Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Oι Χανιώτες που γύρισαν από τη Μακρόνησο


Eβδομήντα χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, από την ίδρυση του στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Μακρόνησο. Του πιο διαβόητου χώρου εγκλεισμού στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι, αρχικά φαντάροι, έπειτα και πολίτες, φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν. Πολλοί οι δολοφονημένοι, πολλοί και εκείνοι που δεν άντεξαν. Αλλοι έχασαν τα λογικά τους, υπήρξαν και αυτοί που αυτοκτόνησαν. Όπως επίσης και εκείνοι που υπέγραφαν το χαρτί της αποκήρυξης των “πιστεύω” τους και στέλνονταν στα μέτωπα του εμφυλίου ή καλούνταν να βασανίσουν τους αμετανόητους μέχρι εκείνη τη στιγμή συντρόφους τους για να αποδείξουν την “μεταμέλεια” τους!

Οι εν ζωή σήμερα Χανιώτες που βρέθηκαν τη σκοτεινή εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδο στο στρατόπεδο – κολαστήριο διατηρούν ακόμα αναμνήσεις. Οχι μόνο στο μυαλό αλλά και στο σώμα από τα σημάδια των βασανιστηρίων. Τους ανθρώπους αυτούς αναζητήσαμε και μαζί τους, μέσα από τις διηγήσεις τους επιστρέψαμε έστω και νοητά σε μια θλιβερή εποχή για τη χώρα.

Ξέφυγα από το Μαουτχάουζεν και βρέθηκα στη Μακρόνησο
«Τι μου έχει μείνει από τη Μακρόνησο; Εχοντας επιζήσει από το Μαουτχάουζεν θα σου έλεγα ότι οι διαφορές ήταν λίγες. Στη Μακρόνησο είχε φαγητό αλλά περισσότερο ξύλο σε σύγκριση με το Μαουτχάουζεν». Ο συνομιλητής μας είναι ο κ. Σταύρος Παπουτσάκης από τα Μεσκλά. Ανταρτόπουλο στην κατοχή, συνελήφθη και στάλθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Εφτασε λίγο πριν την απελευθέρωσή του στα 25 κιλά και είδε χιλιάδες κρατούμενους σαν αυτόν να εξοντώνονται καθημερινά. Επιβίωσε όμως, γύρισε στην Ελλάδα, αλλά η εποχή της “Λευκής Τρομοκρατίας” είχε ξεκινήσει. Ετσι στα τέλη του 1947, βρέθηκε στη Μακρόνησο μαζί με χιλιάδες άλλους νέους της εποχής.
«Σκέφτομαι πολλές φορές τι μας έβαζαν να κάνουμε και δεν τα πιστεύω. Κουβαλούσαμε πέτρες στην κορυφή του βουνού, τις κατεβάζαμε, έτσι χωρίς λόγο, το ξύλο ατελείωτο και χωρίς λόγο. Και το μαρτύριο της δίψας. Κάθε πρωί μας έδιναν ένα μαστραπά νερό. Πώς να βγάλεις μια μέρα σε ένα νησί που δεν είχε ούτε μια σκιά; Σκάβαμε στην άμμο και κάναμε μια τρύπα για να βρούμε λίγο νερό, έστω και υφάλμυρο για να ξεγελάσουμε τη δίψα μας» θυμάται ο κ. Σταύρος.
Για τους φαντάρους – κρατούμενους της Μακρονήσου, οι νύχτες ήταν το ίδιο τρομακτικές με τις μέρες. Ζώντας μέσα σε σκηνές, εκτεθειμένοι στις βροχές και στον αέρα που σάρωνε το νησί είχαν να αντιμετωπίσουν και τις επιθέσεις κάθε βράδυ των “αλφαμιτών”, άτομα του κοινού ποινικού δικαίου οι περισσότεροι βρίσκονταν εκεί για να τους κάνουν τη ζωή δύσκολη. «Κοιμόσουν στη σκηνή και έρχονταν είτε μεθυσμένοι, είτε “χασικλομένοι” και με βούρδουλες και στυλιάρια σε κτυπούσαν όπου έβρισκαν, σε τσαλαπατούσαν. Ετσι ήταν η ζωή στο Μακρονήσι, μέρα και νύχτα» αναφέρει.
Ο κ. Παπουτσάκης έζησε και την εξόντωση ενός μεγάλου αριθμού φαντάρων του Α’ Ειδικού Τάγματος Οπλιτών το διήμερο 29 Φεβρουαρίου – 1 Μαρτίου του 1948. Τότε, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, οι αμετανόητοι του τάγματος που αρνούνταν να αποκηρύξουν τη κομμουνιστική τους ιδεολογία συγκεντρώθηκαν σε ένα σημείο. Εχοντας ως δικαιολογία ότι ετοίμαζαν εξέγερση, οι αλφαμίτες – φρουροί του στρατοπέδου άνοιξαν πυρ σε βάρος τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες σκοτώθηκαν 300 φαντάροι, τα πτώματα των οποίων δέθηκαν με σίδερα και ρίχθηκαν στον πάτο του Αιγαίου.
«Τη “δουλειά” μας την είχαν στήσει για να μας σκοτώσουν. Μας έριχναν στα καλά καθούμενα με τα όπλα τους. Επεφτε ο κόσμος κάτω σαν τις μύγες, άλλοι σκοτώνονταν άλλοι τραυματίζονταν, εγώ ήμουν από τους τυχερούς που δεν με βρήκαν. Και πώς νομίζεις ότι τους έθαψαν τους νεκρούς; Με ένα σίδερο δεμένο στο πόδι τους πέταξαν με καΐκια στο πιο βαθύ σημείο του Αιγαίου» λέει ο συνομιλητής μας.
Πολλοί ήταν εκείνοι που μη μπορώντας να ζήσουν κάτω από αυτές τις συνθήκες τρελαίνονταν και άλλοι που αυτοκτονούσαν. «Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα παιδί να παίρνει φόρα και να πηγαίνει προς τις κολώνες του γηπέδου και να ρίχνει μια κουτουλιά στα τσιμέντα με όλη του δύναμη. Ανοιξε το κεφάλι του, έπεσε κάτω… δεν ξανασηκώθηκε» καταλήγει.
Μετά τη Μακρόνησο ακολούθησαν νέες εξορίες για τον κ. Σταύρο σε άλλα άγονα νησιά του Αιγαίου. Όμως τη σκληρότητα της Μακρονήσου δεν τη συνάντησε ποτέ ξανά.

Ναύτης στη Μακρόνησο (αριστερά).


«Ηταν αληθινό κολαστήριο!»
«Η Μακρόνησος ήταν κολαστήριο! Ο καθένας που έχει περάσει από εκεί έχει ζήσει τη δική του ιστορία» είναι τα λόγια του κ. Αντώνη Μπουντουράκη, που έζησε 15 χρόνια της ζωής του στην εξορία, ένα από αυτά στη Μακρόνησο. Σήμερα στα 90 του, τον καλούμε να θυμηθεί…
«Στη Μακρόνησο δεν ζούσες! Βρέθηκα στη συνέχεια για 15 χρόνια και σε άλλα νησιά και σε εξορίες. Αλλά τόσο χάλια δεν ήταν πουθενά» λέει.
Γεννηθείς το 1927 ο κ. Αντώνης ήταν από εκείνους που επίσης συμμετείχε στην αντίσταση, με αδέλφια και συγγενείς σκοτωμένους κατά τη διάρκεια της κατοχής, οργανώθηκε στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. «Μετά την κατοχή όλοι οι δήμαρχοι ήταν υποχρεωμένοι να δηλώνουν στην αστυνομία τις… ύποπτες οικογένειες, αυτούς που ήταν αριστεροί ή είχαν αριστερό συγγενή ακόμα και σε δεύτερο βαθμό. Οταν επρόκειτο να πάει κάποιος αριστερός στρατιώτης, να παρουσιαστεί, τον έστελναν στα Ειδικά Τάγματα και στα Τάγματα Σκαπανέων στην Μακρόνησο. Εγώ κατατάχθηκα στο ναυτικό και από εκεί με έστειλαν στο Μακρονήσι το 1949 στο Γ’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών» αναφέρει.
Ποια ήταν η καθημερινότητα για ένα φαντάρο στο νησί; «Τι να πεις… κουβαλούσες πέτρες από το βουνό στη θάλασσα για να φτιάξουν μια προβλήτα μας έλεγαν. Οταν έφτανες στη θάλασσα, σου έλεγαν ότι η πέτρα σου δεν είναι καλή, γύρισέ τη πίσω στο βουνό και πάρε άλλη. Στον δρόμο της επιστροφής ήταν αριστερά-δεξιά αλφαμίτες που σε κτυπούσαν με βούρδουλες και στυλιάρια. Καθημερινό το ξύλο και τα βασανιστήρια. Αυτοί που μας κτυπούσαν ήταν όλοι πρεζάκηδες, τα βράδια έμπαιναν στις σκηνές και μας κτυπούσαν αλύπητα, για να υπογράψουμε ότι αποκηρύσσουμε τον Κομμουνισμό και ότι θα πάμε στον Γράμμο να πολεμήσουμε τους αντάρτες. Τρεις σπονδύλους στη μέση έχω ακόμα σπασμένους. Υπήρχαν και κάποια καλά παιδιά, θυμάμαι έναν από τα Νεροκούρου και ένα άλλο από την Κίσαμο που δεν μας κτυπούσαν. Πολλοί από εμάς δεν άντεξαν, άλλοι υπόγραψαν, άλλοι τρελάθηκαν άλλοι πέθαναν από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες. Να θυμηθώ το νερό που δεν είχαμε; Άνοιγαν το πρωί τις βρύσες και γέμιζες το κύπελλο σου για όλη την ημέρα. Και στο φαγητό έβαζαν επίτηδες πολύ αλάτι ή θαλασσινό νερό για να μην μπορείς ούτε αυτό να το ευχαριστηθείς» λέει ο κ. Αντώνης.
Χρειάστηκε η μεταπολίτευση για να μπορέσει να δει την οικογένειά του και να ζήσει ξανά ως άνθρωπος…

Τόπος μαρτυρίου
Ένας άλλος επιζών της Μακρονήσου είναι ο κ. Λεωνίδας Μεντάκης από τον Κουρνά Αποκορώνου. Αυτές τις ημέρες αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ωστόσο πριν από 5 χρόνια είχε δώσει συνέντευξη στον γράφοντα για τα “Χ.Ν.”
«Υπήρχε ένα βάρβαρο σύστημα τιμωριών, πέρα από το καθημερινό ξύλο και τα βασανιστήρια για ασήμαντη αφορμή, κυρίως τα βράδια στις χαράδρες του νησιού. Προσπαθούσαν για την ηθική και σωματική εξόντωση μας» μας είχε πει ο κ. Μεντάκης. Πολλά τα χαρακτηριστικά συμβάντα που διατηρήθηκαν στη μνήμη του συνομιλητή μας. «Φτιάχναμε ασβεστοκάμινα για τα κτήρια που θα φιλοξενούσαν το στρατόπεδο. Κάθε ομάδα έπρεπε να μαζέψει ξύλα. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έπρεπε να βρεις ξύλα! Αν δεν έβρισκες οι αλφαμίτες, οι ραβδούχοι, σε ξυλοφόρτωναν άγρια. Είχαμε πάλι τενεκεδάκια με τα οποία μαζεύαμε άμμο από τις παραλίες για να τη χρησιμοποιήσουν για λάσπη για τα κτήρια που φτιάχναμε. Οι ακτές της Μακρονήσου είναι γεμάτες βράχια, δύσκολα έβρισκες την άμμο. Αν δεν γύριζες με γεμάτο το τενεκεδάκι, σε έβγαζαν από τη γραμμή οι αλφαμίτες και σε έδερναν. Το πιο γνωστό από τα βασανιστήρια ήταν το κουβάλημα της πέτρας. Καθημερινά μας έβαζαν να κουβαλάμε τεράστιες πέτρες από τη μια πλευρά του νησιού στην άλλη. Τις ρίχναμε λέει στη θάλασσα για να γίνει δρόμος προς το Λαύριο. Τρίχες! Καθαρό βασανιστήριο για να μας εξοντώσουν. Οσο ήσουν βέβαια στη Μακρόνησο απαγορευόταν να μιλάς στον διπλανό σου. Αλίμονο σου αν σε έβλεπαν οι φύλακες, οι αλφαμίτες. Πήγαινες κατευθείαν στις χαράδρες…».
Οι χαράδρες σε διάφορα σημεία του νησιού ήταν οι χώροι που χρησιμοποιούνταν για βασανιστήρια, τις βραδινές κυρίως ώρες. Πολλοί ήταν αυτοί που έχασαν τη ζωή τους εκεί, άλλοι έμειναν ανάπηροι, και εκατοντάδες αυτοί που έχασαν τα λογικά τους. Οσο για τους φύλακες και τους αλφαμίτες «η συντριπτική πλειοψηφία ήταν εγκληματικά στοιχεία από τις φυλακές, πρώην στελέχη των ταγμάτων ασφαλείας, ναρκομανείς, άνθρωποι του περιθωρίου».
Η διατροφή των κρατουμένων, καθόλου καλή, ίσα-ίσα για να μένουν στη ζωή. «Εβαζαν σε ένα καζάνι 3-4 φασόλες, ένα φυλλαράκι φρύο, το έβραζαν και μας έδιναν το ζουμί. Αυτό ήταν το κυρίως φαγητό μας. Είχαμε σοβαρό πρόβλημα με το πόσιμο νερό. Ενα παγουράκι είχε ο καθένας μας. Το νερό το έφερναν με υδροφόρα από το Λαύριο αλλά τις περισσότερες φορές δεν μπορούσες να το πιεις, γι’ αυτό και περάσαμε πολλές δίψες, όταν δε είχε θαλασσοταραχή και έκανε ημέρες να έλθει το πλοίο τροφοδοσίας δεν τρώγαμε και τίποτα. Ηταν και μέρες που το φαγητό ήταν αλμυρό ενώ δεν μας έδιναν νερό. Δεν ξέρω αν το έκαναν επίτηδες, αλλά γινόταν. Οσο για τους αλφαμίτες, τους αξιωματικούς, αυτοί έτρωγαν πλουσιοπάροχα…».
Μέσα σε όλη αυτή τη βαρβαρότητα, υπήρξαν και στιγμές που ο άνθρωπος νίκησε. «Είχαν φέρει ως αλφαμίτη ένα χωριανό μου ένα Ζυμβραγουδάκη, παλικάρι. Τον έβαλαν να δείρει κάποιους κρατούμενους. Αυτός τους είπε ότι δεμένους δεν δέρνει. Τους έλυσαν και του είπαν να τους κτυπήσει. «Τι μου έκανε αυτός ο άνθρωπος για να τον κτυπήσω; Εγώ δεν είμαι για αυτές τις δουλειές, γυρίστε με στο προηγούμενο πόστο μου. Τον γνώρισα καλύτερα μετά την εξορία, παλικάρι πραγματικό».
http://www.haniotika-nea.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου