Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Οι Έλληνες και Τούρκοι εργαζόμενοι δεν έχουν ''ελληνοτουρκικές διαφορές''


Μάνος Σκούφογλου
Οι πρόσφατες αναφορές του Ερντογάν στη συνθήκη της Λωζάνης προκάλεσαν έναν παροξυσμό εθνικής αγανάκτησης και μια ακατάσχετη πλειοδοσία πατριωτισμού. Με την ευκαιρία, καθένας είπε και τον πόνο του. Οι ναζί της Χρυσής Αυγής ζήτησαν την απέλαση όλων των λαθρομεταναστών, “που αποτελούν πέμπτη φάλαγγα της τουρκίας (με μικρό τ σε ένδειξη περιφρόνησης) στην επικράτειά μας”.
Ο Μητσοτάκης κατήγγειλε τις δηλώσεις ως “απαράδεκτες”, γιατί μεταξύ άλλων η συνθήκη της Λωζάνης αποτελεί “τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο στηρίζονται οι ΝΑΤΟικες σχέσεις”. Σε μια παρόμοια προσπάθεια να εξηγήσει στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη πως ο ελληνιτουρκικός ανταγωνισμός είναι και δική τους δουλειά, ο Παυλόπουλος θύμισε πως αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάνης σημαίνει αμφισβήτηση των συνόρων όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της ΕΕ. Και ο Υπουργός Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ Κοτζιάς, διαβόητος εθνικιστής εδώ και πολλά χρόνια, έσπευσε να πει την εξυπνάδα: μήπως ο κύριος Ερντογάν προτιμά τη συνθήκη των Σεβρών;

Δεν χρειάζονται περισσότερα από το να έχει φτάσει κανείς στο αντίστοιχο κεφάλαιο της ιστορίας στο σχολείο για να σκεφτεί αυτό που ο Υπουργός θεώρησε τόσο έξυπνο και δηκτικό. Μέσα στην κοινότοπη ηλιθιότητά της, όμως, η δήλωση αυτή αποτελεί μια απίστευτη εθνικιστική πρόκληση, που κανένα από τα δημοκρατικά κόμματα, τα οποία ανησυχούν για τη διεθνή νομιμότητα, δεν θεώρησε απαραίτητο να καταγγείλει. Αυτό που είπε ευθέως ο Κοτζιάς είναι ότι, αν δεν αρέσει στην Τουρκία η μοιρασιά της Λωζάνης, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να της πάρουμε τη Σμύρνη και τη Δυτική Θράκη. Στη δήλωση του Ερντογαν ότι η καρδιά της Τουρκίας φτάνει μέχρι την Αλβανία, ο Κοτζιάς απάντησε πως η καρδιά της Ελλάδας φτάνει μέχρι την Ινδία.

Εν τω μεταξύ, βέβαια, στην Αλβανία πριν φτάσει η καρδιά του Ερντογάν έφτασε η μπότα του Κοτζιά. Από τη θέση του ισχυρού, ο Υπουργός Εξωτερικών χρησιμοποιεί ως εκβιασμό το δικαίωμα του βέτο στην ενταξιακή πορεία της Αλβανίας στην ΕΕ για να υποχρεώσει σε συμμόρφωση τον Έντι Ράμα και το πολιτικό προσωπικό της γειτονικής χώρας. Καταγγέλλει, μαζί με σύσσωμο τον ακροδεξιό τύπο, το σκάνδαλο της Χειμάρρας, όπου οι αλβανικές αρχές αποφάσισαν την κατεδάφιση 19 μειονοτικών σπιτιών στο πλαίσιο του προγράμματος αστικής ανάπλασης. Μπορεί κανείς να έχει κάθε αντίρρηση στην πολιτική των αστικών εκσυγχρονισμών και αναπλάσεων, αλλά το να θεωρηθεί ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει την κατεδάφιση 9000 περίπου σπιτιών σε όλη την Αλβανία ως πρόσχημα για να κατεδαφιστούν λιγότερο από δύο δεκάδες μειονοτικά σπίτια ξεφεύγει από τα όρια της λογικής. 

Την ίδια στιγμή που καταγγέλλουν την καταπίεση της μειονότητας στην Αλβανία, ο Κοτζιάς και η κυβέρνησή του αρνούνται κυνικά το ιστορικό γεγονός της εθνοκάθαρσης εναντίον της μειονότητας των τσάμηδων της Ηπείρου, που ενορχηστρώθηκε το 1944 κάτω από την καθοδήγηση του ΕΔΕΣ. Την ίδια στιγμή που παρουσιάζεται ως προστάτης του εθνικού αυτοπροσδιορισμού της “ελληνικής μειονότητας” στην Αλβανία, το ελληνικό κράτος δεν αναγνωρίζει καν τον εθνικό προσδιορισμό της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη, την οποία εξακολουθεί να αποκαλεί “μουσουλμανική”. Στα σχολεία, τα ΜΜΕ και τις τιμητικές τελετές, παιανίζεται καθημερινά η ελληνική ψυχή των ελληνικής καταγωγής υπηκόων όλων των άλλων κρατών του κόσμου, όμως μια ομάδα νεαρών φαντάρων του ελληνικού στρατού που έκαναν το σήμα του αητού της Αλβανίας αναγορεύεται σε εθνικό σκάνδαλο. Το δικαίωμα ένας υπήκοος της Ελλάδας να αισθάνεται και μέλος μιας άλλης εθνότητας είναι για όλους αυτούς αδιανόητο, όπως είναι και για τον Καμμένο, που ζητά την αυστηρότερη δυνατή τιμωρία. Κανείς τους δεν φαίνεται να βλέπει σε αυτό κάποια αντίφαση με τις ταυτόχρονες δηλώσεις του Υπουργού Άμυνας πως η Ελλάδα προσβλέπει στη βοήθεια του περιβάλλοντος ελλήνων ομογενών γύρω από τον Τραμπ. Ο Καμμένος, δηλαδή, παραδέχεται και υπερασπίζεται δημοσίως ότι υπήκοοι των ΗΠΑ εμπλέκονται στην πολιτική προκειμένου να ευνοήσουν τα συμφέροντα ενός ξένου κράτους, της Ελλάδας.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο και πιο καλοδεχούμενο για την ελληνική αστική τάξη, το πολιτικό σύστημα, τα ΜΜΕ και την ακροδεξιά από το να καταγγέλλει κανείς τον αλβανικό εθνικισμό ή την τουρκική επιθετικότητα. Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι κάθε εθνικισμός φυσικά είναι το δηλητήριο της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων και τα δεσμά της στον τροχό της ταξικής κυριαρχίας των καπιταλιστών της χώρας τους. Είναι επίσης αλήθεια ότι ο Ερντογάν ηγείται μιας κυβέρνησης απίστευτου αυταρχισμού και βίας εναντίον της αριστεράς, της κούρδικης μειονότητας, των γυναικών. Όμως, η ιδέα πως ο ελληνικός καπιταλισμός και η ελληνική κυβέρνηση είναι ο αμυνόμενος έναντι ξένων επεκτατισμών είναι όχι μόνο άσχετη με την πραγματικότητα, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνη.

Σε ποιόν τα λέει ο Ερντογάν

Ο Κοτζιάς δεν είχε το μονοπώλιο της αναφοράς στη συνθήκη των Σεβρών. Τα ίδια είπε και ο Κιλιντσάρογλου, ο ηγέτης του κεμαλικού CHP. Η συνθήκη της Λωζάνης, που επικύρωσε την τελική διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και το σχηματισμό της σύγχρονης Τουρκίας, είναι συνδεδεμένη με τον Κεμάλ και τον Ισμέτ Ινονού. Αμφισβητώντας την, ο Ερντογάν επιτίθεται και στην κεμαλική πολιτική παράδοση. Ο Κιλιντσάρογλου υπενθυμίζει πως η οθωμανική παράδοση που προσπαθεί σήμερα να προσεταιριστεί ο Ερντογάν είχε οδηγήσει στην πολύ πιο οδυνηρή για την Τουρκία συνθήκη των Σεβρών. Μήπως την προτιμά ο Ερντογάν;

Το CHP δεν πέφτει έξω όταν βλέπει τον εαυτό του ως έναν από τους στόχους του Ερντογάν. Ταυτόχρονα, όμως, και πιθανότατα κυρίως, η αναφορά στη συνθήκη της Λωζάνης βλέπει προς την ανατολή. Στην πραγματικότητα, το πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να τοποθετηθεί είναι η επιχείρηση της ανακατάληψης της Μοσούλης από το ISIS, την οποία εξαπέλυσε ο ιρακινός στρατός σε συνεργασία με του Κούρδους του βόρειου Ιράκ και την υποστήριξη μιας διεθνούς ιμπεριαλιστικής συμμαχίας με επικεφαλής τις ΗΠΑ. Η Τουρκία διεκδικεί το δικό της ρόλο στις εξελίξεις και στην περιοχή, πρώτα και κύρια την παραμονή του τουρκικού στρατού στη βάση της Μπασίκα. Έτσι, ο Ερντογάν δηλώνει πως η συνθήκη της Λωζάνης, που άφησε τη Μοσούλη έξω από τη σφαίρα επιρροής της σύγχρονης Τουρκίας, δεν είναι απαραίτητο να ισχύει για πάντα.

Έτσι, ο ανταγωνισμός του τούρκικου καπιταλισμού με τον ελληνικό, αν και πάντα παρών, πιθανότατα δεν ήταν ανάμεσα στα βασικά κίνητρα των δηλώσεων του Ερντογάν. Παρόλα αυτά, οι εκπρόσωποι του ελληνικού καπιταλισμού δεν αρνήθηκαν την ευκαιρία για ένα “εθνικό θέμα”.

Ποιος παραβιάζει τί

Οι κυβερνήσεις, τα αστικά κόμματα και ο τύπος έχουν καλλιεργήσει διαχρονικά και συστηματικά μύθους που έχουν φτάσει να θεωρούνται αλήθειες πέραν πάσης αμφιβολίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού ως ένα μικρό κόμμα της αντιπολίτευσης άντλησε μέλη και περιστασιακά ρητορική από το διεθνιστικό χώρο, σήμερα υιοθετεί με πάθος τις εθνικιστικές αφηγήσεις. Ο αδιανόητος ξεπεσμός των στελεχών του, που ανέλαβαν να τονώσουν το εθνικό συναίσθημα επισκεπτόμενα τη Ρω και το Καστελόριζο παρέα με τον Καμμένο και τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής, είναι απλώς η πιο θεαματική εκδήλωση.

Κυβερνητικοί εκπρόσωποι, αρχηγοί κομμάτων και ωρυόμενοι δημοσιογράφοι μπορούν να καταγγέλλουν όσο θέλουν τουρκικές προκλήσεις και παραβιάσεις, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος είναι τουλάχιστον εξίσου επιθετικό με το τουρκικό στον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Φυσικά, αυτός ο ανταγωνισμός είναι βαθιά αντιδραστικός ανεξαρτήτως του ποιος δίνει την αφορμή κάθε φορά. Αλλά δεν αποτελείται από μονομερής τουρκικές ενέργειες.

Η συνθήκη της Λωζάνης, όπως και κάθε συνθήκη, επιβλήθηκε υπό ένα συγκεκριμένο συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των εμπλεκόμενων καπιταλιστικών τάξεων και των (πάντα) εμπλεκόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, και στην πορεία ήταν πάντα υποκείμενη στην αλλαγή αυτών των συσχετισμών. Έτσι, η παραβίασή της δεν είναι καθόλου το ταμπού που παρουσιάζει η ελληνική πλευρά. Αντιθέτως, την έχει και η ίδια παραβιάσει ή αναθεωρήσει στην πράξη αρκετές φορές.

Πρώτα από όλα, αρκετοί από όσους υπερασπίζονται με πάθος τη Λωζάνη θα έχουν σίγουρα υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία στη Σαμοθράκη, Λήμνο, τη Λέσβο, τη Σάμο ή κάποιο άλλο από τα νησιά που η συνθήκη ρητά όριζε ως αποστρατιωτικοποιημένες ζώνες. Η μπορεί να την έχουν υπηρετήσει σε ένα από τα Δωδεκάνησα, που σύμφωνα με τη συνθήκη δεν ανήκαν καν στην Ελλάδα, αλλά στην Ιταλία. Το ελληνικό κράτος εγκατέστησε σε διάφορες φάσεις στρατό σε όλα τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, κατά παράβαση των υφιστάμενων συνθηκών και χωρίς επικύρωση από καμία νέα συνθήκη. Η τουρκική Στρατιά του Αιγαίου, που συγχωνεύτηκε το 2006 στην 4η Στρατιά, είναι εξίσου αυθαίρετη με βάση της συνθήκες, αλλά στην πραγματικότητα ακολούθησε χρονικά τη στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών.

Ας πάρουμε όμως και το παράδειγμα των περιβόητων τουρκικών παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου. Στην ουσία, όλη η αντιπαράθεση για τους εναέριους χώρους και τα χωρικά ύδατα αφορά περιοχές τις οποίες η συνθήκη της Λοζάνης δεν έδινε ούτε στο ένα ούτε στο άλλο κράτος. Η συνθήκη προέβλεπε χωρικά ύδατα και εναέριο χώρο στα 3 ναυτικά μίλια από τις ακτογραμμές, και για τις δύο χώρες. Σε μεταγενέστερες φάσεις, τα χωρικά ύδατα του ελληνικού κράτους αρχικά (1936) και του τουρκικού αργότερα (1964) επεκτάθηκαν στα 6 ναυτικά μίλια. Μια τέτοια συμμετρία δεν αποκαταστάθηκε ποτέ όμως στον εναέριο χώρο. Το 1931, η Ελλάδα ανακήρυξε μονομερώς το δικό της εναέριο χώρο στα 10 μίλια, με αποτέλεσμα να είναι πιθανότατα η μοναδική χώρα που έχει εναέριο χώρο μεγαλύτερο από τα χωρικά της ύδατα. Οι “τουρκικές παραβιάσεις” για τις οποίες ακούμε κάθε μέρα αναφέρονται σε πτήσεις τουρκικών αεροσκαφών εντός των 4 αυτών μιλίων που το ελληνικό κράτος αυθαίρετα προσεταιρίστηκε.

Τα πράγματα δεν είναι και τόσο διαφορετικά σε ότι αφορά το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στα 12 ναυτικά μίλια, σύμφωνα με τη δυνατότητα που δίνει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θαλάσσης, η οποία υπεγράφη στο Μοντέγκο Μπέυ το 1982. Μια τέτοια επέκταση των χωρικών υδάτων θα έκανε πρακτικά υποχρεωτικό για όλα τα πλοία που κινούνται από τη Μεσόγειο προς τη Μαύρη Θάλασσα και αντίστροφα να περάσουν από ελληνικό έδαφος (για την ακρίβεια, θάλασσα), και από αυτή την άποψη θα ήταν επί της ουσίας μια πολύ επιθετική επιλογή. Το τουρκικό κράτος ανακήρυξε σε αιτία πολέμου (casus belli) ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο ελληνικός εθνικισμός απαιτεί την επέκταση, όμως στην πραγματικότητα η συνθήκη δεν ορίζει τι γίνεται σε περίπτωση που υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων σε περίπτωση χρήσης του δικαιώματος αυτού. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι πως το τουρκικό κράτος ουδέποτε υπέγραψε ή αποδέχτηκε τη σύμβαση, υπολογίζοντας (σωστά) πως θα ήταν δυσμενής για τα συμφέροντα του εγχώριού της καπιταλισμού. Ας προσθέσουμε, άλλωστε, ότι η συνθήκη ορίζει μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα ανακήρυξης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) πάνω από την υφαλοκρηπίδα (περιοχή του βυθού όπου μια χώρα έχει κυριαρχικά δικαιώματα, χωρίς να θεωρείται έδαφός της και χωρίς να καθιστά τα υπερκείμενα ύδατα εθνικά χωρικά ύδατα). Με βάση την ερμηνεία της για την υφαλοκρηπίδα, η Ελλάδα με τη συνθήκη αποκτά θεωρητικά τη δυνατότητα, εκτός από το να μετατρέψει το Αιγαίο σε ελληνική λίμνη, να δημιουργήσει μια συνεχή ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου, η οποία θα απέκλειε εντελώς την Τουρκία από κάθε εκμετάλλευση (κυρίως κοιτασμάτων φυσικού αερίου ή πετρελαίου) στη Μεσόγειο. Πράγματι, οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων επεξεργάζονται ακριβώς ένα τέτοιο σχέδιο.

Αναμφίβολα, ο τουρκικός καπιταλισμός έχει τους δικούς του ιδιοτελείς λόγους να μην αποδέχεται τη σύμβαση. Πόσο λογικό, όμως, είναι να κατηγορεί κανείς ένα κράτος επειδή δεν αποδέχεται μια συνθήκη που μοιράζει ακόμα και το βυθό των ωκεανών σε σφαίρες οικονομικής εκμετάλλευσης;

Μιλώντας για την υφαλοκρηπίδα, άλλωστε, αξίζει να σημειωθεί ότι οι κανόνες σχετικά με αυτή ορίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης για το Δίκαιο της Θάλασσας (1958), την οποία η Τουρκία επίσης δεν έχει υπογράψει. Ούτως ή άλλως, βέβαια, η σύμβαση ορίζει πως η υφαλοκρηπίδα ορίζεται με συμφωνία των ενδιαφερόμενων χωρών, και τέτοια συμφωνία η Ελλάδα και η Τουρκία δεν έχουν πετύχει. Η Ελλάδα επικαλείται ότι η σύμβαση και τα νομικά προηγούμενα (όπως η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου το 1969 σχετικά με την υφαλοκρηπίδα στη Βόρειας Θάλασσας 1969) αναγνωρίζουν στα νησιά που είναι κατάλληλα για κατοίκηση και οικονομική δραστηριότητα δική τους υφαλοκρηπίδα, λογική με βάση την οποία όλος ο βυθός του Αιγαίου, εκτός από τις μέσες αποστάσεις μεταξύ των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των τουρκικών παραλίων (αποστάσεις που είναι βέβαια ελάχιστες), είναι ελληνικός. Για αυτό το σκοπό ο Σαντορινιός, υφυπουργός Ναυτιλίας του ΣΥΡΙΖΑ, διακήρυξε την ανάγκη να κατοικηθούν και να αποκτήσουν οικονομική δραστηριότητα 28 ακατοίκητα νησιά του Αιγαίου, “για εθνικούς λόγους”. Τόσο ευθέως επιθετικές δηλώσεις ήταν λογικό να κάνουν το γύρο του κόσμου και να προκαλέσουν τη σφοδρή διαμαρτυρία του Ερντογάν, σε βαθμό που ο υφυπουργός υποχρεώθηκε τελικά να διευκρινίσει ότι δεν είναι αυτό που όλοι νομίζουν.

Το τουρκικό κράτος, από την άλλη πλευρά, ισχυρίζεται πως τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα γιατί αποτελούν εδαφικές εξάρσεις του βυθού. Το επιχείρημα ίσως φαίνεται εξεζητημένο, έχει όμως και αυτό το νομικό του προηγούμενο, και συγκεκριμένα την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης σχετικά με τις διαφορές Ολλανδίας, Γερμανίας και Δανίας για τη μεταξύ τους υφαλοκρηπίδα.

Ό,τι φαίνεται σε αυτή την πλευρά του Αιγαίου ως αυτονόητο δίκαιο της Ελλάδας, επειδή έτσι προβάλλεται από κάθε επίσημη πηγή εδώ και δεκαετίες, μπορεί κάλλιστα να θεωρείται στην άλλη πλευρά του Αιγαίου αυτονόητο δίκαιο της Τουρκίας. Στην πραγματικότητα, νομικά κανείς δεν έχει αυτονόητα δίκαιο. Αν ήταν έτσι, γιατί να μην έχουν επιλυθεί οι διαφορές; Λόγω μιας ανεξήγητης υποχωρητικότητας των ελληνικών κυβερνήσεων; Και τότε πώς συμβαίνει οι τουρκικές κυβερνήσεις να κατηγορούνται από τους δικούς τους εθνικιστικούς κύκλους επίσης ως ενδοτικές; Για παράδειγμα, ο Κιλιντσάρογλου κατηγορεί τον Ερντογάν ότι επί των ημερών του 16 νησίδες στο Αιγαίο απέκτησαν για πρώτη φορά ελληνική σημαία. Οι νησίδες αυτές από την πλευρά τις Τουρκίας θεωρούνται γκρίζες ζώνες, γιατί δεν έχουν παραχωρηθεί ονομαστικά στην Ελλάδα (ή πριν από αυτή στην Ιταλία) ούτε με τη Λωζάνη ούτε με καμία άλλη συνθήκη, πράγμα που είναι αληθές. Σε αυτήν ακριβώς την αντιπαράθεση ανήκουν και τα γεγονότα του 1996 στα Ίμια.

Πέραν των επιχειρημάτων της μιας ή της άλλης πλευράς, η ουσία με τα Ίμια είναι η εξής: αξίζει μια κενή βραχονησίδα τον κόπο και τη θυσία του ελληνικού και του τούρκικου λαού σε μια ενδεχόμενη αναμέτρηση, μόνο και μόνο για χάρη του κύρους της μιας ή της άλλης καπιταλιστικής τάξης; Με βεβαιότητα, όχι. Είναι μια σημαντική κατάκτηση του κινήματος ότι φέτος, στο σημείο όπου έχει στηθεί το μνημείο για τα Ίμια, στη Ρηγίλλης, δεν έγινε η καθιερωμένη ετήσια εθνικιστική ναζιστική παρέλαση της ΧΑ, αλλά μια διεθνιστική αντιφασιστική συγκέντρωση και πορεία.

Ο διεθνισμός ασπίδα κατά του πολέμου

Είναι φανερό ότι δεν υπάρχει κάποια προφανής νομιμότητα που να μπορεί να επιλύσει τις διαφορές μεταξύ ελληνικού και τουρκικού κράτους. Στην ουσία, αποφασίζουν οι πολιτικοί και οικονομικοί συσχετισμοί. Για αυτό το λόγο, δεν υπάρχει μεγαλύτερη αφέλεια (ή απάτη) από το να εναποθέτει κανείς τις ελπίδες για ειρήνη στη Λωζάνη ή οποιαδήποτε άλλη συνθήκη μεταξύ καπιταλιστικών και ιμπεριαλιστικών κρατών.

Ανεξαρτήτως αυτού, η συνθήκη της Λωζάνης σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να υπερασπιστεί κανείς, αν θέλει να μιλά στο όνομα της αυτοδιάθεσης και της συνεργασίας των λαών. Είναι η συνθήκη η οποία, μεταξύ άλλων, καθόρισε το διαμοιρασμό της Μέσης Ανατολής σε σφαίρες ιμπεριαλιστικής επιρροής της Βρετανίας και της Γαλλίας, απέκλεισε την εθνική αυτοδιάθεση των Κούρδων και προετοίμασε το έδαφος για τον επίσημο ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων με τις ανταλλαγές πληθυσμών. Το επικίνδυνο δεν είναι γενικώς και αορίστως η αμφισβήτηση του ταξικού και ιμπεριαλιστικού status quo, αλλά οι επιθετικοί και φιλοπόλεμοι ανταγωνισμοί των γειτονικών αστικών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι εργατικές τάξεις και η μάζα των καταπιεσμένων στις δύο χώρες δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από αυτούς τους ανταγωνισμούς, αντιθέτως έχουν να χάσουν τα πάντα, τελικά μέχρι και τη ζωή τους.

Η μόνη εγγύηση εναντίον του πολέμου είναι η άρνηση των υποτελών να πολεμήσουν για τα αφεντικά τους και η διεθνιστική συναδέλφωσή τους με τους υποτελείς των “αντίπαλων” χωρών. Για να μπορεί η ελληνική εργατική τάξη να ανταποκριθεί σε αυτό, όμως, πρέπει πρώτα από όλα να απαλλαγεί από την ιδέα πως το ελληνικό κράτος έχει κάποιο υποτιθέμενο δίκιο με το μέρος του. Πρέπει να δει τον πραγματικό εχθρό εκεί που πραγματικά είναι: στην κυρίαρχη τάξη, στη συστημική προπαγάνδα, στην “ίδια μας τη χώρα”.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου