Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Χίτλερ, Τραμπ και «Fake News»

Το σκοτεινό παρελθόν της Γερμανίας, το «Lügenpresse» οπαδών του πλανητάρχη και η νέα ύπουλη μόδα 
Στη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας του Τραμπ, μια λέξη, που μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν ότι προέρχεται από το σκοτεινό παρελθόν της ναζιστικής Γερμανίας, έκανε διαρκώς την εμφάνισή της σε Facebook και Twitter οπαδών του Αμερικανού προέδρου, και μάλιστα στα γερμανικά! Lügenpresse (ψευδόμενος, ψεύτικος Τύπος). 
Με αυτήν τη λέξη έκλειναν σχεδόν κάθε τους ανάρτηση ως απάντηση σε ρεπορτάζ δημοσιογράφων που έφερναν σε δύσκολη θέση τον Τραμπ αλλά και αντιρρήσεις απλών πολιτών. Τον Οκτώβριο κυκλοφόρησε βίντεο που έδειχνε οπαδούς του Τραμπ να φωνάζουν, πάντα στα γερμανικά, Lügenpresse σε δημοσιογράφους. Μάλιστα στο βίντεο ένας οπαδός κάνει και «μάθημα» σε άλλους για τη σωστή εκφορά της λέξης.
Μέσω κοινωνικών δικτύων μιλούσαν για «Τυραννία του Τύπου» και «Lügenpresse εναντίον του λαού».

Ο όρος Lügenpresse έχει μια μακρά και σκοτεινή ιστορία στη Γερμανία. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε μετά το 1848 από φανατικούς καθολικούς εναντίον του Τύπου. Τότε το αφήγημα ήταν ότι οι εφημερίδες ελέγχονταν από ελευθερομασόνους και Εβραίους.

Όμως άρχισε να γίνεται της μόδας μόνο στα χρόνια του μεσοπολέμου. Ο όρος Lügenpresse χρησιμοποιείτο κυρίως από τους ναζί, ενάντια σε κάθε φωνή κριτικής και ορθολογισμού στον Τύπο, αλλά σποραδικά και από κομμουνιστές, ενάντια στον «bourgeois Lügenpresse». 

Μόδα το ψέμα
Τότε ήταν που καθιερώθηκε μια πατέντα που από τη ναζιστική Γερμανία αναβιώνει σήμερα μέχρι και από τον Ντόναλντ Τραμπ και ουσιαστικά έχει ένα βασικό νόημα: Ο όρος Lügenpresse αναφέρεται σε οποιοδήποτε Μέσο δεν αντικατοπτρίζει τις απόψεις αυτού που το χρησιμοποιεί και κατά συνέπεια πρέπει να προπαγανδιστεί ως μισητό, ψευδόμενο και αναξιόπιστο Μέσο. Τα περιβόητα Fake News, δηλαδή, που ξαφνικά έγιναν τόσο της μόδας... 

Από τα πρώτα πράγματα που έκαναν οι ναζί όταν πήραν την εξουσία ήταν ο έλεγχος ολόκληρου του εγχώριου Τύπου. Μόλις το κατάφεραν αυτό, φυσικά σταμάτησαν να τον αποκαλούν Lügenpresse. Αντίθετα, ο Χίτλερ και ο Γκέμπελς άρχισαν να βαφτίζουν ως Lügenpresse τον ξένο Τύπο, ευρωπαϊκό και αμερικανικό, όπως π.χ. όταν το 1938 οι ξένες εφημερίδες έγραφαν ρεπορτάζ για τη Νύχτα των Κρυστάλλων.

Μετά το 1945 η Δυτ. Γερμανία, πράττοντας σοφά, απέφυγε εντελώς τη λέξη σε βαθμό που για περισσότερο από μισό αιώνα είχε σχεδόν εκλείψει. Ο όρος δεν εξαφανίστηκε μόνο στην Ανατ. Γερμανία: χρησιμοποιείτο κατά του δυτικογερμανικού Τύπου που θεωρούνταν «καπιταλιστικός και φασιστικός Lügenpresse». 

Στην επανενωμένη Γερμανία ο όρος είχε πάψει να χρησιμοποιείται μέχρι το 2014. Τότε ξαφνικά έγινε το αγαπημένο σύνθημα σε ακροδεξιές και νεοναζιστικές ομάδες. Οι οπαδοί του ξενοφοβικού Pegida το φώναζαν εν χορώ στις συγκεντρώσεις τους. Ο ανατριχιαστικός όρος Lügenpresse γρήγορα έγινε «καραμέλα» σε ένα κομμάτι του κόσμου, από ακροδεξιούς μέχρι συνωμοσιολόγους. Συχνά ο όχλος γίνεται και σωματικά επιθετικός ενάντια σε δημοσιογράφους. Μόνο πέρσι σημειώθηκαν 39 τέτοιες βίαιες επιθέσεις σε δημοσιογράφους.

Το 2014, δικαστήριο που επιλέγει τη χειρότερη γερμανική λέξη της χρονιάς, επέλεξε τη Lügenpresse, χαρακτηρίζοντάς τη ως «εξαιρετικά ύπουλη».
Παρ’ όλα αυτά, δημοσκόπηση το 2015 διαπίστωσε ότι το 39% των Δυτικογερμανών και 44% των Ανατολικογερμανών θεωρούσαν τη χρήση του όρου «εν μέρει κατάλληλη».

Πάθος για έλεγχο
Η αντιπάθεια του ίδιου του Τραμπ απέναντι στα ΜΜΕ έχει εξελιχθεί σε ανοιχτό πόλεμο. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος βέβαια δεν συνηθίζει, όπως οπαδοί του, τον όρο Lügenpresse, που προκαλεί ανατριχίλα ως αγαπημένο σλόγκαν των ναζί. Ο Τραμπ χρησιμοποιεί μόνο τη σύγχρονη, αγγλική μετάφραση του όρου, δηλαδή Fake Νews (ψεύτικα νέα - ειδήσεις, αφού σήμερα ειδήσεις έχουμε από διάφορες πηγές ενώ επί Χίτλερ ήταν μόνο ο Τύπος). 
«Είσαι fake news» είπε ο Τραμπ δείχνοντας τον δημοσιογράφο του CNN στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου ως προέδρου των ΗΠΑ και αρνήθηκε να απαντήσει στην ερώτηση.

Στον «πλανήτη Τραμπ» οτιδήποτε δεν είναι αρεστό αποτελεί fake news. Κι ας αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων και των ρεπορτάζ αντικειμενικό και αληθινό. Από τα tweets που ανεβάζει καθημερινά μέχρι τις επίσημες συνεντεύξεις ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποιεί τον όρο fake news με ρυθμούς πολυβόλου.

Ακόμη και στην ιστορική συνέντευξη Τύπου με την Άνγκελα Μέρκελ την περασμένη Παρασκευή. Όταν ρωτήθηκε από (σ.σ.: Γερμανό) δημοσιογράφο «κύριε πρόεδρε γιατί φοβόσαστε τόσο την πολυφωνία, διαφορετικότητα (diversity) στα media που κάνετε τόσο συχνά λόγο για fake news;», η απάντηση του Αμερικανού προέδρου ήταν ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος μάλλον θα τα διάβασε όλα αυτά στα… fake news!
Τον Φεβρουάριο ο Τραμπ με ένα tweet του έγραψε ότι «κάθε αρνητική δημοσκόπηση είναι fake news».

Από πολιτικούς της στόφας Τραμπ μέχρι φανατισμένους πολίτες σε Ευρώπη και Αμερική, ο όρος fake news ή και Lügenpresse εκτοξεύεται ως κατηγορία αρχικά σε χιλιάδες δημοσιογράφους, με σκοπό την απαξίωση του Τύπου ή και την εξίσωσή του με μηδενικής εγκυρότητας ιστοσελίδες, blogs και trolls του Διαδικτύου. 

Για παράδειγμα, ενώ ο Τραμπ δεν έχει αφήσει ούτε ένα παραδοσιακό Μέσο που να μην το έχει χαρακτηρίσει ως fake news, ουδέποτε μίλησε απαξιωτικά για το προπαγανδιστικό σάιτ Breitbart του στενού του συνεργάτη και συμβούλου στρατηγικής του, του ακροδεξιού Στιβ Μπάνον.

Ο χαρακτηρισμός fake news αποκαλύπτει μια αγωνιώδη προσπάθεια για απαξίωση γενικά του Τύπου και συλλήβδην των δημοσιογράφων, και μια υπεκφυγή στο να δοθούν στοιχειοθετημένες απαντήσεις σε ερωτήματα και ρεπορτάζ. Όμως αυτή η «νομιμοποίηση» του όρου από χείλη πολιτικών δημιουργεί ακόμη μια παρενέργεια. 

Η χρήση του όρου fake news ή Lügenpresse από μια μερίδα του κόσμου (στην πραγματική ζωή αλλά και στο σύμπαν του Διαδικτύου), που συχνά δεν ξέρει καν τι σημαίνει ή τι αντιπροσωπεύει, αρχίζει να εξαπλώνεται και να εκτοξεύεται ενάντια όχι μόνο στα Μέσα και τους απλούς δημοσιογράφους αλλά ακόμη και εναντίον οποιουδήποτε πολίτη εκφράζει αντιρρήσεις κι ενστάσεις. Άνθρωποι που αισθάνονται το ευαίσθητο, ανασφαλές «εγώ» τους να κινδυνεύει από την κριτική ή τον ορθολογισμό των άλλων αμύνονται κατηγορώντας τους για fake news.

Ύπουλο χτύπημα
Ο ύπουλος χαρακτηρισμός fake news χρησιμοποιείται για να πλήξει την αξιοπιστία της επαγγελματικής δημοσιογραφίας, που χρησιμοποιεί πηγές και διασταυρώσεις εγκυρότητας ώστε να δώσει την πληροφορία στον κόσμο, την ίδια στιγμή που γιγαντώνεται μια αυτοκρατορία «ψευδών ειδήσεων». Μηδενικής εγκυρότητας «ειδήσεις» πλασάρονται στο Ίντερνετ ως «αλήθειες» και «αποκαλύψεις» που η «διεφθαρμένη» δημοσιογραφία αποκρύπτει.

Η προπαγάνδα και οι ψευδείς ειδήσεις στο Ίντερνετ είναι παρόμοιες μέθοδοι παραμόρφωσης της αλήθειας με σκοπό την πειθώ. Αν και το αποτέλεσμα μεταφράζεται με πολιτικούς όρους, τα κίνητρα δεν είναι απαραιτήτως μόνο πολιτικά. Πολλοί από τους δημιουργούς των ψευδών ειδήσεων απλώς έψαχναν έναν τρόπο να βγάλουν γρήγορο χρήμα με το να εκμεταλλευτούν τους αλγορίθμους διαδίδοντας συγκεκριμένο περιεχόμενο και κερδίζοντας ένα κοινό που μοιραία θα έβλεπε και διαφημίσεις.

Πριν από το Ίντερνετ, το να κυκλοφορήσει εντύπως κανείς fake news κερδίζοντας παράλληλα ένα κοινό που θα μπορούσε να αποτιμηθεί και σε χρήμα ήταν σχεδόν αδύνατο για τρεις λόγους:
 Διανομή και κόστος: Η διανομή πληροφορίας σε μεγάλη κλίμακα ήταν απαγορευτικά ακριβή.
 Κοινό και εμπιστοσύνη: Όπως γνωρίζουν καλά όλα τα «παλιά» ΜΜΕ, η απόκτηση μεγάλου κοινού παίρνει χρόνο. Ακριβώς επειδή είναι ακριβό να αποκτηθεί και η «σχέση» χτίζεται πάνω στην εμπιστοσύνη/εγκυρότητα, η εκτύπωση fake news θα ήταν επιζήμια για τη φήμη/αξιοπιστία, άρα θα είχε οικονομικές συνέπειες. Όσοι, άλλωστε, έκαναν το λάθος, το πλήρωσαν ακριβά, αφού τους ακολουθούσε η ρετσινιά της αναξιοπιστίας. 
 Νομοθεσία - κανονισμοί: Επειδή ήταν ακριβή η διασπορά της πληροφόρησης, υπήρχαν λιγότεροι παίκτες (πριν από το Ίντερνετ), οι οποίοι υπάγονταν σε νόμους περί Τύπου και κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Αν εξέδιδαν fake news, το πιθανότερο ήταν να κατέληγαν να δέχονται μηνύσεις.


Όμως με την επανάσταση των social media αυτά τα «φράγματα» για τη δημιουργία fake news δεν υπάρχουν πια. 
Η Σουηδία είναι τόσο θορυβημένη από τις διαστάσεις της αναξιόπιστης πληροφόρησης, που κυκλοφορεί ευρέως ότι σχεδιάζει να εισαγάγει μαθήματα στα σχολεία από το 2018 ώστε τα παιδιά να αποκτήσουν την ικανότητα να διαχωρίζουν τις αξιόπιστες από τις αναξιόπιστες ειδήσεις.

Οι εφημερίδες στη ναζιστική Γερμανία 
Την εποχή πριν από την τηλεόραση, το Ίντερνετ, το Twitter και το Facebook, οι εφημερίδες ήταν το βασικό μέσο για τη διάδοση της πληροφορίας. Ήταν αυτή ακριβώς η πληροφορία που το ναζιστικό κόμμα ήθελε διακαώς να ελέγξει. 
Στην πορεία του προς στην εξουσία, ο Χίτλερ ανήγαγε τον όρο Lügenpresse σε κεντρικό σύνθημα της προπαγάνδας του. 

Υπάρχει ιστορικά καταγεγραμμένη ομιλία του από το 1931 στον στενό πυρήνα των συνεργατών του όπου τους εξηγεί τα μελλοντικά του σχέδια για τον Τύπο: 
«Ο λεγόμενος μεγάλος ειδησεογραφικός Τύπος θα εξαναγκασθεί να δίνει τις πληροφορίες που θ’ αρέσουν σε εμάς. Θα κάνουμε τους δημοσιογράφους να χορεύουν»! 
Με το που ανήλθε στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1933 ο Χίτλερ άμεσα έβαλε σε λειτουργία το σχέδιο που θα του έδινε τον πλήρη έλεγχο σε όλες τις εφημερίδες. Ο όρος Lügenpresse χρησιμοποιείτο καθημερινά ως κατηγορία αλλά και ως δικαιολογία για την «εξυγίανση» του Τύπου από τη ναζιστική κυβέρνηση.

Ο ίδιος ο Χίτλερ, όπως έλεγε αλλά και έγραφε, πίστευε ακράδαντα ότι:
«Η αντίληψη των μαζών είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, η νοημοσύνη τους είναι χαμηλή, αλλά η δύναμη που έχουν στο να ξεχνάνε είναι τεράστια. Σε συνέπεια αυτών των γεγονότων, όλη η αποτελεσματική προπαγάνδα πρέπει να περιοριστεί σε λίγα συγκεκριμένα θέματα και πρέπει να επιμείνει σε αυτά τα σλόγκαν μέχρι κι ο τελευταίος από τον λαό να καταλαβαίνει αυτό που εσύ θέλεις να καταλάβει».
Ο έλεγχος των εφημερίδων ανατέθηκε στον Γιόζεφ Γκέμπελς, επικεφαλής του υπ. Προπαγάνδας. Ο Γκέμπελς δημιούργησε ένα τμήμα μέσα στο υπουργείο που ασχολείτο αποκλειστικά με τις εφημερίδες. Όλος ο Τύπος θα έπρεπε να μεταδίδει το ίδιο μήνυμα. 

Στις 4.10.1933 η κυβέρνηση επέβαλε έναν νόμο που καθόριζε ότι όλη η δημοσιογραφία έπρεπε να είναι «φυλετικά καθαρή». Βάσει αυτού το νόμου απολύθηκαν όλοι οι Εβραίοι αλλά και οι δημοκρατικοί δημοσιογράφοι. Οι υπόλοιποι υποχρεώθηκαν να περάσουν από ένα τεστ ναζιστικής… υπηκοότητας. Οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης εφημερίδας δεν ήταν αρεστός πιεζόταν να πουλήσει την εφημερίδα του. 

Αν αρνείτο να το κάνει, η κυβέρνηση απαγόρευε την έκδοση της εφημερίδας του για κάποιες εβδομάδες που όμως στη συνέχεια γίνονταν μήνες. Με αυτήν την τακτική οι ναζί οδήγησαν στη χρεοκοπία τούς μη αρεστούς εκδότες.
Όπως συνέβη με τον μεγάλο εκδοτικό οίκο της εποχής, τον Ulstein, εβραϊκής ιδιοκτησίας. Οδηγήθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και ξεπουλήθηκε στον ναζιστικό εκδοτικό οίκο Eher Verlag. 

Μία από τις εφημερίδες που εξαφάνισε έτσι η ναζιστική κυβέρνηση ήταν η ιστορική «Vossische Zeitung» που κυκλοφορούσε από το 1703. Ήταν η πιο έγκυρη και με τις περισσότερες πωλήσεις εφημερίδα στη Γερμανία, φιλελεύθερη και με κύρος ανάλογο με τους «Times» στη Βρετανία και τη «Le Temps» στη Γαλλία (σύγχρονές της εκείνης της εποχής).
Τον Φεβρουάριο του 1925 ο Χίτλερ αποκτά τη δική του εφημερίδα. Πρόκειται για την περιβόητη «Völkischer Beobachter», η οποία είχε αρχίσει να κυκλοφορεί ως εβδομαδιαία λίγα χρόνια πριν κι ελάχιστοι τη διάβαζαν. Το 1923 το δικαστήριο απαγόρευσε την κυκλοφορία της όταν φυλακίστηκε ο Χίτλερ αλλά μετά την αποφυλάκισή του κατάφερε να την ξανακυκλοφορήσει ως ημερήσια πια. 

Έγινε το βασικό εργαλείο καθημερινής προπαγάνδας της κυβέρνησης. Από ελάχιστες χιλιάδες φύλλα φτάνει στα 130.000 το 1931 και εκτοξεύεται στα 2 εκατ. ημερησίως το 1944.
Παρουσίαζε την ειδησεογραφία αποκλειστικά από τη σκοπιά της κυβέρνησης και φιλοξενούσε προπαγανδιστικά άρθρα - σχόλια μελών του ναζιστικού κόμματος. Στην πραγματικότητα αποτελούσε την επιτομή αυτού που κάποιος θα αποκαλούσε κυριολεκτικά Lügenpresse.

Ο Γιόζεφ Γκέμπελς κυκλοφόρησε και τη δική του εφημερίδα, την «Der Angriff».
Η «Völkischer Beobachter» τυπωνόταν στο Μόναχο και ήταν πρωινή ενώ η «Angriff» τυπωνόταν στο Βερολίνο και κυκλοφορούσε ως απογευματινή. Με αυτόν τον τρόπο οι ναζί κάλυπταν ολόκληρη τη Γερμανία. 
Ο Γκέμπελς συναντούσε τους εκδότες όλων των βερολινέζικων εφημερίδων κάθε πρωί και τους έλεγε τι μπορούσε να γραφτεί και τι όχι. Έδινε τις καθημερινές οδηγίες στις υπόλοιπες εφημερίδες στη Γερμανία μέσω λεπτομερών τηλεγραφημάτων. Κάθε εκδότης και αρχισυντάκτης γνώριζε τι τον περίμενε αν διανοούνταν να παρεκκλίνει από τις οδηγίες του Γκέμπελς.

Σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το γερμανικό αναγνωστικό κοινό διάβαζε μόνο «καλά και αισιόδοξα», απολύτως ελεγχόμενα νέα, αφού τίποτα το αρνητικό δεν επιτρεπόταν να τυπωθεί.
http://www.topontiki.gr/article/213294/hitler-tramp-kai-fake-news

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου