Slider





Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

ΣΑΜΑΡΑΣ: Μια ΑΠΕΙΛΗ Πολέμου για τους λαούς των Βαλκανίων!

Το Ελληνικό κράτος προσπάθησε να Αλλάξει τα Βαλκανικά σύνορα πρόσφατα;
Το Ελληνικό κράτος είναι παράγοντας σταθερότητας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη... ισχυρίζεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ
Ισχύει;
Ας δούμε τι αποκαλύπταμε το 2010, παρουσιάζοντας το βιβλίο του  Σ.Τζίμα.
Καθώς η ένταση επιστρέφει στα Βαλκάνια, ορίζοντας ξανά το Κόσσοβο ως πεδίο αναμέτρησης των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών και των εθνικιστικών παθών, επιλέγουμε να θίξουμε μια ακόμη πτυχή του σύγχρονου δράματος των λαών των Βαλκανίων, άγνωστη στους πολλούς, αφού με συντεταγμένο τρόπο έχει κρυφτεί από τον λαό μας.
Αναφερόμαστε στην δράση των ελληνικών κυβερνήσεων την εποχή κατάρρευσης του ανύπαρκτου σοσιαλισμού, στις ιμπεριαλιστικές και επεκτατικές βλέψεις του ελληνικού κράτους απέναντι στην Νότια Αλβανία, χώρο απίστευτης φυσικής ομορφιάς που ορέγεται η τουριστική βιομηχανία (δεν είναι τυχαίο ότι στη Χιμάρα εντοπίζονται ακραίοι εθνικιστικοί πυρήνες Βορειοηπειρωτών και σημειώνονται δολοφονικά επεισόδια από Αλβανούς εθνικιστές), επίσης με σημαντικές πηγές ενέργειας που εποφθαλμιά η αντίστοιχη ελληνική βιομηχανία, ενώ εκτός των άλλων οι ελληνικές επενδύσεις καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση μετά τις ιταλικές. Μερίδα εξάλλου του ελληνικού επιχειρηματικού κόσμου εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για τις αλβανικές εξελίξεις και πολυποίκιλη δράση. Το 1998, ο τότε πρόεδρος του ΕΙΥΑΠΟΕ, Δημήτριος Γληνός,ανέφερε στο δημοσιογράφο Σ.Τζίμα ότι «σε σύσκεψη στελεχών της ομογένειας, στην προξενική κατοικία στο Αργυρόκαστρο, επισημάνθηκε ότι από τα γραφεία του ΕΙΥΑΟΕ πέρασαν 12 δισεκατομμύρια δραχμές που προορίζονταν για τις ανάγκες της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Έξι από αυτά προέρχονταν από το ελληνικό δημόσιο και τα άλλα έξι από διάφορες δωρεές και αρωγές»! 
Τέλος, αποκαλύπτουμε τις άθλιες επιθετικές μεθόδους που και το ελληνικό κράτος χρησιμοποίησε, θέτοντας κάποια στιγμή στόχο το διαμελισμό της γειτονικής χώρας. Είναι σαφής ο ασφυκτικός έλεγχος της ελληνικής μειονότητας από τις προξενικές αρχές και συνολικά από το ελληνικό ΥΠΕΞ (ακολουθώντας αντίστοιχες μεθόδους με αυτές του Τουρκικού ΥΠΕΞ στη Θράκη), που την εργαλειοποιεί για να ικανοποιήσει τα εκάστοτε συμφέροντα του ελληνικού κράτους,με τραγική κατάληξη φυσικά το διωγμό των μειονοτικών πληθυσμών και την παρακμή τους.
Το βιβλίο του δημοσιογράφου Σταύρου Τζίμα, «Στον αστερισμό του εθνικισμού-ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑ ΧΟΤΖΑ ΕΠΟΧΗ»(εκδόσεις Επίκεντρο), καταγράφει αφενός την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Αλβανία της μετά Χότζα εποχής και αφετέρου τη σύγκρουση ελληνικού και αλβανικού εθνικισμού.
Φόντο της σύγκρουσης αποτελούν οι χιλιάδες Αλβανοί προλετάριοι μετανάστες, οι οποίοι από τα τέλη του 1990αναζητούν την τύχη τους στη Δύση και από την άλλη πλευρά οι Έλληνες μειονοτικοί της Νότιας Αλβανίας οι οποίοι πέφτουν θύματα της εθνικιστικής εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως βρισκόμαστε σε μια περίοδο που ο εθνικός προσδιορισμός, Έλληνας- Αλβανός, έχει ταξικό χαρακτήρα. Για την κοινωνική πλειοψηφία στην Ελλάδα «Αλβανός» σημαίνει εξαθλιωμένος, φτωχός, φτηνός εργάτης για τις «κωλοδουλειές» και εν δυνάμει εθνικός κίνδυνος!! Από την άλλη, για τους χιλιάδες Αλβανούς μετανάστες, Έλληνας σημαίνει αφεντικό, ο άνθρωπος που θα με σώσει από την εξαθλίωση και πρότυπο οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, μετά την άρση του εμπόλεμου του 1987 από τον Έλληνα ΥΠΕΞ, Κάρολο Παπούλια, την πτώση του«Χοτζικού» καθεστώτος στην Αλβανία, τη ρευστή πολιτική κατάσταση της γειτονικής χώρας και τη φυγή Αλβανών εργατών προς Ελλάδα, Ιταλία και ΗΠΑ, ο ελληνικός καπιταλισμός ακονίζει τα νύχια του, με σκοπό την επέκταση της επιρροής του,φτάνοντας στο σημείο της διεκδίκησης εδαφών της Νοτίου Αλβανίας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με μπροστάρη τον τότε ΥΠΕΞ και σημερινό πρόεδρο της ΝΔ Αντώνη Σαμαρά, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου για την αναβίωση του αλυτρωτισμού,καθιστώντας τον εθνικισμό επίσημη κρατική πολιτική.
Ο δημοσιογράφος Σταύρος Τζίμας,κάνοντας εκείνη την περίοδο ρεπορτάζ στην Αλβανία, καταγράφει τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, τις εθνικιστικές διαμάχες, τα επικίνδυνα και φονικά καμιά φορά παιχνίδια των μυστικών υπηρεσιών, που φαίνεται πως αποτελούν την αιχμή του δόρατος για τα δύο κράτη και φτάνει μέχρι την εξέγερση της Νότιας Αλβανίας το1997, με αφορμή το σκάνδαλο των πυραμίδων.
Βέβαια, οι παραθέσεις του συγγραφέα, οι απόψεις που διατυπώνει και οι εκτιμήσεις που κάνει, χρήζουν πολλαπλών ερμηνειών. Αν και βλέπουμε τις ιστορικές εξελίξεις από διαφορετική σκοπιά από τον συγγραφέα και οι πολιτικές διαφωνίες είναι ξεκάθαρες, οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως το βιβλίο αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την ερμηνεία των ελληνοαλβανικών σχέσεων τη δεκαετία του 90'. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τα κύρια, κατά τη γνώμη μας, σημεία του βιβλίου και θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε από τη δική μας σκοπιά τα γεγονότα που παραθέτει ο συγγραφέας. Τέλος να σημειώσουμε πως ο Σταύρος Τζίμας παραθέτει ένα κατατοπιστικό χρονικό τω εξελίξεων στην Αλβανία, από τα τέλη της δεκαετίας του80 έως τις μέρες μας, το οποίο βοηθά τον αναγνώστη να κατανοήσει τα γεγονότα.
Μπερίσα και Ελλάδα. Ήταν πάντοτε εχθροί;
Μετά την ενδιαφέρουσα περιγραφή του τοπίου της υπαίθρου και των πόλεων της Αλβανίας στις αρχές του '90 στις πρώτες σελίδες, ο συγγραφέας στη συνέχεια μπαίνει στα βαθιά. Το «Χοτζικό» καθεστώς έχει καταρρεύσει, οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές του Μαρτίου του 1991 βγάζουν πρώτο κόμμα το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας (Κομμουνιστικό Κόμμα) και η περιπέτεια της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πορείας της Αλβανίας ξεκινά. Η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση του Κόμματος Εργασίας αποδεικνύεται εύθραυστη και το αντιπολιτευτικό δεξιό Δημοκρατικό Κόμμα(ΔΗ.ΚΟ.) του Σαλί Μπερίσα βάζει πλώρη για τη νίκη στις εκλογές του Μάρτη του 1992.
Ο Τζίμας αποδομώντας το στερεότυπο της εξ' αρχής αντιπαλότητας Μπερίσα και ελληνικού κράτους, καταγράφει την υλική και πολιτική στήριξη της κυβέρνησης Μητσοτάκη προς το αδελφό ΔΗ.ΚΟ. του Σαλί Μπερίσα. Ο δημοσιογράφος καταγράφει τη βοήθεια που προσέφερε η Ν.Δ. στο ΔΗ.ΚΟ.μέσω μια νεαρής βουλευτίνας, των Ελλήνων μειονοτικών αλλά και του Ελληνικού ΥΠΕΞ (σελ. 63).
Το ερώτημα που προκύπτει σε αυτό το σημείο είναι το εξής: γιατί η ελληνική κυβέρνηση χρηματοδότησε τον «ανθέλληνα»Μπερίσα; Η ερμηνεία των υπόλοιπων στοιχείων που παραθέτει ο Τζίμας μας λύνουν την απορία.
Ο ελληνικός εθνικισμός και αλυτρωτισμός επίσημη κρατική πολιτική.
Με την πτώση του ανατολικού μπλοκ και τις αναταραχές στα Βαλκάνια, ο ελληνικός καπιταλισμός και οι πολιτικοί εκφραστές του, αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Η ευκαιρία για την αύξηση της επιρροής του ελληνικού κεφαλαίου είναι ιστορική και η ιδεολογική κάλυψη για την επίτευξη της αναγκαίας κοινωνικής συναίνεσης είναι ο εθνικισμός.Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός επίσης αποτελούν τον πλέον ασφαλή τρόπο για το αστικό σύστημα εξουσίας να διασπάσει την εργατική τάξη της χώρας μας, με ενδεικτικό επεισόδιο τα ακραία επεισόδια που προκάλεσαν φασιστικές ομάδες φωνάζοντας «Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ».
Η εξαγγελία του τελευταίου προέδρου του«Χοτζικού» καθεστώτος Ραμίζ Αλία, για τη διενέργεια εκλογών, ωθεί την ελληνική μειονότητα του αλβανικού νότου να συγκροτήσει το μειονοτικό κόμμα «Ομόνοια».Στις πρώτες εκλογές του 1991 κερδίζει πέντε έδρες στο αλβανικό κοινοβούλιο και η ηγεσία του σε γενικές γραμμές κινείται στην κατεύθυνση της απόκτησης δικαιωμάτων της μειονότητας στα πλαίσια του Αλβανικού κράτους.
O ελληνικός καπιταλισμός και η κυβέρνηση της ΝΔ έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο δρόμους:ο πρώτος δρόμος είναι της καλής γειτονίας και της σταδιακής οικονομικής επέκτασης. Ο δεύτερος και πιο επιθετικός, είναι η αμφισβήτηση των συνόρων, το αίτημα για αυτονομία της Νότιας Αλβανίας (Β.Ηπείρου) με την προοπτική μελλοντικής προσάρτησης στην Ελλάδα.

Η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει τον δεύτερο δρόμο και από δω και πέρα η πολιτική της πρακτική εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική, παρά τις απορίες του συγγραφέα για το πως μπόρεσε να το κάνει ένας«ρεαλιστής» πολιτικός σαν τον Μητσοτάκη. Επίσης, ο συγγραφέας επιρρίπτει ευθύνες στο μυστικοσύμβουλο της κυβέρνησης Νίκο Γκατζογιάννη ή Νικόλα Γκέιτς.Δεν περνά όμως απαρατήρητη η προσπάθεια του Σ.Τζήμα να χρεώσει τη ευθύνη της κυβερνητικής πολιτικής στην υφυπουργό Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον καθόλα αρμόδιο Αντώνη Σαμαρά!
Η ελληνική κυβέρνηση λοιπόν, καλλιεργεί τεχνηέντως τη στρατηγική της έντασης μεταξύ των δύο χωρών, μέσω της εθνικιστικής πολιτικής με φόντο τη μειονότητα και το καθεστώς ομηρείας για τους Αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα, εναντίον των οποίων στρέφεται με ανατριχιαστικά πογκρόμ-επιχειρήσεις σκούπα. Χαρακτηριστικό είναι πως αρχικά η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει την Ομόνοια και καλεί τους μειονοτικούς να πολιτευτούν στις εκλογές του 1991 μέσω του ΔΗ.ΚΟ του Μπερίσα.
Τον επόμενο χρόνο, η εκλεγμένη μετριοπαθής ηγεσία της Ομόνοιας καταγγέλλει την πραξικοπηματική καθαίρεση της στο πρώτο συνέδριο του κόμματος λίγο πριν τις εκλογές του 1992. Η παλιά ηγεσία αποκαλύπτει πως η καθαίρεσή της ενορχηστρώθηκε από μειονοτικούς εθνικιστές με την υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης (σελ. 69). Λίγες μέρες πριν είχε προηγηθεί η ψήφιση του νομοσχεδίου που απαγόρευε την ίδρυση μειονοτικών κομμάτων. Η ιστορική ηγεσία της Ομόνοιας υποστηρίζει πως η ελληνική κυβέρνηση συναινεί, προετοιμάζει τη νέα ηγεσία και ιδρύει το Κόμμα Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΚΕΑΔ).
Η στρατηγική της έντασης με όπλο τον εθνικισμό για την επίτευξη των στόχων της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή παίρνει σάρκα και οστά. Την επόμενη μέρα των εκλογών, που κερδίζει ο εκλεκτός του Μητσοτάκη, Σαλί Μπερίσα, θα σημάνει την έναρξη της σύγκρουσης των εθνικισμών.
Κατά τη διάρκεια του 1993, το ελληνικό κράτος μέσω παραστρατιωτικών μηχανισμών, της ΕΥΠ και αυτονομιστικών οργανώσεων προμηθεύει μαζικά με καραμπίνες και κυνηγετικά όπλα το επιθετικότερο τμήμα της μειονότητας. Την ίδια εποχή, Έλληνες απόστρατοι και μυστικές υπηρεσίες εκπαιδεύουν Έλληνες μειονοτικούς σε Ελλάδα(Μέτσοβο) και Κύπρο (σελ 78). «Οι απόγονοι των Μυρμιδόνων και του Μεγάλου Αλεξάνδρου», εκπαιδεύονται στον ανορθόδοξο πόλεμο με σκοπό να αποτελέσουν τη δύναμη κρούσης σε περίπτωση εξέγερσης της μειονότητας (σελ 136). Παράλληλα,σημαντικό ρόλο παίζει ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός, υποστηρικτής της «δυναμικής προσέγγισης του βορειοηπειρωτικού ζητήματος», ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΠΑΣΥΒΑ), η Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΣΦΕΒΑ) και το Ράδιο Βόρειος Ήπειρος, ραδιοφωνικός σταθμός που λειτουργεί η ΕΥΠ για να στέλνει συγκαλυμμένα μηνύματα!
Βέβαια θα ήταν κάποιος αφελής αν πίστευε πως όλα αυτά είναι τερτίπια κάποιων «μυστικών εθνικιστικών κύκλων» εν αγνοία της κυβέρνησης. Η μεταφορά στην Κύπρο, ο εξοπλισμός με καραμπίνες και η στρατιωτική εκπαίδευση μειονοτικών από Έλληνες απόστρατους θα μπορούσε να οργανωθεί μόνο από τον κρατικό μηχανισμό. Η αποκάλυψη των μυστικών κονδυλίων του ΥΠΕΞ της περιόδου 1990-93 μας πονηρεύει. Στα δε Γιάννενα λειτουργεί προωθημένο κλιμάκιο του Υπουργείου Εξωτερικών που αναλαμβάνει την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής στο οποίο συμμετέχουν: στελέχη του ΥΠΕΞ, διπλωμάτες, αξιωματούχοι της ΕΥΠ, αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ και του δεύτερου γραφείου (Α2) της τοπικής Μεραρχίας του Στρατού.
Φαίνεται πως αυτές οι κινήσεις δεν είναι άσχετες και από τις πολιτικές εξελίξεις που σημειώνονται στη Βαλκανική χερσόνησο. Ο Μητσοτάκης στις 14.7.1993 με συνέντευξη τύπου έθεσε έξι σημεία ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας - Αλβανίας. Το τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, σημείο αναφέρει: Σύνδεση του καθεστώτος της ελληνικής μειονότητα στην Αλβανία με το παναλβανικό αίτημα της παραχώρησης αυτονομίας από τους Σέρβους στους Αλβανούς του Κοσσόβου.
Ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός λοιπόν υιοθετεί ανοιχτά το αίτημα της αυτονομίας της Β.Ηπείρου στην προοπτική προσάρτησης στην Ελλάδα. Η επιθετική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, που θέτει ζήτημα προσάρτησης εδαφών,γκρεμίζει το βολικό εθνικό μύθο περί «αμυντικής εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας».
Πράγματι, υπήρχε ένα πλήρες σχέδιο, το Σχέδιο Λωτός, που κατέστρωσαν ακραίοι κύκλοι των ελλήνων μειονοτικών από το 1990 και προέβλεπε την εκδήλωση ένοπλης εξέγερσης της μειονότητας με στρατηγικό στόχο την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου από την Αλβανική κυριαρχία. Μεταξύ των συντακτών είναι και ο Γρηγόρης Γκιζέλης, επικεφαλής της ΣΦΕΒΑ.
Εξάλλου, οι ιμπεριαλιστικές βλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης επιχειρείται να υλοποιηθούν με την εφαρμογή των ίδιων βάναυσων πολιτικών και ψυχολογικών μεθόδων κατά του πληθυσμού που αργότερα θα δούμε να εφαρμόζονται στους νατοϊκούς ανθρωπιστικούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας ή στη βάρβαρη Αμερικανοβρετανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Ο συγγραφέας περιγράφει συγκλονιστικά τις πολιτικές πιέσεις που ασκούνται έχοντας ως θύμα τους Αλβανούς εργάτες-μετανάστες με αφορμή την εκδίωξη του ακραίου εθνικιστή Αρχιμανδρίτη Μαιδώνη. Το ελληνικό κράτος απαντά στις εκδικητικές αλβανικές κινήσεις που έπονται των προκλητικών ελληνικών ενεργειών στα εσωτερικά ζητήματα ξένου κράτους, με μαζική, αιφνιδιαστική επιχειρήση σκούπα εναντίον των Αλβανών εργατών που σε διακυβερνητικές συναντήσεις είχε προβλεφθεί η νομιμοποίηση της απασχόλησης τους, ενώ επίσης ασκείται ακραία αστυνομική βία (453 τραυματίες).Το συμπέρασμα του Σ.Τζίμα είναι το εξής: «η όλη απάνθρωπη επιχείρηση εκδίκησης στοχεύει στην αποσταθεροποίηση της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης στην Αλβανία, κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα και από το αίτημα των ελληνικών αρχών προς τους Αλβανούς μετανάστες να μεταβούν στα Τίρανα και να ανατρέψουν την κυβέρνηση, εάν επιθυμούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα.»!
Η ΜΑΒΗ παίρνει το «όπλο» της
Όλη αυτή την περίοδο, αιχμή του δόρατος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αποτελούν διάφορες αυτονομιστικές εθνικιστικές και παρακρατικές οργανώσεις, τις οποίες ο συγγραφέας αναφέρει αρκετά αναλυτικά. Λίγους μήνες μετά την παράθεση των έξι σημείων του Κ.Μητσοτάκη και συγκεκριμένα τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1994,μέλη της ΜΑΒΗ, εισέρχονται σε αλβανικό έδαφος, επιτίθενται στο αλβανικό στρατόπεδο της Επισκοπής, σκοτώνουν έναν Αλβανό φαντάρο και έναν αξιωματικό του Αλβανικού στρατού και κλέβουν οπλισμό του στρατοπέδου (σελ. 91).
Την ανάληψη της ευθύνης αναλαμβάνει η ΜΑΒΗ, παρακρατική εθνικιστική αυτονομιστική οργάνωση. Στην προκήρυξη που στέλνει στην Ελευθεροτυπία, με την οποία αναλαμβάνει την ευθύνη για την επίθεση, η οργάνωση λίγο πολύ κινείται στη γραμμή των έξι σημείων του Μητσοτάκη, με την απαραίτητη φιλοπόλεμη φιλολογία.
Οι ερμηνείες για την επίθεση πολλές. Η ελληνική κυβέρνηση μιλά για προβοκάτσια του Μπερίσα, η αλβανική κυβέρνηση μιλά για επίθεση Ελλήνων εθνικιστών και το μετριοπαθές κομμάτι της ελληνικής μειονότητας υποστηρίζει πως η επίθεση οργανώθηκε από Έλληνες εθνικιστές σε συνεργασία με την ΕΥΠ και πως οι αλβανικές μυστικές υπηρεσίες ήταν εξ αρχής ενήμερες αλλά άφησαν τα γεγονότα να εξελιχθούν ώστε να επιτεθούν στη μειονότητα(σελ. 93).
Όπως και να έχει, γεγονός είναι πως για ακόμα μία φορά αποδεικνύεται πως οι διαφόρων ειδών εθνικιστικές- παρακρατικές οργανώσεις αποτελούν, σε πολλές περιπτώσεις, την αιχμή του δόρατος της πιο επιθετικής εξωτερικής πολιτικής του κράτους. Χωρίς να μπαίνουμε στο βόθρο των κινήσεων των μυστικών υπηρεσιών, γιατί θα χαθούμε, είναι σαφές πως αυτές οι ομάδες έχουν άμεσες σχέσεις με τον κρατικό μηχανισμό και χρηματοδοτούνται άμεσα από αυτόν.
Η στρατηγική της έντασης μεταξύ των δύο εθνικισμών είχε θύματα τόσο Έλληνες μειονοτικούς όσο και Αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα. Την επομένη της επίθεσης οι αλβανικές αρχές πραγματοποιούν πογκρόμ στα χωριά των μειονοτικών, βρίσκουν τις λίστες με τα ονόματα των οπλισμένων μειονοτικών στα γραφεία της Ομόνοιας (!!!) και οδηγούν σε δίκη τμήμα της ηγεσίας. Από την άλλη το ελληνικό κράτος πραγματοποιεί επιχειρήσεις σκούπα, με αποτέλεσμα χιλιάδες Αλβανοί εργάτες της Ελλάδας να απελαθούν.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι σε βίαιο επεισόδιο κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της δίκης των μειονοτικών εμπλέκεται ο απότακτος πλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, Αντώνης Ναξάκης, γνώστος επίσης για την συμμετοχή του στην υπόθεση Οτσαλάν, που σήμερα δραστηριοποιείται πολιτικά στο ΛΑΟΣ.
Η δίκη των μειονοτικών, ο ψεκασμός με φέιγ βολάν εθνικιστικού περιεχομένου των Άγιων Σαράντα από τον απόστρατο σμήναρχο Θωμά Βρακά, οι αποκαλύψεις σχετικά με τους ηγέτες της ΟΜΟΝΟΙΑΣ Μπεζιάνη και Κυριακού που τους θέλουν πράκτορες των Αλβανικών μυστικών υπηρεσιών, οι αμετανόητοι της ΜΑΒΗ που τη νύχτα 18-19 Μαρτίου 1995 ευτυχώς απέτυχαν στη δεύτερη επίθεση τους σε στρατόπεδο του Αλβανικού στρατού (Λόγγου) και ο σκοτεινός ρόλος της ΕΥΠ, η δίκη των πρωταγωνιστών στην Ελλάδα (εκπαιδευμένοι στην Κύπρο, στο Σταυροβούνι, όπου έδρευε η 33η Μοίρα Καταδρομών, με ευθύνη Έλληνα ταγματάρχη και την πολιτική κάλυψη του Κύπριου υπουργού Εξωτερικών Χρήστου Ιακώβου) που οι κατηγορίες για κακουργήματα μετατράπηκαν σε απλά πλημμελήματα και οδήγησαν στην ατιμωρησία, συνθέτουν ένα μωσαϊκό επικίνδυνων τυχοδιωκτισμών, εφάμιλλο των σκληρών στιγμών που ζουν ταυτόχρονα οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας που βουτιούνται στο αίμα και το μίσος.
Τέλος, η καταστολή της Αλβανικής εξέγερσης (1997), που προκάλεσε η κατάρρευση των πυραμίδων-παρατραπεζών από πολυεθνική δύναμη (συμμετοχή Γαλλίας-Ιταλίας-Ελλάδας-Τουρκίας-Ρουμανίας)μετατρέπει την Αλβανία σε πεδίο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού καταρχήν μεταξύ Ιταλίας-Ελλάδας και δευτερευόντως Ελλάδας-Τουρκίας (με βασικό επίδικο αργότερα, το 1998, την ναυτική βάση της Αυλώνας). Επίσης, ο καθορισμός ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας-Αλβανίας (Απρίλιος 2009 η συμφωνία που υπέγραψαν Μπερίσα-Καραμανλής,που αργότερα ακυρώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο) αλληλοδιαπλέκεται με τα ανταγωνιστικά συμφέροντα Ελλάδας-Ιταλίας-Τουρκίας.
Στην σύγχρονη ατζέντα των ελληνοαλβανικών διαφορών εντάσσεται το ζήτημα των στόχων του αλβανικού αλυτρωτισμού (Τσάμηδες) τμήμα των επιδιώξεων της Μεγάλης Αλβανίας (Πλατφόρμα της Φυσικής Αλβανίας που συμπεριλαμβάνει Κόσσοβο, Μαυροβούνιο, Δημοκρατία της Μακεδονίας, Τσαμουριά, Πρέσεβο), η θέση της ελληνικής συρρικνωμένης μειονότητας και η αντιπαράθεση για τη Χιμάρα (που συνδέεται με τις βλέψεις τις τουριστικής βιομηχανίας), ενώ εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η κατάργηση του Εμπολέμου(1987) από ελληνικής μεριάς δεν έχει επικυρωθεί ακόμη από το ελληνικό κοινοβούλιο!
Εν κατακλείδι, τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας, παρά τα κενά και τα ερωτήματα που αφήνει, χρήζουν ερμηνείας. Το εργατικό και αντιπολεμικό κίνημα των Βαλκανίων οφείλει να πάρει πρωτοβουλίες, οι οποίες θα έχουν στόχο την ταξική συμφιλίωση των λαών, την «από τα κάτω» απάντηση στις συγκρούσεις των καπιταλιστών που διαχρονικά έχουν στοιχίσει στους λαούς της περιοχής. Οι λαοί οφείλουν να αποδείξουν πως δεν είναι κρέας στα πολεμικά κανόνια της αστικής τάξης, αλλά το υποκείμενο που θα δώσει τέλος στις αιματοχυσίες, τη φτώχεια και τον ρατσισμό στην περιοχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου