Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

ΟΧΙ ΣΕ ΕΝΑΝ ΠΟΛΕΜΟ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΤΟΥΡΚΙΑΣ!

ΣΧΟΛΙΟ: ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ
του Νίκου Βασιλειάδη
Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται ιδιαίτερη ένταση στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με αφορμή τον εμβολισμό στα Ίμια και τη σύλληψη των δυο Ελλήνων στρατιωτικών από την Τουρκία. Ταυτόχρονα πληθαίνουν οι εκτιμήσεις που αναμένουν κλιμάκωση της έντασης αυτής, στο φόντο των συνολικότερων αντιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, της Αν. Μεσογείου και της Μ. Ανατολής. Επίσης το πολιτικό κλίμα στη χώρα μας αντιδραστικοποιείται όλο και περισσότερο, καθώς προβάλλονται απόψεις και θέσεις που όχι μόνο θεωρούν μια στρατιωτικού τύπου σύγκρουση Ελλάδας – Τουρκίας αναπόφευκτη, αλλά και «απαραίτητη» ώστε να μπει κάποιος φραγμός στην «προκλητικότητα» και «επιθετικότητα» της Τουρκίας.
Με αφορμή το αντιδραστικό αυτό σκηνικό και τις διογκούμενες κραυγές πολέμου εκατέρωθεν του Αιγαίου, στο ακόλουθο κείμενο παρατίθενται κάποιες σκέψεις πάνω στην πολιτική κατάσταση στη γειτονιά μας.
Το κείμενο δεν φιλοδοξεί να κάνει ούτε μια εφ’ όλης της ύλης ανάλυση του συνόλου των ζητημάτων ούτε και να προβεί σε προβλέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι.
Κυρίως θέλει να επικεντρώσει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως αυτές διαμορφώνονται με βάση το συνολικότερο πολιτικό πλαίσιο, την πολιτική του ιμπεριαλισμού και τα χαρακτηριστικά των δυο αστικών τάξεων, με έναν διττό στόχο: Αφενός να θέσει υπό συζήτηση και προβληματισμό ορισμένες σκέψεις και πλευρές του θέματος. Αφετέρου ο «πρακτικός» στόχος αυτής της τοποθέτησης είναι να αντιπαρατεθεί σε ορισμένα αστικά μυθεύματα που αναπαράγονται σχεδιασμένα από το σύστημα, ώστε να τα αποδυναμώσει –όσο αυτό είναι δυνατό– καθώς θεωρεί ότι συμβάλλουν στον ιδεολογικό και πολιτικό αφοπλισμό της εργατικής τάξης στη χώρα μας, προετοιμάζοντάς την για κάθε είδους πολεμικές τραγωδίες, στον βωμό των συμφερόντων του κεφαλαίου.
ΚΑΤΩ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ, Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ
ΖΗΤΩ Η ΕΙΡΗΝΗ, Η ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ
Το τελευταίο διάστημα, η περιοχή των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής συμπυκνώνει το σύνολο των αντιθέσεων του καπιταλιστικού–ιμπεριαλιστικού συστήματος, σε ένα εκρηκτικό πολεμικό μείγμα, που μετά τη Συρία και το Ιράκ απειλεί άμεσα να επεκταθεί και στη χώρα μας.
Μετά τον γύρο, ανοιχτής σχεδόν, αντιπαράθεσης με ΗΠΑ–ΕΕ στην Ουκρανία, που οδήγησε στην προσάρτηση της Κριμαίας και την σχεδόν de facto διχοτόμηση της χώρας με τον συνεχιζόμενο εμφύλιο πόλεμο, η ανοιχτή ιμπεριαλιστική επέμβαση της Ρωσίας στη Συρία, και η αποτυχία των ΗΠΑ –Σ. Αραβίας να ανατρέψουν το καθεστώς Άσαντ με όργανο τον ISIS και τη συριακή αντιπολίτευση, μπορεί να μην ανέτρεψε συνολικά τον ενδοϊμπεριαλιστικό συσχετισμό στην περιοχή και στον κόσμο, ωστόσο τον τροποποίησε σημαντικά εις βάρος των ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο επιχειρούμε να εξετάσουμε και τις σχέσεις των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας, όπως αυτές εξελίσσονται και τροποποιούνται το τελευταίο διάστημα.
Ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και επιδιώξεις των αστικών τάξεων
Ως εκφραστής των συμφερόντων της τουρκικής αστικής τάξης, ο Ερντογάν και το κόμμα του ΑΚΡ, έχει κάνει βήματα διαμόρφωσης ενός αστικού μπλοκ διαχείρισης, σε μια εξελισσόμενη διαδικασία ανατροπής σχέσεων και ισορροπιών, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, και με συνεχή αλληλεπίδραση των δυο αυτών κατευθύνσεων. Η «διευθέτηση»-εκκαθάριση σε μεγάλο βαθμό του εσωτερικού μετώπου, ειδικά με το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που εμπεδώθηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, προχωράει εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια με τη διαμόρφωση μιας πολιτικής εξουσίας που αποτελεί ένα ιδιότυπο μείγμα, τόσο βοναπαρτικών χαρακτηριστικών όσο και συγκρότησης πολιτικών συμμαχιών (η σύμπραξη του ΑΚΡ με τους Γκρίζους Λύκους). Την ίδια ώρα οι κεμαλιστές είναι βέβαιο ότι προσπαθούν να ανασυγκροτηθούν, καθώς μπορεί σημαντικοί κύκλοι τους να εκκαθαρίστηκαν μετά το 2016, αλλά είναι βέβαιο ότι ένα τμήμα τους έχει παραμείνει στη διεκδίκηση της εξουσίας καθώς είχε ταχθεί με το μέρος του Ερντογάν κατά το πραξικόπημα. Και αυτό το δεδομένο παίζει το ρόλο του, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, και στην τακτική των ΗΠΑ απέναντι στην Τουρκία.
Ταυτόχρονα με τις εσωτερικές ανακατατάξεις στο μπλοκ εξουσίας, αυτές ενισχύονται και κερδίζουν έδαφος, σε μια συνεχή διαδικασία αλληλεπίδρασης και αλληλοτροφοδότησης με την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν. Η συνεχής προσπάθεια ισχυροποίησης του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας και αυτονόμησής της από τα πλαίσια που θέτουν οι ιμπεριαλιστές της Δύσης, προϋποθέτει την όλο και πιο επιθετική πολιτική της αλλά και την προσέγγιση με δυνάμεις (Ρωσία) που κάποια χρόνια πριν θα ήταν εκτός συζήτησης. Και εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια διπλωματική προσέγγιση Τουρκίας–Ρωσίας, αλλά για μια συνεργασία όλο και πιο στενή σε μια σειρά κρίσιμους τομείς (ενεργειακό, εξοπλιστικό, στρατιωτικό). Και μπορεί να είναι βιαστικό να αποδοθούν σε αυτή τη συνεργασία μόνιμα χαρακτηριστικά στρατηγικού ορίζοντα, αποτελεί ωστόσο σαφώς ρήγμα στους δεσμούς της Τουρκίας με τη Δύση και ειδικότερα τις ΗΠΑ. Επίσης το πάγωμα της «επίλυσης» του Κυπριακού, η επιθετική της πολιτική στην ΑΟΖ Κύπρου και το Αιγαίο, αποτελούν δείγματα επιθετικής πολιτικής και προβολής ισχύος προς το εξωτερικό.
Προφανώς και όλα αυτά συντελούνται στη βάση των οξυμένου ανταγωνισμού μεταξύ των βασικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία), ο οποίος αφήνει περιθώρια διεκδίκησης ρόλου και χώρου από πλευράς των περιφερειακών αστικών τάξεων όπως αυτή της Τουρκίας. Κάπως έτσι λοιπόν βλέπουν οι ΗΠΑ να κλονίζεται η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, τους δυο πυλώνες της οποίας αποτελούν (ακόμη τουλάχιστον) η Ελλάδα και η Τουρκία.
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, και με δεδομένο τον ανταγωνισμό με τη Ρωσία, οι ΗΠΑ επιχειρούν να απαντήσουν με δυο τρόπους. Αφενός με τη σύσφιξη των δεσμών με παραδοσιακούς συμμάχους τους (Ισραήλ, Σ. Αραβία, Ελλάδα), τη συγκρότηση άλλων εναλλακτικών, συμμαχικών υποσυνόλων στην περιοχή (άξονες Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου) όπως επίσης και με την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη της Κύπρου στην εκμετάλλευση της ΑΟΖ της, μια κίνηση που σαφέστατα αποτελεί απειλή για τα γενικότερα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας.
Αφετέρου, και αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, με τη στάση τους απέναντι στην ίδια την Τουρκία, η οποία πρέπει να ερμηνευτεί σε διάφορα επίπεδα. Από τη μια πλευρά ασκούν πίεση στην αστική τάξη της Τουρκίας και στο πολιτικό της προσωπικό με κάθε πρόσφορο τρόπο και με στόχο την υπονόμευση του καθεστώτος Ερντογάν. Από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 (που πιθανότατα είχε την έγκριση ή και ενθάρρυνση των ΗΠΑ), μέχρι τη στήριξη της Κύπρου στην κήρυξη και εκμετάλλευση ΑΟΖ, και από την ένταξη της ΠΓΔΜ και των υπόλοιπων βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ, μέχρι την εμφανή αναβάθμιση των σχέσεων με την ελληνική αστική τάξη, ο στόχος είναι να αποκατασταθούν τα παλιότερα χαρακτηριστικά ένταξης της Τουρκίας στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα ο προσεταιρισμός των Κούρδων της Συρίας από τις ΗΠΑ στην παρούσα συγκυρία, πέρα από τη δημιουργία ενός στρατιωτικοπολιτικού μοχλού παρέμβασης στην περιοχή και στο εσωτερικό της Συρίας, αποτελεί και ένα μέσο πίεσης στην τουρκική αστική τάξη.
Από την άλλη πλευρά όμως, στη μάχη του Αφρίν οι Κούρδοι της περιοχής να αφέθηκαν χωρίς αποφασιστική στήριξη, να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στρατό, την ώρα που η Ρωσία του άφηνε ελεύθερο το πεδίο να καταλάβει την πόλη. Σίγουρα υπάρχουν και σοβαροί στρατιωτικοί λόγοι για τους οποίους οι Κούρδοι της ανατολικής Συρίας δεν μετακινήθηκαν μαζικά και οργανωμένα προς υποστήριξη του Αφρίν, αλλά είναι βέβαιο ότι υπάρχουν και πολιτικοί λόγοι που συνδέονται και με τα επόμενα στάδια του πολέμου (ήδη γίνονται αναφορές σε ενδεχόμενη, αν και καθόλου εύκολη, εισβολή της Τουρκίας και στο βόρειο Ιράκ) αλλά και με τη διαμόρφωση των συσχετισμών στην περιοχή προς το συμφέρον των ΗΠΑ.
Όπως και να έχει, η φαινομενική «απροθυμία» των ΗΠΑ να κοντράρουν την Τουρκία, μέσω της ενίσχυσης των Κούρδων, στο μέτωπο του Αφρίν, μπορεί να ιδωθεί ως μήνυμα προς διάφορες φιλοδυτικές και παραγκωνισμένες δυνάμεις εντός Τουρκίας (κεμαλιστές), για διάθεση αποκατάστασης των διαταραγμένων σχέσεων με τη Δύση. Αλλά όπως προειπώθηκε αυτή η τακτική πάει χέρι χέρι με την τακτική της πίεσης και των απειλών. Και στην πολιτική πίεσης και απειλών προς την Τουρκία, εντάσσεται και η κόντρα της τουρκικής με την ελληνική αστική τάξη και μια ενδεχόμενη αξιοποίηση αυτής της κόντρας για την υπονόμευση του καθεστώτος Ερντογάν, ακόμη και μέσω μιας στρατιωτικής ήττας σε μια σύγκρουση (άσχετα με την έκταση και τη διάρκεια που αυτή πάρει) με την ελληνική αστική τάξη.
Από την πλευρά της η ελληνική αστική τάξη βρίσκεται σε φάση προσαρμογής στα δεδομένα της κρίσης, την οποία αξιοποιεί για να διαμορφώσει όρους απόσπασης υπεραξίας από το προλεταριάτο, σε όλο και μεγαλύτερα μεγέθη. Με όχημα την καταιγιστική επίθεση στην εργατική τάξη, στην οποία έχει πίσω της την ιδεολογικοπολιτική αλλά και οικονομική στήριξη όλου του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου, παγιώνει έναν όλο και πιο ευνοϊκό γι’ αυτήν ταξικό συσχετισμό, που παίρνει τις ληστρικές διαστάσεις πρωταρχικής συσσώρευσης. Παρά τα πλήγματα που δέχτηκε και την αναδιάταξη των διαφόρων μερίδων του κεφαλαίου, και την σύνθλιψη μεγάλου μέρους παραδοσιακών σύμμαχων μικροαστικών στρωμάτων, η ελληνική αστική τάξη επιχειρεί τη δική της ανασυγκρότηση.
Η οικονομική βάση έχει σίγουρα συρρικνωθεί σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια και αυτό είναι ένα «αναγκαίο κακό» για το ντόπιο κεφάλαιο σε καιρούς παγκόσμιας ύφεσης, που πληρώνει τα στρεβλά χαρακτηριστικά της ανάπτυξής του των περασμένων δεκαετιών. Ωστόσο το ελληνικό κεφάλαιο αποδεχόμενο αυτή τη δύσκολη κατάσταση –καθώς δεν είχε και πολλά μέσα άμυνας απέναντι στην κρίση– προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί και να ενταχθεί με νέους όρους μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και σχεδιασμών, αναζητώντας τα νέα πεδία δραστηριοποίησης και κερδοφορίας του, που αυτές οι αντιθέσεις και εξελίξεις ανοίγουν.
Αν λοιπόν η κρίση επέφερε την κατάρρευση οικονομικών κλάδων που στήριζαν μέχρι τότε την ελληνική καπιταλιστική οικονομία (δημόσια έργα, κατασκευές–οικοδομή και οι συνδεόμενοι με αυτά βιομηχανικοί κλάδοι, μεταπρατική βιοτεχνία, βιομηχανία τροφίμων), είχε παράλληλα και άλλες δύο σοβαρές συνέπειες παγκόσμιας εμβέλειας, που προκαλούν και αντίστοιχες τάσεις αναπροσανατολισμού της δράσης του κεφαλαίου στην Ελλάδα. Αφενός η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που η κρίση επίσης τροφοδότησε, έθεσαν επί τάπητος ένα σοβαρό επίδικο: Τις ενεργειακές πηγές, τα «δικαιώματα» εξόρυξης και εκμετάλλευσής τους και φυσικά τις οδεύσεις μεταφοράς ενέργειας. Αφετέρου η μεταφορά όλο και μεγαλύτερου όγκου εργασιών των μονοπωλίων και των άλλων εταιρειών στις χώρες της Ασίας, με στόχο τη μείωση του κόστους παραγωγής, έκανε κομβικό διακύβευμα τη διασφάλιση και τον έλεγχο των οδικών και κυρίως θαλάσσιων οδεύσεων μεταφοράς εμπορευμάτων προς τη Δύση.  Δίπλα σε αυτές τις δυο εξελίξεις παραμένει ως τρίτο δεδομένο η γενικότερη παγκόσμια τάση «επιμονής» στην επένδυση (ή πιο σωστά μεταφορά) κεφαλαίων στον παρασιτικό τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Οι τρεις αυτές τάσεις, σε συνδυασμό με τον πρώτο παράγοντα (κατάρρευση παραδοσιακών κλάδων) οδηγούν το κεφάλαιο στη χώρα μας (ελληνικό και ξένο) στην αναδιάταξη των προτεραιοτήτων του. Ενέργεια, μεταφορές (ναυτιλία – λιμάνια), επικοινωνίες,  εξαγώγιμες πρώτες ύλες περνούν στην πρώτη γραμμή ανάπτυξης μαζί φυσικά με τον τραπεζικό κλάδο. Συμπληρωματικά λειτουργεί και ο τουρισμός που η σχετική άνοδός του τα τελευταία χρόνια, δεν μπορεί να αποκρύψει την αντικειμενική αστάθεια και εξάρτησή του από πολλούς εξωγενείς παράγοντες ως οικονομικός κλάδος (τα περί «βαριάς βιομηχανίας του τουρισμού» είναι αστεία ακόμη και για οικονομίες του μεγέθους της χώρας μας).
Με βάση τα παραπάνω, και την ανάγκη μεγάλης εισροής κεφαλαίων, δεν προκαλούν καμιά έκπληξη οι εξελίξεις στη χώρα μας, τόσο οι οικονομικές όσο και οι συνολικότερες γεωπολιτικές μέχρι και οι …στρατιωτικές (για να επανέρθουμε σταδιακά και στο θέμα μας). Διεύρυνση προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) με παράδοση στο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο κάθε πιθανού τομέα κερδοφορίας, υλοποίηση αγωγού ΤΑΡ, στρατηγικές συμφωνίες εκποίησης και ανάπτυξης λιμανιών, σιδηροδρόμων, αεροδρομίων, συνεχείς ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών και στο …βάθος κοιτάσματα υδρογονανθράκων και ΑΟΖ και ταυτόχρονη συγκρότηση αξόνων με Κύπρο, Ισραήλ, Αίγυπτο.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η σύσφιξη των σχέσεων και η παραπέρα «πρόσδεση» της ελληνικής αστικής τάξης στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, εκτός από την πάγια τάση της αστικής τάξης για αναζήτηση ισχυρής «προστασίας» και στήριξης στον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, συμβαδίζει και με την προώθηση των ιδιαίτερων συμφερόντων του κεφαλαίου στην Ελλάδα. Και μάλιστα σε μια κατεύθυνση δυναμικής ανασυγκρότησης και ισχυροποίησης απέναντι στις ανταγωνιστικές αστικές τάξεις της περιοχής, δηλ. τις βαλκανικές και κυρίως την τουρκική, όσο αυτό είναι δυνατό και πάντα με τα όρια που θέτουν τόσο η παγκόσμια οικονομική κρίση όσο και οι ιδιαίτερες δυνατότητες και αδυναμίες του ελληνικού καπιταλισμού.
Όλα αυτά μας (ξανα)θυμίζουν ότι κάθε αστική τάξη, τηρουμένων των αναλογιών και των δυνατοτήτων της, θέτει για τον εαυτό της, κάποιους στόχους επέκτασης και ενίσχυσης της κυριαρχίας της, όσο «μικροί» ή «μεγάλοι» κι αν είναι αυτοί. Και ταυτόχρονα έρχονται να επιβεβαιώσουν δυο, επίσης πάγιες αλήθειες.
Ότι οι αστικές τάξεις, ακόμη και χωρών μέσου προς χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης όπως η ελληνική και η τουρκική, ακόμη και σε περιόδους κρίσης, ακόμη και σε φάσεις όπου έχουν υποστεί καθίζηση, αναζητούν πάντα τη «διέξοδο» στη δυναμική αναπροσαρμογή τους στα νέα δεδομένα και διεκδικούν πάντα για λογαριασμό τους τα πολλά ή λίγα –ακόμη και τα ελάχιστα– περιθώρια ανάπτυξης, ανασύνταξης και επέκτασης, που μπορούν να εξασφαλίσουν για τα συμφέροντά τους στις εκάστοτε οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Ποτέ δεν παραιτούνται από το «δικαίωμά τους» να διεκδικούν χώρο και πεδία κυριαρχίας έναντι των ανταγωνιστικών, γειτονικών αστικών τάξεων. Ακόμη και όταν μια τέτοια στρατηγική προωθείται σε περιόδους έντασης των αντιθέσεων, γενικευμένης αστάθειας και μη ελεγχόμενων συνθηκών, οι αστικές τάξεις κατά κανόνα θα επιδιώκουν την εμπλοκή τους σε αυτές τις αντιθέσεις και τις ανακατατάξεις, άσχετα αν αυτή η εμπλοκή λαμβάνει υπόψη και αναζητά την ιμπεριαλιστική στήριξη.
Από την άλλη πλευρά ο ιμπεριαλισμός, στις σχέσεις του με τις πιο αδύναμες, τις εξαρτημένες λεγόμενες χώρες, μπορεί να προσαρμόζει την τακτική και πολιτική του, ανάλογα με τη συγκυρία και τις συνθήκες. Μπορεί η κύρια πλευρά της σχέσης του με αυτές τις αστικές τάξεις να είναι η ένταξή τους στη δική του σφαίρα επιρροής, αλλά αυτή η ένταξη, αν εξαιρέσουμε τα προτεκτοράτα, δεν μπορεί να γίνεται αποκλειστικά με όρους πίεσης, επιβολής και επικυριαρχίας (παρά το ότι εκδηλώνονται κατά περίπτωση και αυτά τα στοιχεία). Χρειάζεται να δίνει και κάποια ανταλλάγματα –εκτός από την απόλυτη στήριξη απέναντι στον εσωτερικό ταξικό εχθρό– μέσω της ενίσχυσης και στήριξης στη διεκδίκηση επιμέρους στοχεύσεων και σχεδιασμών των αστικών αυτών τάξεων, στα πλαίσια της γενικότερης δικής του στρατηγικής. Ίσως γι’ αυτό τον λόγο ο χαρακτηρισμός των αστικών αυτών τάξεων ως «υπεργολάβων» του ιμπεριαλισμού να αποδίδει καλύτερα τη σχέση τους με αυτόν (σε σύγκριση με όρους όπως «τυχοδιωκτικές» ή «εξαρτημένες»), στο βαθμό που αποτυπώνει τόσο τις ιδιαίτερες δικές τους επιδιώξεις όσο και την ένταξη αυτών των επιδιώξεων στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού.
Στη βάση λοιπόν των γενικότερων στόχων του (διασφάλιση ενεργειακών δρόμων, συμμόρφωση Τουρκίας, μπλοκάρισμα καθόδου Ρωσίας στη Μεσόγειο), δεν θα ήταν αβάσιμο να υποστηριχθεί ότι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ενθαρρύνει σε αυτή τη φάση τις επιθετικές βλέψεις της ελληνικής αστικής τάξης (και συνδυαστικά της κυπριακής) και ενδεχομένως να μη λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης με την Τουρκία.
Οι αστικές τάξεις Ελλάδας – Τουρκίας σε σχέση αμφίδρομης επιθετικότητας
Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις λοιπόν, με κύρια στην περιοχή, την αντίθεση ΗΠΑ–Ρωσίας, τροφοδοτούν τις αντιθέσεις μεταξύ των αστικών τάξεων της περιοχής (Ελλάδα, Κύπρος, Τουρκία, Ισραήλ, Αίγυπτος, ΠΓΔΜ, Αλβανία) σε εμφανή κατεύθυνση όξυνσης. Ανεξάρτητα των πραγματικών δυνατοτήτων και προοπτικών που εμπεριέχουν οι σχεδιασμοί τους, όλες αυτές οι αστικές τάξεις, δίχως καμιά εξαίρεση, προωθούν πολιτικές και τακτικές εμπλοκής στην ανακατανομή εδαφών, επαναχάραξη συνόρων και διεκδίκησης επιρροής, ανάλογα με το μέγεθος, τις δυνατότητες και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται για την καθεμιά.
Όσον αφορά συγκεκριμένα τις αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας, δεν θα πρωτοτυπήσουμε αν πούμε ότι οι επεκτατικοί σχεδιασμοί και από τις δυο πλευρές του Αιγαίου, ουδέποτε αποσύρθηκαν οριστικά, ανεξάρτητα της τακτικής που επιλέγουν, με βάση τις συγκυρίες, οι δυο αστικές τάξεις να τους προωθήσουν.
Αν η τουρκική αστική τάξη, στην επιδίωξή της για διεύρυνση του ρόλου και του χώρου κυριαρχίας της, ακολουθεί μια επιθετική πολιτική στη Μ. Ανατολή, ακολουθεί εξίσου επιθετική πολιτική και σε άλλα μέτωπα τα οποία έχουν ανοίξει στον ευρύτερο περίγυρό της. Τόσο η οριοθέτηση ΑΟΖ από την Κύπρο, όσο και οι σχεδιασμοί της ελληνικής αστικής τάξης για οριοθέτηση αντίστοιχης δικής της ΑΟΖ, εκλαμβάνονται, όπως ειπώθηκε, πολύ φυσιολογικά από την τουρκική αστική τάξη ως επιθετικές κινήσεις ισχυροποίησης των ανταγωνιστών της στο ενεργειακό πεδίο, και μάλιστα σε έναν ευρύτερο χώρο (Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος), όπου διεκδικεί θεμελίωση και δικών της δικαιωμάτων ενεργειακής εκμετάλλευσης. Ως αποτέλεσμα αυτής της επιθετικής τακτικής Ελλάδας, Κύπρου η τουρκική αστική τάξη απαντάει με τη δική της επιθετική και φιλοπόλεμη πολιτική. Εκτιμώντας πιθανότατα ότι την ευνοεί ο συσχετισμός δύναμης, επιδιώκει μια ορισμένης μορφής και έκτασης σύγκρουση για μια πιο αποφασιστική διευθέτηση τέτοιων «εκκρεμοτήτων». Με εμφανείς εκφράσεις αυτής της φιλοπόλεμης τακτικής, το πάγωμα της «επίλυσης» του Κυπριακού και την επιθετική της πολιτική στην ΑΟΖ Κύπρου και το Αιγαίο.
Από την πλευρά της, η ελληνική αστική τάξη, όχι απλά δεν προσπαθεί να μείνει έξω από αυτές τις επικίνδυνες εξελίξεις, αλλά επιχειρεί να εμπλακεί ενεργά. Βλέπει τις συγκυρίες σαν μια «ευκαιρία» να αποτελέσει προνομιακό ίσως σύμμαχο των ΗΠΑ και με αυτό τον τρόπο να επιδιώξει τα δικά της επιθετικά σχέδια στην περιοχή, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της.
Και εδώ πρέπει να έχουμε καθαρό το εξής: Το ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι στόχοι της ελληνικής αστικής τάξης κάθε φορά, είναι συνάρτηση των δυνατοτήτων της και των περιθωρίων που έχει να κινηθεί στο πλαίσιο των γενικότερων εξελίξεων, και δεν είναι ζήτημα μεγέθους ή ποσοτικό το αν αυτοί οι στόχοι συνιστούν επιθετική πολιτική ή όχι. Αναφέρθηκαν προηγούμενα κάποιες διαφαινόμενες κατευθύνσεις του ελληνικού κεφαλαίου. Όσον αφορά το στρατιωτικό σκέλος, και εδώ η έννοια της επιθετικότητας μπορεί να πάρει πολλές υλικές, πραγματικές εκφράσεις.
Είτε είναι το να πάρει τη ρεβάνς των Ιμίων του 1996, μέσω μιας σύρραξης και της «κατάργησης» του καθεστώτος των γκρίζων ζωνών (με την προϋπόθεση ότι ηττάται στη σύγκρουση η Τουρκία) είτε είναι η επέκταση των 12 μιλίων είτε είναι η κήρυξη ΑΟΖ, όλοι αυτοί οι στόχοι συνιστούν επιθετική, επεκτατική πολιτική. Μια πολιτική που είναι αδύνατο να υλοποιηθεί χωρίς ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία, οποιασδήποτε έκτασης, κλίμακας και διάρκειας απαιτηθεί.
Και είναι με τη σειρά της μια τέτοια πολιτική που ανατροφοδοτεί την επιθετικότητα της τουρκικής αστικής τάξης, σε μια αμφίδρομη σχέση, αυξάνοντας την ένταση σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό.
Την ίδια ώρα, που με αφορμή τα γεγονότα του εμβολισμού στα Ίμια και της σύλληψης των στρατιωτικών στον Έβρο έχει ξεσπάσει ένα άκρως αντιδραστικό, φιλοπόλεμο κλίμα από όλες τις πλευρές, που προσπαθεί να παρουσιάσει την εικόνα της «αμήχανης», «απαθούς» και «παραδομένης» ελληνικής κυβέρνησης που δεν αντιδρά στις προκλήσεις της «επιθετικής» Τουρκίας.
Κι όμως, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο!
Η ελληνική κυβέρνηση, νιώθοντας (ή και έχοντας τη βεβαιότητα) ότι στις τωρινές συνθήκες θα έχει τη στήριξη των ΗΠΑ σε μια εμπλοκή με την Τουρκία (κανείς δεν ξέρει άλλωστε τι λέγεται πίσω από τις κλειστές πόρτες της μυστικής διπλωματίας), επιλέγει να μην ανακόψει τις προκλητικές κινήσεις της, ίσως ακριβώς για να εξωθήσει το καθεστώς Ερντογάν στη σύγκρουση, αλλά σε χρόνο και με όρους που θα επιλέξει αυτή. Υπ’ αυτή την έννοια, η προβολή της υπαρκτής επιθετικότητας της Τουρκίας, από τα ΜΜΕ στη χώρα μας, αποτελεί ένα «εργαλείο» καμουφλαρίσματος της επιθετικότητας της ελληνικής αστικής τάξης.
Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι η ελληνική αστική τάξη φιλοδοξεί από την πλευρά της να οδηγήσει τις εξελίξεις σε ένα νέο «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στο Αιγαίο, με διαβαθμισμένους στόχους και επιδιώξεις, και με αρκετές πιθανότητες τακτικής στρατιωτικής επιτυχίας, με βάση και τα υπόλοιπα μέτωπα που έχει ανοιχτά η Τουρκία.
Είναι χαρακτηριστική η ψυχραιμία και η αυτοπεποίθηση, με την οποία αντιμετωπίζουν στρατιωτικά στελέχη το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής σύγκρουσης με την Τουρκία, είτε με επίκεντρο τον Έβρο είτε το Αιγαίο. Είτε αυτή η αυτοπεποίθηση πηγάζει από την απαραίτητη ανάγκη τόνωσης του ηθικού του στρατού (και του λαού) είτε από την παρουσία του ΝΑΤΟϊκού στόλου στην περιοχή και την στενή προσέγγιση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ του τελευταίου διαστήματος, αυτό δείχνει ουσιαστικά ένα βασικό πράγμα: Ότι η ελληνική αστική τάξη είναι έτοιμη (και ετοιμάζεται με κάθε μέσο) για έναν πόλεμο με την Τουρκία που θα κινείται στο πολιτικό πλαίσιο της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής που ασκείται όλο το προηγούμενο διάστημα (ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου, προειδοποιήσεις για επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια, νέες αμερικάνικες βάσεις στη χώρα).
Πόσο μάλλον όταν αντιλαμβάνεται ότι ένα στρατιωτικό χτύπημα στην Τουρκία θα εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και τις ΗΠΑ, καθώς θα μπορούσε να ενεργοποιήσει εκ νέου τις πιο φιλοαμερικάνικες (αλλά αποδυναμωμένες) μερίδες των κεμαλικών δυνάμεων στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Συνοψίζοντας
Η άποψη περί «επιθετικότητας» της Τουρκίας και «αμυντικού δόγματος» της Ελλάδας που προβάλλεται από τους μηχανισμούς προπαγάνδας του συστήματος στη χώρα μας είναι ένας ψευδεπίγραφος μύθος (που φυσικά έχει και την αντίστροφη εκδοχή του που προβάλλεται αντίστοιχα στην Τουρκία). Και είναι ένας μύθος, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ιστορικά καμιά «αφετηρία» όπου να μπορεί να εντοπιστεί και οριοθετηθεί με βεβαιότητα η πλευρά που «ξεκίνησε πρώτη» την επιθετική επιβολή της έναντι της άλλης. Ακριβώς επειδή ως δυο αστικές τάξεις που συγκροτήθηκαν ιστορικά ως τέτοιες, δηλαδή τάξεις εκμεταλλευτικές, ήταν και είναι εκ φύσεως επιθετικές και επεκτατικές και ταυτόχρονα καμιά από τις δυο δεν είναι φιλειρηνική. Ως αποτέλεσμα η ιστορική τους διαδρομή σε έναν κοινό γεωγραφικό χώρο, τις έχει οδηγήσεις αμέτρητες φορές σε αιματηρές συγκρούσεις, με τον ρόλο του επιτιθέμενου κάθε φορά να αλλάζει και να ανατροφοδοτεί τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, άλλοτε με μεγαλύτερη άλλοτε με μικρότερη ένταση, ανάλογα με τις γενικότερες συνθήκες.
Αλλά πάντα με το ίδιο κόστος και για τους δυο λαούς: Ξεριζωμός, δυστυχία, θάνατοι, καταστροφή, εξαθλίωση.
Ο μύθος αυτός δεν έχει άλλο στόχο από το να θολώσει το μυαλό των δύο λαών και να τους ετοιμάσει να θυσιαστούν στον βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και των επεκτατικών σχεδίων των δυο αστικών τάξεων.
Και δυστυχώς, πολλές οργανώσεις και κόμματα της Αριστεράς στη χώρα μας έχουν υποκύψει σε αυτές τις ιδεολογικές πιέσεις και έχουν υιοθετήσει την ουσία του σχήματος αυτού στις εκτιμήσεις τους (με τη δική τους φυσικά εκδοχή η καθεμιά). Ειδικότερα εν μέσω άγριας επίθεσης του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, η προβολή του «εξ Ανατολάς κινδύνου»  στην ημερήσια πολιτική ατζέντα και η «εθνική ομοψυχία» απέναντι στην «επιθετική Τουρκία», αποτελεί ένα ακόμη βολικό ιδεολόγημα για την ακόμη μεγαλύτερη αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης και το σύρσιμό της στα επιθετικά, πολεμικά σχέδια του κεφαλαίου, ως μια άμορφη, άβουλη και αναλώσιμη μάζα. Γι’ αυτό και πρέπει αυτά τα ιδεολογήματα της αστικής τάξης να ξεσκεπαστούν και να χτυπηθούν ιδεολογικά και πολιτικά μέσα στο λαό μας.
Με βάση όλη την παραπάνω ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης που διαμορφώνεται γύρω μας, οι δυο λαοί Ελλάδας και Τουρκίας, δεν πρέπει να έχουμε τον παραμικρό ενδοιασμό και αμφιβολία, ότι η σύγκρουση στην οποία μας σέρνουν οι ιμπεριαλιστές και οι δυο κυβερνήσεις, έχει απόλυτα αντιδραστικά, αντιλαϊκά και ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα ποια από τις δύο πλευρές θα δώσει την αφορμή και θα κάνει το πρώτο βήμα. Είτε προκληθεί θερμό επεισόδιο λίγων ωρών, είτε περιορισμένης έκτασης τοπική σύρραξη, είτε μια πιο γενικευμένη σύγκρουση, ανεξάρτητα από τη διάρκεια και τον τόπο εκδήλωσής της, θα έχει αντιδραστικά, επιθετικά χαρακτηριστικά και για τις δυο πλευρές γιατί ακριβώς θα εκδηλωθεί στο έδαφος του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και θα είναι έχει τη σφραγίδα της επαναχάραξης των συνόρων και των επιθετικών, επεκτατικών σχεδίων των δυο αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας. Για κανέναν από τους δυο λαούς δεν μπορεί ένας τέτοιος πόλεμος να πάρει αμυντικά, εθνικοαπελευθερωτικά ή «δίκαια» χαρακτηριστικά. Θα είναι πόλεμος άδικος και αντιδραστικός γιατί θα έχει υποδαυλιστεί και προκληθεί και από τις δυο αστικές τάξεις, με επεκτατικούς, επιθετικούς σκοπούς εκατέρωθεν του Αιγαίου. Και ανεξάρτητα από το ποια αστική τάξη θα βγει νικήτρια και ποια χαμένη από μια τέτοια αναμέτρηση, οι συνέπειες θα είναι τραγικές για τους δυο λαούς: Θάνατος, δυστυχία, συνέχιση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης, εδραίωση και αναπαραγωγή της εχθρότητας των δυο λαών.  
Μπροστά σε ένα τέτοιο σοβαρό ενδεχόμενο πρέπει η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι και η νεολαία σε Ελλάδα και Τουρκία, να μπουν φραγμός, αναπτύσσοντας μαζικούς αντιπολεμικούς, ανιιμπεριαλιστικούς αγώνες.
Να αρνηθούμε να σκοτώσουμε και να σκοτωθούμε για τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού και των αστικών τάξεων.
Να ενώσουμε τις φωνές μας και τις δυνάμεις μας με τον εξίσου καταπιεζόμενο τουρκικό λαό, σε ένα κοινό αντιπολεμικό, αντιιιμπεριαλιστικό, αντιφασιστικό μέτωπο, χωρίς αυταπάτες περί «επιτιθέμενου» και «αμυνόμενου».
Δεν θα πεθάνουμε για τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού, των ξένων και ντόπιων κεφαλαιοκρατών, τραπεζιτών, εφοπλιστών και βιομηχάνων, που μας πετούν στη φτώχεια και την ανεργία και μας παίρνουν τα σπίτια.
Δεν θα γίνουμε κρέας στα κανόνια τους.
ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΤΟΥΡΚΙΑΣ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ, ΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ
ΕΞΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΕ
ΕΞΩ ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ – ΕΞΩ Ο ΝΑΤΟΪΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ
ΖΗΤΩ Η ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ–ΤΟΥΡΚΙΑΣ-ΚΥΠΡΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου