Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Πάνο Καμμένο, η ΔΕΞΙΑ ήταν πάντα στο πλευρό των ΗΠΑ αλλά όχι ο λαός μας-Ο Έλληνας αντάρτης του Βιετνάμ: Αυτομόλησε στο Λαϊκό Στρατό και πολέμησε 12 χρόνια μέσα στη ζούγκλα

Mε αφορμή τη τιμητική εκδήλωση πού διοργανώθηκε πρός τιμήν του Κώστα Σαραντίδη από την πρεσβεία του Βιετνάμ σε συνεργασία με το πολιτιστικό σύλλογο Αμπελοκήπων ας θυμηθούμε ποιός ήταν ο Κώστας Σαραντίδης
Ένας ζωντανός θρύλος του Βιετνάμ, που τιμάται σαν εθνικός ήρωας, ξετυλίγει το κουβάρι της πολυτάραχης ζωής του
Ο Κώστας Σαραντίδης – Nguyen Van Lap μιλά για τα χρόνια που πολέμησε στο πλευρό των Βιετναμέζων ανταρτών και αφηγείται πώς βρέθηκε από τα Τάγματα Εργασίας των Γερμανών στη Λεγεώνα των Ξένων για να αυτομολήσει στη συνέχεια στο στρατόπεδο των Βιετμίνχ 


Η ζωή του σενάριο κινηματογραφικής ταινίας.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 από φτωχή οικογένεια της Τούμπας. Μικρό παιδί, στην Κατοχή, το έσκασε από το σπίτι και τον αυταρχικό πατέρα του. 

«Είχε τα βάσανά του, ήμασταν φτωχοί, δούλευε όλη μέρα, αλλά παρόλα αυτά ήταν πολύ σκληρός. Με έδενε στο κρεββάτι και με έδερνε με τη ζώνη. Αν δεν έφευγα θα είχα τρελαθεί» λέει 

O Κώστας Σαραντίδης ξέφυγε από τον βίαιο πατέρα έπεσε όμως στα χέρια των Γερμανών που τον επιστράτευσαν στα Τάγματα Εργασίας της Κεντρικής Ευρώπης. 

Ήταν φθινόπωρο του ’43. Σύντομα θα καταφέρει να το σκάσει κι από εκεί για να καταλήξει μετά το τέλος του πολέμου λεγεωνάριος της γαλλικής Λεγεώνας των Ξένων στην Αλγερία και κατόπιν στην Ινδοκίνα. Ούτε η Λεγεώνα όμως του ταίριαζε. Αυτομόλησε στο Απελευθερωτικό Μέτωπο Βιετμίνχ, πολέμησε με τον Λαϊκό Στρατό κι έζησε στο Βιετνάμ για είκοσι χρόνια. Κάπως έτσι, ο «Έλληνας Βιετκόνγκ» όπως πολλοί τον αποκαλούν, έγραψε τη δική του ιστορία με μόνη πυξίδα το ένστικτό. 


«Όλα αυτά τα χρόνια με οδήγησε το ένστικτο. 

Το ένστικτό μου δεν το παραβίασα ποτέ και ποτέ δεν με πρόδωσε» μου λέει. Τον συνάντησα στο Περιστέρι που ζει εδώ και χρόνια μαζί με τη Βιετναμέζα σύζυγό του, τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους, μία μέρα πριν φύγει για το Βιετνάμ. Εκεί τον αποκαλούν Nguyen Van Lap και τον τιμούν ως εθνικό ήρωα. «Προσπαθώ να πηγαίνω μία με δύο φορές το χρόνο. Έχω άλλωστε την υπηκοότητα» εξηγεί κι αρχίζει να αφηγείται την ιστορία του. 


Το παραμύθι της Λεγεώνας και ο ψεύτικος παράδεισος στη ζούγκλα με τον Ταρζάν 

«Όταν πήγα στη Λεγεώνα ήμουν 17 ετών, αμούστακο παιδί που λένε και παρθένος (γέλια). Σαν πιτσιρίκος που ήμουνα πίστευα ότι θα βρω τον παράδεισο στη ζούγκλα με τον Ταρζάν! 

Δεν είχα ιδέα τη με περίμενε. 

Αλλά βλέποντας στην Αλγερία πώς συμπεριφέρονταν οι λεγεωνάριοι στους ντόπιους κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Αργότερα, όταν μπήκαμε στο καράβι για να πάμε στο Βιετνάμ, μας λέγανε ότι πάμε να αφοπλίσουμε τους Γιαπωνέζους, δεν ήταν όμως αυτός ο σκοπός μας. 

Την ίδια μέρα που φτάσαμε στο Βιετνάμ, καθώς περιμέναμε στο σταθμό, πλησιάζει ένας αστυνομικός τους μικροπωλητές, δίνει μία σε έναν πιτσιρικά κι άλλη μία στο ταμπλό που είχε απλωμένη την πραμάτεια του κι αρχίζει να τον βρίζει. 

Ξαφνιάστηκα! 

Αναρωτιόμουν γιατί το κάνει αυτό το πράγμα και μου λένε οι άλλοι λεγεωνάριοι ‘μην στεναχωριέσαι, σε λίγο καιρό κι εσύ το ίδιο θα κάνεις’. Αυτό ήταν το πρώτο τσίμπημα. Θυμήθηκα την εποχή που ήμουν στη Θεσσαλονίκη μικρό παιδάκι και πούλαγαμε παστελάκια και ερχόντουσαν οι Γερμανοί και μας κάνανε τα ίδια. Τότε λέω αμάν, θα κάνω εγώ τα ίδια; Μπήκε ο δαίμονας στο μυαλό κι άρχισε να καλλιεργείται». 

Εγώ σαν Έλληνας δεν μπορούσα να κάνω τα ίδια που μου έκαναν οι Γερμανοί κατακτητές 

«Μετά από μερικές εβδομάδες ήταν πλέον σαφές ότι οι λεγεωνάριοι δεν ήταν εκεί ούτε για να βάλουν τάξη ούτε για να αφοπλίσουν τους Γιαπωνέζους και είπα ‘Κώστα εσύ δεν έχεις καμία δουλειά εδώ’. Ήταν κι αυτό το συναίσθημά του ότι είσαι Έλληνας. Εμείς οι Έλληνες όπου και να πηγαίναμε ακούγαμε μόνο καλό λόγο, η λέξη Έλληνας ήταν σκληρό νόμισμα εκεί έξω. Με το λίγο μυαλό που είχα λοιπόν και τις ελάχιστες γνώσεις -γιατί δεν είχα σπουδάσει, το σχολείο το άφησα στην Τετάρτη δημοτικού- είπα: Δεν είναι η δικιά μου η θέση εδώ. Εγώ είμαι Έλληνας, δεν θα μου βρίζουνε τη μάνα, ούτε θα φτύνουνε πάνω στον τάφο μου». 

Λι-Λι: Η μυστηριώδης «υπολοχαγός Νατάσα» που με μύησε στο αντάρτικο 

«Ήμουν μαζί με έναν Ισπανό, ο οποίος με καθοδηγούσε και του χρωστάω ευγνωμοσύνη γι αυτό. Αποφασίσαμε να φύγουμε μαζί, όμως χρειαζόμασταν έναν σύνδεσμο. Έτυχε λοιπόν ο Γάλλος στρατηγός, επιστρέφοντας από μια αποστολή να φέρει μαζί του μια κοπέλα, σαν γυναίκα του ας πούμε. Η μικρούλα ήταν πολύ όμορφή, μου άρεσε σαν μικρό παιδάκι που ήμουνα 18 χρονών, αλλά είχα απορία τόσο μικρή τι κάνει μαζί του; Λέω θα ‘ναι πόρνη, για τα λεφτά θα το κάνει. 

Πολύ σύντομα όμως θα καταλάβαινα ότι επρόκειτο για μια ηρωίδα, μια πραγματική ‘υπολοχαγό Νατάσα’, όπως στην παλιά ελληνική ταινία. Χωρίς να το ξέρω παρατηρούσε τις κινήσεις μου και είχε καταλάβει ότι δεν ήμουν σαν τους άλλους τους γερμαναράδες, είχα ευαισθησίες». 

«Όταν πήρα το πρώτο πριμ, 300 φράγκα, πήγα και της τα έδωσα όλα, τόσο μπουνταλάς ήμουνα! 

Όμως τη άλλη ημέρα μου τα επέστρεψε. Κατάλαβα ότι ήταν καλό παιδί. Ένα βράδυ που έλειπε ο στρατηγός ήρθε και με βρήκε στο ποτάμι. Μιλούσαμε όλη νύχτα και εκεί μου εξήγησε τι είναι οι Βιετμινχ. Τότε κατάλαβα ότι είχα μπροστά μου μια ηρωίδα και τη σεβάστηκα, δεν προχώρησε ποτέ η σχέση μας. Τις επόμενες ημέρες με έφερε κρυφά σε επαφή με έναν αντάρτη και αρχίσαμε να σχεδιάζουμε μαζί την απόδρασή μας. Δυστυχώς δεν τα καταφέραμε γιατί ο στρατηγός έφυγε και την πήρε μαζί του. Λίγο αργότερα, σε μια αποστολή, πιάσαμε έναν αιχμάλωτο και καταφέραμε να φύγουμε μαζί του. 

Ήταν η Λι-Λι όμως που μου εξήγησε και μου έδωσε το κίνητρο, γι’ αυτό τη σεβάστηκα και τη μνημονεύω πάντα. Συγκινούμαι ακόμα και σήμερα όταν μιλάω για κείνη, έχω δώσει μάλιστα το όνομά της σε μία εγγονή μου». 

Πολέμησα 12 χρόνια ξυπόλητος μέσα στη ζούγκλα 

«Με τη Λεγεώνα έμεινα 2-3 μήνες, με τους αντάρτες στον ένοπλο αγώνα έμεινα 12 χρόνια. Οι αναμνήσεις είναι πολλές. Σε αυτό τον πόλεμο έδωσα την ψυχή μου. Περπατούσα ξυπόλητος πάνω στις πέτρες, όπως κι αυτοί, ήμασταν το ίδιο. Ένιωθα ελεύθερος και ήμουν ελεύθερος. Θυμάμαι το ’48 ήμουν ο πρώτος που έριξε γαλλικό αεροσκάφος και οι τρεις πιλότοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. 

Αυτό που με έκανε να αισθάνομαι υπερήφανος και να τους αγαπήσω είναι ότι με εμπιστεύθηκαν από την πρώτη στιγμή, μια εμπιστοσύνη που δεν την περίμενα. Οι ξένοι που λιποτάκτησαν από το γαλλικό στρατό και πήγανε με τους αντάρτες είναι εκατοντάδες, αλλά αυτοί που πήγανε στον ένοπλο αγώνα είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Διότι οι περισσότερο Γερμανοί ήταν ηλικιωμένοι, κουρασμένοι από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που απλά δεν ήθελαν να πάνε να πολεμήσουν και να σκοτωθούν. Τέλειωσε ο πόλεμος και πήγαν στις πατρίδες τους. Τα νιάτα, οι πιτσιρικάδες ήμασταν 4-5 που μπήκαμε από την πρώτη στιγμή στον ένοπλο αγώνα. Θυμάμαι όταν επιστρέφαμε από μια επιχείρηση και πηγαίναμε σε μια μονάδα, επειδή ήμουν ο μόνος λευκός, τρέχανε και μου φέρνανε φρούτα και άλλα διάφορα και οι άλλοι ζηλεύανε και μου λέγανε ‘όλο σε σένα έρχονται’ 

Με αγαπούσαν, εγώ ήμουν φτωχό παιδί, φτωχοί ήταν κι αυτοί και ζούσαμε παρέα. Ποτέ δεν ένιωσα ότι εγώ είμαι ο λευκός, ο διαφορετικός». 

«Έτσι πέρασαν λοιπόν 12 χρόνια κι άλλα 8 χρόνια έμεινα εκεί και δούλεψα, εργάστηκα στο αεροδρόμιο ως υπεύθυνος προμηθειών, μία θέση πολύ έμπιστη. 

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τους Αμερικανούς ήμουν εκεί, αλλά είχα ήδη τρία παιδιά. 

Έκανα αίτηση ως έφεδρος αξιωματικός να πάω ξανά στο μέτωπο, όμως δεν με δέχθηκαν. Μου είπαν ‘το καθήκον σου το έκανες, τώρα αν θες να βοηθήσεις, να βοηθήσεις με τη δουλειά’. Πράγματι δουλεύαμε 4 ώρες επιπλέον την ημέρα από το 8ωρο για να βοηθήσουμε το Νότιο Βιετνάμ». 



Περί στρατηγικής και «λαϊκού» πολέμου 

«Ο πόλεμος του Βιετνάμ μπορούσε να κρατήσει άλλα τόσα χρόνια διότι ήταν λαϊκός πόλεμος. Πού διαφέρει ο λαϊκός πόλεμος με τους άλλους πολέμους; Δεν στέλνουν το στρατό να σφυροκοπά ακατάπαυστα. Το Βιετνάμ ήταν διαιρεμένο σε αυτοδιοίκητες στρατιωτικές ζώνες και κάθε στρατηγός δεν έστελνε όλες μαζί τις διμοιρίες του στον πόλεμο. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κρατούσαν 3 μήνες, το χειμώνα και την άνοιξη. Μόνο τρία τάγματα ήταν στη μάχη, τα άλλα ξεκουράζονταν. Αυτοί που ξεκουράζονταν παρήγαγαν. Εγώ δούλευα, είχαμε κτήματα και ασχολούμασταν με την κτηνοτροφία. Ταυτόχρονα με την εργασία είχαμε τη μόρφωση και την πολιτική καθοδήγηση. 

Όταν επέστρεφε η κουρασμένη μονάδα, εμείς ήμασταν ξεκούραστοι και έτοιμοι να πάμε στη μάχη. Είχα αντοχή γιατί πήγαινα στη μάχη τρεις μήνες το χρόνο, όλους τους υπόλοιπους είχα το περιθώριο και να μορφωθώ και να παράγω και να ξεκουραστώ. Ο πόλεμος του Βιετνάμ λοιπόν δεν ήταν ο απάνθρωπος πόλεμος, γι’ αυτό είχε διάρκεια. Από εκεί και πέρα, στον πόλεμο πυροβολείς και δεν ξέρεις πού καταλήγει η σφαίρα. Στον πόλεμο σκοτώνεις για να μην σκοτωθείς». 

Δεν μετάνιωσα για τίποτα, ήμουνα σε έναν δίκαιο αγώνα 

Μου κάνει εντύπωση πώς μία πραγματικότητα τόσο σκληρή όσο αυτή του πολέμου αποτυπώνεται μόνο θετικά στο μυαλό ενός ανθρώπου, ο ίδιος ωστόσο αποφεύγει να αναφερθεί στο καθαρά επιχειρησιακό κομμάτι. Τον ρωτώ αν υπάρχει κάτι για το οποίο έχει μετανιώσει. 

«Τίποτα απολύτως, ήμουνα μέσα σε ένα δίκαιο αγώνα. Πέρασα μέσα από το βούρκο αλλά δεν λερώθηκα, δεν λέρωσα το όνομά μου σαν Έλληνας, σαν Έλληνας έδειξα στον έξω κόσμο ότι αξίζουμε» απαντά ο κ. Σαραντίδης. 

Η επιστροφή στην Ελλάδα και η διαρκής επιστροφή στο Βιετνάμ 

«Το ’65 επέστρεψα στην Ελλάδα για χάρη της μητέρας μου. Μου έστελνε γράμματα και γράμματα, ήθελε να ξαναδεί τον μεγάλο της γιο. Έμεινα αρκετά χρόνια μακριά από το Βιετνάμ, την λεγόμενη κρατικοδίαιτη περίοδο του υπαρκτού σοσιαλισμού που απέτυχε, δεν μπορούσα να πάω, τα πράγματα ήταν σφιχτά. Αλλά από τότε που άρχισε να εκσυγχρονίζεται το Βιετνάμ και ξεκίνησε μια νέα εποχή, σύγχρονη, με δημοκρατία, πηγαίνω 2 φορές το χρόνο. Πολλές φορές με καλούν και μου καλύπτουν τα έξοδα. Το 2013 μου απένειμαν τον τίτλο ‘ήρωας των ενόπλων δυνάμεων του Βιετνάμ’. Ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς μου, μου έδωσαν και την βιετναμέζικη υπηκοότητα». 










Ο κ. Σαραντίδης συνεχίζει ως σήμερα να βοηθά ενεργά το Βιετνάμ, καθώς ασχολείται ιδιαίτερα με τα παιδιά-θύματα 3ης γενιάς των βομβαρδισμών με διοξίνη. «Αυτός ο λαός ξέρει να πεθάνει ξέρει να πολεμά αλλά ξέρει και να συγχωρά» λέει με αγάπη για τους Βιετναμέζους. Όταν η συζήτηση πηγαίνει στην σημερινή κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα, ωστόσο, η απογοήτευση ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. 

Λυπάμαι πολύ για την Ελλάδα, δεν έχουμε πραγματικούς ηγέτες 

«Αυτό που βλέπω και λυπάμαι πολύ για τη Ελλάδα είναι ότι δεν έχουμε πραγματικούς ηγέτες. Όποια πέτρα κι αν σηκώσει θα βρεις σκάνδαλα. Και στο εξωτερικό υπάρχουν σκάνδαλα κι εκεί κλέβουν, αλλά τουλάχιστον κάνουν έργα. Εδώ κλέβουν αλλά δεν κάνουν τίποτε. Δεν σέβονται καν ο ένας τον άλλο, βλέπετε το επίπεδο των συζητήσεων στη Βουλή. Είναι δημοκρατία αυτό; Εντάξει εγώ είμαι αμόρφωτος αλλά αυτοί μορφωμένοι άνθρωποι δεν σέβονται ο ένας τον άλλο και μετά μιλάνε για δημοκρατία. Λυπάμαι πολύ και δεν ξέρω τι να πω στους νέους ανθρώπους πέρα από το να κάνουν υπομονή. Τα πέρασα και τα ξέρω, η ζωή έχει σκαμπανεβάσματα, οι κοινωνίες αλλάζουν. Τώρα με ποιον τρόπο θα έρθει η αλλαγή δεν ξέρω, πραγματικά, είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα». 

*Μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες και οπτικοακουστικό υλικό για τον Κώστα Σαραντίδη – Nguyen Van Lap στο ντοκιμαντέρ του Γιάννη Τριτσιμπίδα με τίτλο «Βιέτ Κώστας. Υπηκοότης: Ακαθόριστος».





news247.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου