φυλάκιση είναι άλλης φύσεως)] καθιερώνει ουσιαστικά το στρατιωτικό πειθαρχικό δίκαιο [βλ. εν γένει περιεχόμενο άρθρων 63, 64 ΣΚ 20-1], είναι δε υπεραρκετές και αρκούντως αποτελεσματικές (τουλάχιστον ως προς τον ψυχολογικό καταναγκασμό που συνεπάγονται για επιμέλεια - πρβλ. άρθρο 62 παρ. 6 ΣΚ 20-1) οι σχετικές διατάξεις, όπως διαγράφηκαν ακροθιγώς ανωτέρω.
Επιτροπή Αλληλεγγύης Στρατευμένων
Δίκτυο Ελευθέρων Φαντάρων Σπάρτακος
ΤΗΛ. ΕΠΙΚ. 6932 955437 http://diktiospartakos.blogspot.com
diktiospartakos@hotmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου