Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Με αφορμή την Απειλή σύγκρουσης Ουκρανίας-Ρωσίας


Με αφορμή την πρόσφατη αντιπαράθεση μεταξύ Ουκρανίας-Ρωσίας αναδημοσιεύουμε την Μπροσούρα της ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ
Όλα ξεκίνησαν από ένα συνονθύλευμα εξεγερμένων σε μια πλατεία (βλέπε Μαϊντάν) και το όνειρο των μικροαστών να μπουν στην «ευρωπαϊκή οικογένεια»… Όλα συνεχίστηκαν με την ανάδειξη μιας φασιστικής κυβέρνησης και την ένοπλη εξέγερση των οπλισμένων αυτονομιστών της Ανατολικής Ουκρανίας να συνδεθούν με τη Ρωσία…

Είναι πιθανό, μια τέτοια μυθολογία εξέγερσης-αντιεξέγερσης, στην οποία ο καθένας θα διαλέγει τον «κατάλληλο» χαρακτηρισμό για την κάθε μεριά που αντιπαρατίθεται εντός του «ουκρανικού φαινομένου», να επιβιώσει στη συλλογική μνήμη. Όχι μόνο του κυρίαρχου λόγου αλλά και του λόγου των κινημάτων. Δεν είναι λάθος ότι πλευρές μιας τέτοιας συνθηματολογίας (αλλά και άλλων που αναπτύσσονται αυτό τον καιρό) έχουν φορτίο αλήθειας, όμως θα πρέπει να αναρωτηθούμε: είναι ικανές να περιγράψουν την πραγματικότητα; Μήπως αυτή δομείται τόσο στην αλήθεια του ταξικού / κοινωνικού περιεχομένου του ουκρανικού εμφυλίου η οποία έχει καλυφθεί από την αγριότητα των εθνοτικών συγκρούσεων όσο και από την κυριαρχία του κράτους διαρκούς εξαίρεσης, τη σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλισμών, που σχηματοποιείται σε εθνοτικά στρατόπεδα «εξεγερμένων» και «αντιεξεγερμένων», αλλά και την κυριαρχία των δογμάτων άμυνας-ασφάλειας στην επίλυση των συγκρούσεων, την καταστολή και την ενσωμάτωση των κοινωνικών δρώντων εντός του (ενός ή του άλλου) «εθνικού κορμού»;

Η Ουκρανία εδώ και καιρό έχει γίνει το κέντρο των παγκόσμιων εξελίξεων για τις λεπτές ισορροπίες που οι αναλυτές λένε πως υπάρχουν μεταξύ των “μεγάλων” αυτού του κόσμου. Όχι άδικα βέβαια μιας και οι εικόνες της καταστροφής, των ωμών -πέρα από τα όρια κυνισμού- δολοφονιών μαζί με την φτώχεια και την εξαθλίωση που τις πλαισιώνουν, αποτελούν σκληρή πραγματικότητα. Αυτή που δείχνει πως η καπιταλιστική βαρβαρότητα δεν είναι ένα διεστραμμένο remake του παρελθόντος, ούτε μια εφιαλτική προβολή του μέλλοντος αλλά ακόμα χειρότερα είναι το σήμερα, το παρόν του πλανήτη που τραντάζεται από την καπιταλιστική κρίση.
«Πειθαρχία τέλος / Ζωή μαγική»(;)

Σύνθημα από τον Δεκέμβρη του 2008
(το ερωτηματικό δικό μας)

Η ουκρανική κατάσταση είναι ταυτόχρονα παιδί μιας νέας «εποχής των ταραχών» αλλά και εκρηκτικών ιστορικών αντιφάσεων των κρατών που βρίσκονται στα εδάφη της πρώην σοβιετικής ένωσης. Εκεί που η καπιταλιστική συσσώρευση του κεφαλαίου της δύσης, μαζί με τα απελευθερωμένα -ύστερα από την «σοσιαλιστική κατάρρευση»- κεφάλαια της ανατολής έκαναν πάρτι για πάνω από μία δεκαετία. Ο τελευταίος τύπος της συσσώρευσης, ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαίος για το κεφάλαιο σε παγκόσμια κλίμακα μέσα στη διαδοχή των κρισιακών κύκλων που άρχισε από το 1972 κι έπειτα. Δεν θα μπορούσε να είναι μόνο η καταλήστευση του πλούτου που είχε παραχθεί στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, μόνο ηυπερεκμετάλλευση εξαθλιωμένων μαζών ή -μόνο- η λογική της χρηματοοικονομικής απελευθέρωσης. Η εξάντληση αυτής της συσσώρευσης, που άφησε πίσω της μόνο την έρημο της περιθωριοποίησης για ευρύτερες μάζες στον πλανήτη, τα δόγματα άμυνας-ασφάλειας και την κατάρρευση των προηγούμενων κοινωνικών ταυτοτήτων, συναντιέται (καθόλου τυχαία) με την πλανητική καπιταλιστική κρίση και δημιουργεί ένα εκρηκτικό μίγμα.

Σε κάθε γωνιά του πλανήτη μια σπίθα, μια αφορμή, μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές εκρήξεις και εξεγέρσεις. Το άγριο ταγκό της ταξικής πάλης περιφέρεται στον κόσμο, αλλάζει μορφές, εναλλάσσει τις υπερβάσεις των ορίων που βιώσαμε με τις ήττες των ορίων που δημιουργούνται στις νέες συγκρούσεις. Από την Τουρκία ως το Μπαγκλαντές, από την «αραβική Άνοιξη» ως τις «πλατείες», από τη Χιλή ως τα κινήματα Occupy αλλά και από την Αγγλία ως την Ουκρανία (και πάλι πίσω) η μία εξέγερση ακολουθεί την άλλη βάζοντας σε επιφυλακή ντόπιους και υπερεθνικούς μηχανισμούς κυριαρχίας.

Οι «υποτελείς τάξεις» βγαίνουν ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας και επιβεβαιώνονται για άλλη μια φορά ως τόσο επικίνδυνες για την εξουσία όσο και ανολοκλήρωτες για την χειραφέτησή τους. Εμφανίζονται ως δύο ετερόκλητα ρεύματα, τα οποία -σε γενικές γραμμές- δεν έχουν συναντηθεί: 1) το ρεύμα της νεολαίας που δε θα ζήσει το καπιταλιστικό όνειρο της ένταξης στη μεσαία τάξη και 2) αυτό των ριζικά αποκλεισμένων από την κοινωνική αναπαραγωγή. Και τα δύο ρεύματα συναντούν κάθε φορά το όριο τους και ενσωματώνονται / καταστέλλονται / καταπνίγονται μέσα στην δική τους απουσία νοήματος της στιγμιαίας καταστροφής ή παρακώλυσης της εμπορευματικής κυκλοφορίας, στην κυριαρχία των μηχανισμών ασφάλειας-άμυνας, στην επιβεβαίωση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, του κράτους ως απόλυτου πολιτικού ορίζοντα της ταξικής πάλης, του εθνικού ως σχετικού ορίου των προταγμάτων χειραφέτησης. Πιστεύουμε ότι αυτό δεν είναι το αποκορύφωμα των διεργασιών των «από κάτω» αλλά η μεταβατική περίοδος-προοίμιο των γιγαντιαίων συγκρούσεων που θα ακολουθήσουν.

Ως τέτοιες πρέπει να αναγνωστούν, ως τέτοιες είναι ανάγκη να μας προβληματίσουν σε σχέση με τα καθήκοντα που υπαγορεύουν. Από αυτή τη σκοπιά (κι εδώ είναι το κρίσιμο) χρειάζεται να αναλύσουμε τα όρια των αναδυόμενων κοινωνικών υποκειμένων, τις διαδικασίες ενσωμάτωσης / αποκλεισμού του κράτους και τις στρατηγικές της άμυνας και της ασφάλειας, για να συμβάλουμε στο δρόμο της κοινωνικής απελευθέρωσης στις ταξικές μάχες που έπονται.

Τα βλέμματα βρίσκονται ακόμα στην Ουκρανία. Φασίστες αλωνίζουν τη χώρα, και συγκρούονται με κόσμο, που κυμαίνεται από απολιτικούς και αριστερούς, μέχρι ρώσ(-όφιλ)ους εθνικιστές. Στην εξουσία βρίσκεται ένας βίαιος συνασπισμός πολιτικών δυνάμεων και η Κριμαία -πρακτικά- υπό ρωσική κατοχή. Η Euro-Maidan, η αυτονόμηση της Κριμαίας, η συνέχεια της εξέγερσης στην ανατολική Ουκρανία και το κίνημα αυτονόμησης (το οποίο δεν ταυτίζεται με τους εξεγερμένους, παρά τη συνάφειά τους, όπως δεν ταυτίζεται η κυβέρνηση του Κιέβου με την εξέγερση της Μαϊντάν) και η αντιτρομοκρατική επιχείρηση της κυβέρνησης του Κιέβου ήταν η σειρά των γεγονότων που κατέστρεψαν de-facto την εύθραυστη ισορροπία της πολιτικής κοινότητας που συγκροτούνταν στο Ουκρανικό κράτος. Τώρα βρισκόμαστε στην επίπονη και βάρβαρη αποκρυστάλλωση νέων πολιτικών κοινοτήτων. 

Η εξουσία δεν είναι θεσμός, ούτε δομή, δεν είναι μια συγκεκριμένη δύναμη που κατέχουν μερικοί:
είναι το όνομα που δίνουμε σε μια πολυσύνθετη κατάσταση μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία»
M. Foucault

Η κατάσταση ήταν ήδη πολύπλοκη, όπως και εξακολουθεί να είναι. Ο φόβος της ανεργίας και οι νέες ευκαιρίες για αξιοποίηση του κεφαλαίου από τη μία, μια ζωή με μισθούς χαμηλούς και ο φόβος της ολικής αναδιάρθρωσης από την άλλη, είναι τα θραύσματα που παράγει η ευρύτερη δυναμική του κεφαλαίου στη παρούσα φάση, στην συγκυρία της κρίσης. Του κεφαλαίου, όχι μόνο ως υλικής δύναμης αλλά και ως κοινωνικής σχέσης. Μαζί με τους «εμπορικούς πόλεμους» και τις «ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις», τον λυσσαλέο ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων και μικρών μερίδων του κεφαλαίου, βρίσκεται η κρίση ολόκληρων κοινωνικών κατηγοριών και πολιτικών υποκειμένων ως αστικών υποκειμένων, η αποδιάρθρωση των προηγούμενων κοινωνικών σχέσεων και η μετατροπή της πολιτικής σε τεχνικές κυβερνησιμότητας, από τη μεριά του κράτους, και τεχνικές επιβίωσης, από την μεριά της κοινωνίας[1].

Αυτή η δυναμική του κεφαλαίου ισοπεδώνει εξίσου την ανατολική και τη δυτική Ουκρανία. Η εσωτερίκευση της παγκόσμιας κρίσης με τόσο άγρια και ειδικά χαρακτηριστικά στο Ουκρανικό κράτος έγινε γιατί αυτό δεν μπορούσε πια να λειτουργήσει σαν συλλογικός καπιταλιστής, διχασμένο ανάμεσα σε δύο αλληλο-αποκλειόμενες καπιταλιστικές περιφέρειες με διαφορετική σύνθεση κεφαλαίου, διαφορετική πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, με διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και (τελικά) υλικές προϋποθέσεις. Πολλοί αναφέρουν τη μορφή που έπαιρνε το Ουκρανικό κράτος κατά τη φάση της ομαλής συγκεντροποίησης ως «ολιγαρχικό κράτος». Αν μας σοκάρουν οι εικόνες του Μαρινάκη ως «σκιώδους» δημάρχου του Πειραία και του Μπέου ως (επίσημου) δημάρχου του Βόλου, θα πρέπει να δούμε ότι αυτή η κουλτούρα (σε αντίθεση με την «δική μας δύση») είναι κυρίαρχη στην Ουκρανία ως άμεση πολιτική εκπροσώπηση στο κράτος μέσω της διακυβέρνησής του, διαμεσολαβημένη -όχι από την αγορά και τους επίσημους θεσμούς της, αλλά- από την ίδια την εταιρική πολιτική των καπιταλιστών που κάθε φορά βρίσκονται στην εξουσία ως πολιτική συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Όποια φράξια επιχειρηματιών αποκτούσε τον άμεσο κυβερνητικό έλεγχο του κράτους, μέσω υπερφορολόγησης άλλων ανταγωνιστικών κεφαλαίων, του αγροτικού κεφαλαίου της δυτικής Ουκρανίας, ή άμεσων διαταγμάτων, προσπαθούσε ταυτόχρονα να περιθωριοποιήσει τους ανταγωνιστές, να υποτιμήσει την εργασία και το μικρό-μεσαίο κεφάλαιο και να δημιουργήσει μια ευρεία βάση συμφερόντων, ενσωματώνοντας τους αποκλεισμένους, με όρους εξαθλιωμένης επιβίωσης και ιδιωτικών «στρατών», σε ένα ευρύ φάσμα επαγγελμάτων: από τους Berkut (τα ουκρανικά ΜΑΤ/ΕΚΑΜ), ως τα ημιπαράνομα ορυχεία-τάφους στα ανατολικά της χώρας.

Κάπως έτσι έκαναν τις περιουσίες τους ο Αχμέτοφ, ο Ποροσένκο, και άλλοι οι Ουκρανοί «ολιγάρχες», που σήμερα διεξάγουν τον αντιτρομοκρατικό πόλεμο κατά των ρωσόφιλων, όταν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας της χώρας συμμετείχε στο οικονομικό κύκλωμα της ρωσικής οικονομίας, και πολλές επενδύσεις ήταν (και είναι) ακόμα ρωσικές. Κάπως έτσι, διαλύθηκε κάθε έννοια κοινωνικής παροχής ενώ οι μισθοί πήραν την κατηφόρα σε επίπεδα χαμηλότερα της Ρωσίας

Έχει σημασία να δούμε ότι το 40% του πληθυσμού αυτοπροσδιορίζονται ως ρώσοι και είναι κυρίως ρωσόφωνοι. Δεν αναλύουμε, φυσικά, στη βάση της σύγκρουσης ταυτοτήτων, όμως, σε μεγάλο βαθμό, οι εθνικές ταυτότητες (συγκροτημένες ιστορικά) περιπλέκονται με το κοινωνικό ζήτημα και -τελικά, ειδικά στην Ουκρανία- με το ζήτημα του κομμουνισμού, ο οποίος εμφανίστηκε στον 20ο αιώνα και έμεινε στις συνειδήσεις των Ουκρανών ως η μορφή μιας σοβιετικής δημοκρατίας στα πλαίσια της ΕΣΣΔ, όπως κι αν την κρίνει κανείς.

Αφορμή για το ξέσπασμα ήταν η διαμαρτυρία για την απόφαση της κυβέρνησης Γιανουκόβιτς να στραφεί προς την οικονομική ένωση που συγκροτεί η Ρωσία αντί για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεγάλο μέρος των κατοίκων έτρεφε και τρέφει την αυταπάτη ότι αυτά είναι τυπικά ζητήματα πολιτικής επιλογής κι ότι μια πιθανή ένταξη στην ΕΕ θα τους «κάνει Ευρώπη». Για ένα άλλο, η στενότερη σχέση με την αναδυόμενη «αυτοκρατορική Ρωσία» διασφαλίζει καλύτερο μέλλον. Όμως, τόσο η ΕΕ όσο και η Ρωσία θέλουν την Ουκρανία, όχι για να την κάνουν κάτι άλλο αλλά για ό,τι είναι. Μια χώρα με πολύ χαμηλό επίπεδο ζωής, πολύ φτηνή εργατική δύναμη, χαμηλή σύνθεση κεφαλαίου κι ανύπαρκτο συνδικαλισμό κι εργατικό κίνημα. Στην Ουκρανία επιχειρείται σε βάθος χρόνου -και μεγαλύτερες διαστάσεις- να επαναληφθεί το «επιτυχές» ευρωπαϊκό πείραμα της Βουλγαρίας. Είτε στην ΕΕ είτε στην «Ευρασιατική» ολοκλήρωση. Η τάση συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ως απάντηση στην κρίση, που εμφανίζεται διαφορετικά ανάλογα με τον κοινωνικό σχηματισμό, εκδηλώνεται παντού με την επίθεση στην μεσαία τάξη, τον ακραίο περιορισμό του «μικροϊδιοκτήτη/ επιχειρηματία», τη μαζικοποίηση του «ανέργου/υποτιμημένου εργάτη». Στην Ουκρανία εμφανίστηκε με το δίλημμα «ΕΕ/ΗΠΑ ή Ρωσία/Κίνα».

«Ο φασισμός λέει: συσσώρευση ή θάνατος.
Η δημοκρατία λέει: συσσώρευση ή φασισμός»
RuthlessCritique

Η έντονη πολυδιάσπαση των υποκειμένων, η βίαιη ανατροπή του προηγούμενου ονείρου της εξίσωσης δικαιωμάτων και ευκαιριών στην αστική δημοκρατία και η ενσωμάτωση της κατάστασης εξαίρεσης στην κοινωνική ομαλότητα κάνουν αδύνατη, τουλάχιστον αρχικά, την ανασυγκρότηση της τάξης με όρους προλεταριάτου. Το πλέον εμφανές (όπως και με τα «μνημόνια») είναι η επιθετική συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, έτσι συνολικά όλες οι κοινωνικές κατηγορίες που βιώνουν την κρίση εμφανίζονται να διαδηλώνουν μαζί, ενάντια σε «ολιγάρχες, πολιτικούς, πλούσιους και διεφθαρμένους»: την κοινωνική κατηγορία που καταρχήν εκφράζει αυτή την συγκεντροποίηση.

Η κατάσταση της πολυδιάσπασης, μαζί με την μεγάλη «δημοκρατική υπόσχεση» δεν έχει αφήσει τίποτα κοινό σε κανέναν πέρα από την αφηρημένη του υπόσταση: την αφηρημένη έννοια του πολίτη. Το σύνορο της πολυδιάσπασης της εργατικής τάξης, που ακολούθησε την διάχυση του κεφαλαίου σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής, είναι το σύνορο του πολιτικού του ορίζοντα: η «γενική ιδιότητα» του πολίτη είναι η συγκρότηση του ως αφηρημένο υποκείμενο στο έθνος-κράτος. Γι’ αυτό και μια τέτοια ιδιότητα είναι απολιτική - και υποκαθίσταται διαρκώς από την έννοια της ασφάλειας. Το «χρέος» της πολιτικής του ταυτότητας είναι ο εκδημοκρατισμός της κοινωνικής ζωής και η ενότητα της πολιτικής κοινότητας: της εθνικής*. Η οποία, όμως, είναι εξίσου απολιτική, υποκαθιστάμενη από τη συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού ως έκτακτου μηχανισμού άμυνας-ασφάλειας.

Στη Μαϊντάν, τα αιτήματα που κυριάρχησαν, όπως και στις άλλες πλατείες με διαφοροποιήσεις, είναι: περισσότερη δημοκρατία και ευκαιρίες, λιγότερη διαπλοκή και διαφθορά, όχι υπερβολικός πλούτος, περισσότερα δικαιώματα.Αυτή η διαδικασία έκανε αδύνατη τη σύνδεση με αγώνες στην εργασία. Φάνηκε να μην έχει σχέση με τον πολιτικό πυρήνα της. Και στις δύο πλευρές των οδοφραγμάτων υπήρξαν τόσο εργάτες όσο και επιχειρηματίες. Σκοπός του κόσμου που κατέβηκε στον δρόμο ήταν η αντίθεση στην υπάρχουσα κυβερνητική πολιτική, πιστεύοντας ότι η αντίθετη εξυπηρετεί τα ταξικά του συμφέροντα. Η σύγκρουση αυτή, σαφώς κι έχει ρίζα στις ταξικές αντιθέσεις της σημερινής Ουκρανίας αλλά δεν είναι καθ’ εαυτή ταξική σύγκρουση. Ακόμα και στο δρόμο -όσο βίαιη και αν είναι- διαμεσολαβεί τον εαυτό της με την εθνική πολιτική.

Οι πλατείες του Κιέβου έμοιαζαν πολύ με αυτές της Ισπανίας και της Ελλάδας σε έναν (τόσο συνήθη τα τελευταία χρόνια) αμεσοδημοκρατικό αντικομματισμό. Το πιο ριζοσπαστικό ήταν και το πιο αντιφατικό αίτημα. Ενώ αναζήτησε άλλους δρόμους πολιτικής και συλλογικής δράσης, τελικά εγκάλεσε την -όποια- κυβέρνηση του κράτους ότι είναι ανίκανη να πραγματώσει τις ανάγκες τους. Τελικά αυτό που έμεινε ήταν το αίτημα για τη συγκρότηση από τους δρόμους ενός νέου πολιτικού φορέα που «επιτέλους θα ακούει τις πλατείες».

Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς σε σχέδια πρακτόρων, φασιστών και ιμπεριαλισμών για να ανακαλύψει την «μοίρα της εξέγερσης» στην Ουκρανία. Φυσικά και αυτά υπάρχουν, σφραγίζουν, όμως, την ιστορία όταν η αυθόρμητη δράση των μαζών συναντά το όριο της στις υπάρχουσες συνειδητές πολιτικές διεργασίες και στον τρόπο που υιοθετούνται ως πρακτικές των εξεγερμένων. Σφραγίζουν, τελικά, την ιστορία όταν οι μάζες δεν μπορούν να την γράψουν μέχρι τέλους, όταν το ριζοσπαστικό ή/και επαναστατικό περιεχόμενο εκκενώνεται μέσα στα σχέδια διακυβέρνησης του υπάρχοντος κόσμου.

Το ετερόκλητο υποκείμενο της «εξέγερσης» απέναντι στην ύπαρξη φασιστών εντός του είχε αφενός ανοχή προς αυτούς στα πλαίσια του «εθνικού χαρακτήρα» και της εθνικής μετάφρασης της αντίδρασης στη κρίση. Αφετέρου, η αδυναμία του κινήματος να συνδεθεί με τους εργατικούς αγώνες και η αναγωγή των αιτημάτων του στο εθνικό, το είχε αφήσει γυμνό απέναντι στην όξυνση της κρατικής καταστολής. Η απάντηση στη βία του κράτους ταυτίστηκε με την στρατιωτικοποίηση. Οι φασίστες, ως εκπαιδευμένοι «ειδικοί» της κρατικής βίας, έγιναν διπλά ανεκτοί. Οι εντελώς διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις που έβγαλαν την ακροδεξιά στον δρόμο μπορούσαν να ενώσουν την ακροδεξιά στην πλατεία με τον υπόλοιπο κόσμο μόνο στα πλαίσια των αφηρημένων κοινωνικών σχέσεων. Οι ακροδεξιοί βγήκαν στον δρόμο λόγω του χρόνιου αποκλεισμού τους από τα σώματα ασφαλείας, καθώς το κράτος του Γιανουκόβιτς διαπερνούσε συνολικά την κρατική οργάνωση, και έφτανε μέχρι την αστυνομία. Η Ουκρανική ακροδεξιά, και διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις στην περιφέρεια στρατού κι αστυνομίας είχαν επί μακρόν αποκλειστεί από αυτούς τους μηχανισμούς. Ο αποκλεισμός από τις μπίζνες της ασφάλειας για τους φασίστες μπορούσε να συναντηθεί με τον αποκλεισμό της κοινωνική πλειοψηφίας μόνο με την απώθηση του κοινωνικού και ταξικού περιεχομένου της σύγκρουσης, μόνο με την αδυναμία ανασυγκρότησης των ιδιαίτερων κοινωνικών σχέσεων.

Στη βάση αυτής, ακριβώς, της συνάντησης, όσοι συναντήθηκαν με τους φασίστες δεν ήταν φασίστες. Δεν ήταν, όμως, ξένοι ως προς το φασισμό. Ο κόσμος στις πλατείες δημιούργησε μια εκ νέου, ιδιαίτερη ιστορικά σχέση με τους φασίστες, η οποίαδεν είχε να κάνει με την άμεση πειθάρχηση της εξεγερμένης εργατικής τάξης (μια ανάλυση στην οποία -ιστορικά- πάντα καταλήγουμε λόγω της εμπειρίας της δεκαετίας του ’30),καθώς αυτή ήταν αδύναμη ως υποκείμενο, αλλά πρωτίστως με τη δημοκρατικότητα και την εθνογένεση: Με τη διάλυση του Ουκρανικού κράτους στην προηγούμενη μορφή του, εμφανίστηκαν βίαια και ταχύτατα οι διαδικασίες συγκρότησης νέων κοινωνικών σχηματισμών ως νέων κρατικών οντοτήτων.

Τη σύγκρουση με τις αναδιαρθρώσεις του κεφαλαίου δεν την κάνει, σήμερα, η συγκρότηση του προλεταριάτου σε μια σύγχρονη μορφή του. Κι ας είναι αυτό, πιο πολυπληθές και κατακερματισμένο από ποτέ. Από την άλλη, αυτή η βίαιη διαδικασία εξωθεί ολόκληρες κοινωνικές κατηγορίες να της αντιπαρατίθενται με πολεμικούς όρους, γιατί η ίδια εμφανίζεται ως μια εμπόλεμη (και ένοπλη, από τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ και την ΕΕ ως την Αφρική και την Ασία) διαδικασία των (κεφαλαιο-)κρατών και των ολοκληρώσεών τους απέναντι στην κοινωνική πλειοψηφία. Όσο ο πόλεμος γενικεύεται ως κατασταλτική πρακτική σε όλο τον πλανήτη, τόσο ο χαρακτήρας του θα παίρνει τη μορφή της δημοκρατικής διαχείρισης. Δεν είναι πλέον η υπεράσπιση της δημοκρατίας απέναντι σε εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, με την πολιτική μορφή του πολέμου ή του εμφυλίου πολέμου. Είναι, αντίθετα, η ειδική σχέση που κάθε φορά υιοθετεί η δημοκρατία ανάμεσα στην άοπλη και ένοπλη καταστολή όσων αντιδρούν ή δεν μπορούν να ενσωματωθούν στις μορφές αναπαραγωγής του κεφαλαίου[3].

Στην Ουκρανία, όπως και στην Ελλάδα (με άλλη μορφή και ένταση), οι φασίστες στελέχωσαν την πρώτη γραμμή καταστολής μέσα κι έξω από τα σώματα ασφαλείας, το στρατό, τις ιδιωτικές φρουρές και τις προσωπικές μονάδες επιχειρηματιών. Δεν είναι δυνατόν, στην παρούσα φάση, να αποκτήσουν αυτόνομο πολιτικό χαρακτήρα απέναντι στη δημοκρατία, καθώς δεν ενσωματώνει πια ό,τι οι εργατικές μάζες «αγάπησαν» σε αυτή: την ενσωμάτωση των αγώνων τους με τη μορφή κατακτήσεων σε επίπεδο δικαιωμάτων, μισθών, κοινωνικών παροχών. Αντίθετα, οι φασίστες υπάγονται στη δημοκρατία, ως η οριακή πολιτική, πολιτισμική και κοινωνική πλευρά της που διεξάγει τον «πόλεμο κατά των φτωχών». Δεν είναι, τελικά, ο φασισμός που ενσωματώνεται στη δημοκρατία, σε κατάσταση κοινωνικής ειρήνης. Είναι η δημοκρατία που υιοθετεί μόνιμα την κατάσταση έκτακτης ανάγκης του φασισμού (ενσαρκωμένη ιστορικά σε φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου, σε διάκριση με τα τότε δημοκρατικά), στη μορφή του κοινωνικού πολέμου.Η βαθύτερη ενότητα μεταξύ δημοκρατικής και φασιστικής διαχείρισης -αόρατη πολλές φορές στα μάτια του εργατικού κινήματος, που μιλάει για εκτροπή της δημοκρατίας σε κάθε μέτρο όξυνσης της κρατικής καταστολής- αποκαλύπτεται στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης που υιοθετεί το κεφάλαιο και οι μηχανισμοί του, αφού απειλούνται ζωτικά του συμφέροντα

Είναι λάθος, από μεγάλο μέρος της αριστεράς, η ανάγνωση της εξαγγελίας της «αντιτρομοκρατικής εκστρατείας» στην ανατολική Ουκρανία του Ποροσένκο, ως επικοινωνιακό «κόλπο» για να πείσει το λαό ή τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ να παρέχουν στήριξη και να εισβάλουν. Δεν αμφισβητούμε ότι υπάρχουν και τέτοια στοιχεία (όπως υπάρχουν και σε κάθε δημόσιο λόγο [discourse], εξάλλου). Κυρίως, όμως, αυτή η εξαγγελία αντανακλά το γεγονός ότι ο κοινωνικός πόλεμος σήμερα διεξάγεται με όρους εξέγερσης-αντιεξέγερσης στο εσωτερικό της δημοκρατίας, ανάμεσα στα μοντέλα κυριαρχίας και όσους τα αμφισβητούν ή θέλουν να εφαρμόσουν άλλες μορφές τους.

Ο πόλεμος αποτέλεσε όριο για έναν λαό που δεν ήταν προετοιμασμένος να λάβει μέρος σε μια ένοπλη σύγκρουση (πόσο μάλλον εμφύλια). Η πρώτη μορφή αντίδρασης ήταν οι αντιδράσεις των μανάδων των στρατευμένων που διαμαρτύρονταν για την στράτευση και την μεταφορά των νέων στην πρώτη γραμμή. Έλαβαν χώρα το καλοκαίρι σε πολλές πόλεις. Στα μέσα Οκτώβρη πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο πορεία 300 στρατιωτών που υπηρετούσαν σε μάχιμες μονάδες. Οι φαντάροι απαίτησαν να αποστρατευτούν όσοι έχουν υπηρετήσει την μονοετή θητεία τους (αλλά είχε επεκταθεί επ’ αόριστον ύστερα από τις εξελίξεις) και ήδη ήταν έξι μήνες παραπάνω. Ζητούσαν επίσης την τιμωρία των διοικητών τους για τους οποίους είχαν να καταλογίσουν ότι είχαν τις μεγαλύτερες ευθύνες για την έλλειψη τροφής και ζεστής ένδυσης. Παρόμοιο συλλαλητήριο πραγματοποιήθηκε και στο Χάρκοβο με συμμετοχή 50 στρατευμένων. Οι διεκδικήσεις τους εν τέλει έγιναν εν μέρη δεκτές από το κράτος που δεσμεύτηκε ότι θα μετακινήσει τους στρατευμένους μακριά από το μέτωπο και ότι δεν θα ασκηθούν διώξεις στους συμμετέχοντες της στάσης, αρνούμενο όμως να τους αποστρατεύσει όσο διαρκεί η σύγκρουση.

Σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε μια κίνηση ριζοσπαστικής πολιτικοποίησης εντός τους στρατεύματος που να αμφισβητεί τον πόλεμο αλλά σε κάθε περίπτωση οι αντιστάσεις που ξέσπασαν σηματοδότησαν τη διάλυση της κοινωνικής συναίνεσης. Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι αυτό συνέβη εντός του στρατιωτικού μηχανισμού σε αυτές τις έκτακτες συνθήκες. Ας θυμηθούμε (σε άλλες έκτακτες συνθήκες, βέβαια) το συμβολισμό της πίστης στον θεσμό του στρατού ως εγγυητή της δημοκρατικής ομαλότητας, για τους εξεγερμένους στην «αραβική άνοιξη» της Αιγύπτου και την διπλή απόσταση που έχει να διανύσει ένα επαναστατικό αντιπολεμικό ρεύμα μέσα κι έξω από το στρατό (με αφορμή και τις δύο περιπτώσεις)

Δεν θα μπορούσαμε να μην παρατηρήσουμε κάποιες ομοιότητες της ουκρανικής εμπειρίας με την ελληνική. Οι φαντάροι αποτελούν και στα δύο κράτη το ποιο σκληρά εκμεταλλευόμενο κομμάτι της νεολαίας, και στους δύο στρατούς η μηνιαία αμοιβή είναι ίδια, περίπου 9 ευρώ. Όπως και στην Ελλάδα του βύσματος και της εκπλήρωσης της θητείας για τους εύπορους γόνους από το σαλόνι του σπιτιού τους έτσι και στην Ουκρανία η θητεία απευθύνεται στα κατώτατα στρώματα τα οποία δεν διαθέτουν τα χρήματα ώστε να χρηματίσουν τα στρατολογικά γραφεία. Εντέλει, η συμμετοχή σε ένα στρατό που προετοιμάζει τη νεολαία σαν «κρέας για τα κανόνια», που σε παίρνει με το ζόρι και σε αντιμετωπίζει σαν αναλώσιμο είναι κοινή για την νεολαία. Για αυτό έχει ιδιαίτερη αξία και δυναμική το πως απαντάς σε αυτή την οριακή κατάσταση η οποία χρειάζεται μαζική, πολιτική, αντικαπιταλιστική τελικά, πάλη της νεολαίας. Με διαρκή και μαχητική αμφισβήτηση του αξιόμαχου, της πολεμικής προετοιμασίας και ετοιμότητας, των δογμάτων καταστολής και ελέγχου της κοινωνίας, του εθνικισμού και της εθνικής ενότητας του κράτους. 






«κάθε επανάσταση, καταστρέφοντας τον κρατικό μηχανισμό,


μας δείχνει ολοφάνερα πώς η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί ν' ανανεώσει


τους ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων που την εξυπηρετούν»


Lenin, Κράτος κι Επανάσταση, κεφ. 1, τμ. 2


Αποτέλεσμα αυτής της ίδιας διαδικασίας ήταν η μεταφορά της εξέγερσης από τα δυτικά στα ανατολικά και στα αιτήματα για "(φιλο)ρωσική αυτονομία"και για πτώση των κυβερνήσεων Γιατσενιούκ και Ποροσένκο, στις οποίες συμμετείχαν και φασίστες.

Είναι αποτέλεσμα της ίδιας διαδικασίας η μεταφορά της εξέγερσης από τα δυτικά, από τα αιτήματα του «ευρωπαϊκού εκδημοκρατισμού» κατά της κυβέρνηση Γιανουκόβιτς και της ανατροπής της, στα ανατολικά, αλλά και στα αιτήματα για «(φιλορωσική) αυτονομία» και για ανατροπή των κυβερνήσεων Γιατσενιούκ και Ποροσένκο, στις οποίες συμμετείχαν και συμμετέχουν φασίστες. Ο κοινός παρονομαστής βρίσκεται σε ένα τραγικό συμβολικό γεγονός: την σφαγή από τους ακροδεξιούς των διαδηλωτών στο κτίριο των συνδικάτων στην Οδησσό, στις 2/5/14. Ο συμβολισμός είναι τεράστιος: δείχνει το μίσος του εθνικ(ισμ)ού απέναντι στο ταξικό. Σε κάθε πόλεμο υπάρχουν θύματα και σε αυτά θα βρίσκονται πάντα όσοι συγκρούονται με την κρατική πολιτική ή δεν εντάσσονται στο ένα ή το άλλο εθνικό στρατόπεδο. Θύτης θα είναι πάντα καταρχήν το κράτος και τα μακριά στρατιωτικά του χέρια.

Η αδυναμία του ουκρανικού κράτους να λειτουργήσει ως συλλογικός καπιταλιστής είναι στη δεύτερη πράξη του δράματος. Η εξέγερση του Μαϊνταν, που ενσωματώθηκε στην κυβερνητική εξουσία, συνεχίζεται, σε ρήξη με την αρχική της μορφή, ως εξέγερση του αντι-Μαϊντάν, που τείνει να ενσωματωθεί στην απόπειρα συγκρότησης αυτόνομης κρατικής οντότητας στα ανατολικά.

Όλη η διαδικασία, τελικά, συνιστά εξέγερση ενάντια στην κρίση. Και δείχνει την πολυπλοκότητα των εξεγέρσεων ενάντια στην κρίση, που δεν μπορούμε -είτε αποθεώνοντας είτε λοιδορώντας- να την προσπεράσουμε. Είναι ο φόβος των αστικών υποκειμένων που έρχονται σε σύγκρουση με την ευρύτερη δυναμική του καπιταλισμού, με την ιδιαίτερη μορφή που πήρε αυτή η δυναμική στην Ουκρανία. Εκεί εμφανίστηκε ως αντίφαση μεταξύ του κράτους-συλλογικού καπιταλιστή και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σε δύο διαφορετικές περιφέρειες μέσα στο ίδιο κράτος. Η ουκρανική κρίση είναι η ειδική πλευρά της καπιταλιστικής κρίσης, που βιώνεται από τους Ουκρανούς σε μια εκδοχή φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού: Είναι η διεκδίκηση ενάντια στην δυναμική του ουκρανικού καπιταλισμού ως κρίση του ατόμου-πολίτη μεταξύ του ανοιχτού-δημοκρατικού κράτους και της αναγκαίας υποτίμησης του από το κράτος.

Το Χάρκοβο είναι η πιο κοινωνική και πολιτική εκδοχή αυτής της διαδικασίας. Η ιδιαιτερότητα βρίσκεται στην θέση του: είναι ανατολική επαρχία όπου κομβικό ζήτημα παραμένει η αύξηση της ανεργίας (αν και ποσοτικά είναι χαμηλή σε σχέση με άλλα μέρη) και οι πολύ χαμηλοί μισθοί, ότι πολλοί ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας και η αποβιομηχάνισή του σε σχέση με τις γειτονικές επαρχίες. Εκεί υπήρξε το τελευταίο οργανωμένο Μαϊντάν της χώρας, το οποίο σε αντίθεση με το Κίεβο δεν συσχετίστηκε ενεργά ποτέ με τον Δεξιό τομέα ή το Σβομπόντα. Μετά την πτώση του Γιανούκοβιτς συνέχισε κυρίως με την μορφή λαϊκών συνελεύσεων, ενώ όταν άρχισε ο πόλεμος στη χώρα πήρε αντιπολεμικό χαρακτήρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει απολέσει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του ή ότι το βασικό περιεχόμενο του είναι πολύ διαφορετικό από το Μαϊντάν του Κιέβου. Το Χάρκοβο, δεν στηρίζει την νέα κυβέρνηση, αλλά έχει αντιπολεμικό-φιλοευρωπαϊκό χαρακτήρα. Ενάντια σε αυτό υπάρχει το μαζικότατο φιλορωσικό κίνημα του Αντι- Μαϊνταν.

Από την άλλη, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κατάσταση στο Ντνιεπροπετρόφσκ και οι συνθήκες κοινωνικής ειρήνης σε αυτό. Κυβερνήτης του έχει διοριστεί ο Igor Kolomoisky, ένας από τους δέκα πιο πλούσιους Ουκρανούς επιχειρηματίες, μέλος του club «ολιγαρχών» ενάντια στο οποίο η εξέγερση βρήκε τους δημόσιους εχθρούς της…

Η αποτροπή της ένοπλης σύρραξης σε αυτή την επαρχία επιτεύχθηκε με όρους μιας «κοινωνικής πολιτικής» που αφήνει άθικτη την προηγούμενη κατάσταση, εγγυάται την ομαλότητα της «ανθρώπινης εκμετάλλευσης», δημιουργεί τους όρους ενός κοινωνικού υποκειμένου που θα ζει από την «φιλανθρωπία» του φιλεύσπλαχνου αφεντικού, ενισχύοντας τελικά την ασφάλεια και την άμυνα της δημοκρατικής ομαλότητας: Ίσα τυπικά δικαιώματα για τις εθνότητες, διασφάλιση της παιδείας, της κουλτούρας και της γλώσσας τους μέσα από την ίδρυση ΜΚΟ, απρόσκοπτη συνέχεια της παραγωγικής δραστηριότητας και συγκρότηση μιας στρατιωτικής ταξιαρχίας ως ιδιωτικού στρατού ενός επιχειρηματία-κυβερνήτη, του οποίου τα συμφέροντα ταυτίζονται με την ασφάλεια μιας επαρχίας! Η ανάγνωση μεγάλου μέρους της αριστεράς για την ταξική πάλη στην Ουκρανία ως μάχης για την δημοκρατία ανάμεσα σε δύο γεωγραφικές περιοχές εκ των οποίων στη μία κυριαρχούν οι φασίστες και στην άλλη οι δημοκράτες, διαψεύδεται έμπρακτα στην πρακτική ενός «φιλάνθρωπου επιχειρηματία».

Δεν έχουμε καμία διάθεση να υποδείξουμε στους Ουκρανούς προλετάριους και στην ουκρανική αριστερά με ποιους όρους θα ενταχθεί στη μάχη και από ποια σκοπιά δίνει τον αγώνα, ειδικά στον βαθμό που αντιμετωπίζει το φάσμα της εξόντωσης από τις επιθετικές ορδές των φασιστών και της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας του Κιέβου από τη μια και των καυκάσιων ιδιωτικών στρατών και πολιτοφυλακών του Πούτιν από την άλλη (ανεξαρτήτως του βαθμού που η κάθε πλευρά το επιχειρεί και το καταφέρνει). Οφείλουμε, όμως, να δούμε τα υπάρχοντα όρια και -άρα, τελικά- τα δικά μας καθήκοντα της διεθνιστικής, ταξικής αλληλεγγύης.

Πρωτίστως, το ζήτημα, όπως τίθεται από τους ίδιους τους προλετάριους εκεί, είναι σε ποια καπιταλιστική περιφέρεια θα ενταχτούν. Κι αυτή η επιλογή είναι, τελικά, για αυτούς κομβική. Αν η Ουκρανία ενταχθεί στην Δυτική περιφέρεια, οι ανατολικές περιοχές θα πληγούν ανεπανόρθωτα τόσο σε σχέση με τις εξαγωγές τους προς την Ρωσία (κύριος πελάτης των εργοστασίων της Ανατολής) όσο και ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς πολλών επιχειρήσεων. Αυτό θα οδηγούσε σε κατάρρευση κι ανεργία. Από την άλλη η σύνδεση με την ΕΕ για το κομμάτι της Ουκρανίας που βιώνει την υποτίμηση και την αδυναμία ενεργούς ένταξης στην ουκρανική οικονομία, παρά τις ελπίδες που τρέφει για ανατίμηση, ζει τελικά την διάλυση συνολικά της οικονομίας όπως ήταν, την διευκόλυνση επενδύσεων από το εξωτερικό, την ενσωμάτωση των προλετάριων ως ακραία υποτιμημένης εργατικής δύναμης, και ίσως λίγες ευκαιρίες για κάποιους, νέους, φιλόδοξους, ανταγωνιστές του παλιού «σοβιετικού» κεφαλαίου. Όμως, η «ανατολική επιλογή» δεν είναι «καλύτερη» από την Ευρωπαϊκή. Το αποδεικνύει η επιχείρηση μετατροπής της Κριμαίας, που ψήφισε αναφανδόν για την ενσωμάτωσή της στη ρώσικη περιφέρεια, σε ειδική οικονομική ζώνη επιχειρηματικής δραστηριότητας, με την ιδιαιτερότητα μάλιστα του στρατηγικού κόμβου στις ιμπεριαλιστικές διαμάχες στην περιοχή.

Κι οι δύο πλευρές θέλουν να κάνουν το ίδιο, να εντάξουν την Ουκρανία σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια. Το σημαντικό είναι ότι αυτή η κίνηση παράγεται από τα κάτω - οι προλετάριοι και των δύο πλευρών υπερασπίζονται τα κεφάλαια τους. Ενάντια στην διάλυση που τους επιφυλάσσει η γενικότερη δυναμική του καπιταλισμού, για να συνεχίσουν να αναπαράγονται ως προλετάριοι, ξέρουν ότι χωρίς αυτά δεν είναι τίποτα και οι ίδιοι. Αυτός είναι ο κοινός πυρήνας που μοιράζονται και τα δύο κινήματα. Βέβαια, ακριβώς στη βάση αυτού του κοινού παρονομαστή, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στην εξέγερση στα ανατολικά βρήκαν θέση ρεύματα και φωνές που αντιστέκονται στην καπιταλιστική δυναμική με όρους αντικαπιταλιστικού-αντιφασιστικού αγώνα, προτείνοντας ή επιχειρώντας μέτρα τύπου σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Πρέπει, όμως, να διευκρινίσουμε, ταυτόχρονα, ότι αυτό συνέβη μέσα σε συνθήκες γενικευμένης κατάρρευσης και διάλυσης, που προκάλεσαν οι καταστροφές του πολέμου στην περιοχή. Ακόμα κι έτσι, αυτά τα ρεύματα είναι εξαιρετικά μειοψηφικά – και γι’ αυτό το λόγο εξαιρετικά σημαντικά. Αν η ολοκλήρωση της πολιτικής-εθνικής ανασυγκρότησης στα δυτικά σήμανε την άγρια καταστολή και την εφαρμογή (πρακτικά) στρατιωτικού νόμου πάνω στην κοινωνία, τότε είναι κρίσιμο (αν και τρομακτικά δύσκολο) να ανατραπεί -έστω και στον ελάχιστο βαθμό- αυτή η «μοίρα» στα ανατολικά. Για όλους τους προλετάριους της Ουκρανίας.

Τα δείγματα, για την αναγκαιότητα μιας τέτοιας προοπτικής είναι σαφή.Η απεργία των οδηγών τρόλλεϊ στην Κριμαία διαλύθηκε άγρια από τη νέα ρωσική ηγεσία με τη δικαιολογία ότι ήταν πράκτορες του Δεξιού τομέα.Οι εργάτες του Ντόνμπας που έκαναν απεργίες τον Μάρτιο, συκοφαντήθηκαν από τα τοπικά ΜΜΕ των Λαϊκών δημοκρατιών, ενώ η νέα Ουκρανική κυβέρνηση μετά την άνοδο στην κυβέρνηση ψήφισε νέους κανονισμούς με αυστηρές ποινές για φοιτητές που κάνουν καταλήψεις και νέο εργασιακό κώδικα που αφαιρεί πολλές από τις κοινωνικές παροχές. Μπορεί οι όροι που συναντούμε στην Ουκρανία, σήμερα, να μη δημιουργούν συνθήκες για ανάδυση φασιστικού κράτους, εμφανίζουν όμως έναν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο: Τα ελάχιστα θραύσματα του προλεταριάτου που προσπάθησαν να κάνουν κάτι, κατεστάλησαν από όλες τις πλευρές με ανάλογη βαναυσότητα στα πλαίσια ενός δημοκρατικού πλαισίου. Δυστυχώς, η διεθνής αντιιμπεριαλιστική ανάλυση από κομμάτια της αριστεράς, καθιστά αόρατους τους μικρούς προλεταριακούς αγώνες και τα προμηνύματα κινδύνου που στέλνουν τόσο οι ίδιοι όσο και η αντιμετώπισή της.

Αυτή τη στιγμή, στην Ουκρανία, παίζεται ένα στοίχημα για το ίδιο το παγκόσμιο προλεταριάτο. Και, δυστυχώς, παίζεται με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Κοιτάζοντάς το εκ των υστέρων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν γινόταν αλλιώς. Μπορεί, όμως, να πάει αλλιώς καθώς υπάρχουν πια οι όροι υπέρβασής του. Η βασική αντίθεση, για εμάς, δεν βρίσκεται στη διαδικασία φασιστικής συγκρότησης-εθνικής απελευθέρωσης ανάμεσα σε δυτικούς κι ανατολικούς, ρωσόφιλους και ουκρανούς. Δεν βρίσκεται ούτε στην αντιπαράθεση ΗΠΑ/ΕΕ-Ρωσίας. Ασχέτως αν αυτές οι αντιθέσεις υπάρχουν (και ειδικά η πρώτη, τείνει να κυριαρχεί), για εμάς η πιο κρίσιμη αντίθεση βρίσκεται ανάμεσα στην πολλαπλότητα των εξεγερμένων (είτε έχουν κατασταλεί είτε όχι προς το παρόν) και τις ακραίες πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης σε όλη την Ουκρανία ανεξαιρέτως. Δεν είναι τυχαίο ότι, την ίδια ώρα που μαίνεται ένας βάρβαρος εμφύλιος πόλεμους με αμέτρητους νεκρούς, στην ίδια την Ουκρανία ανατρέπεται κάθε στοιχειώδης υλικός όρος επιβίωσης του κόσμου της εργασίας και βρίσκονται σε εξέλιξη οι μεγαλύτερες διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων που γνώρισε ποτέ η χώρα - μεγαλύτερες ακόμη και από το «πάρτι» των αρχών του ’90… Από αυτή την άποψη, οι εξεγερμένοι στην ΝΑ Ουκρανία αλλά και όσοι βιώνουν την καταστολή και την καταστροφή στην υπόλοιπη χώρα καλούνται εκ των πραγμάτων να δώσουν έναν αγώνα διπλό ενάντια στους καταπιεστές, ενάντια στη μία και στην άλλη προοπτική ένταξης τους σε μια καπιταλιστική περιφέρεια συσσώρευσης. Δεν είναι δυνατόν να ορίζεται η ανάγκη ενός τέτοιου αγώνα ως «πολιτική ίσων αποστάσεων». Οι αποστάσεις του προλεταριάτου στην Ουκρανία, όπως και σε όλο τον κόσμο, δεν μπορεί να ορίζονται ανάμεσα στον ένα ή τον άλλο εκμεταλλευτή του. Είναι η απόσταση που καλείται να διανύσει το ίδιο, με τα δικά του μέσα, ανάμεσα στη βαρβαρότητα της υποταγής του και την δυνατότητα της χειραφέτησής του. Δεν έχει να κάνει με το ποιος χρηματοδοτεί τις ένοπλες συγκρούσεις ή πιο διπλωματικό παιχνίδι παίζεται στη γεωπολιτική σκακιέρα. Φυσικά κι έχει σημασία, μόνο όμως αφού γίνει καθαρό το βασικό διακύβευμα. Ο κόσμος είναι αυτός που ζούμε σήμερα, και τον βιώνουμε ως μια «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», και δεν κερδίζεται με προσευχές…

«για κάθε προλετάριο, εντός κι εκτός, στην ίδια μας τη χώρα είναι ο εχθρός!»

Πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα μια τέτοια ανάγνωση. Να πάμε πίσω από την επιφάνεια των φετιχοποιημένων μορφών. Η κυβέρνηση Ποροσένκο δεν εφαρμόζει (αφηρημένα) εθνοκάθαρση στους ρώσικους πληθυσμούς. Επί της ουσίας, εφαρμόζει τις πιο άγριες επιλογές κοινωνικής καταστροφής και δυνατότητας ανοικοδόμησης του ΔΝΤ (όπως, είχε σπεύσει να τους «δασκαλέψει» ο Βενιζέλος ως ΥΠΕΞ, τον Φλεβάρη) με τα μέσα μιας πολεμικής σύρραξης. Η ανασυγκρότηση της λειτουργίας του κράτους ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης και η αναδιοργάνωση των λειτουργιών του κρατικού σχηματισμού είναι καθοριστική για την έκβαση της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Όπως ήταν για την Ελλάδα η τριετία των μεγάλων συγκρούσεων από το 2009 έως το 2012. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές, όντως. Πρέπει, όμως, να αναρωτηθούμε (για να αναρωτηθούμε και για το περιεχόμενο και το επίπεδο της αλληλεγγύης που πρέπει να δείξουμε) τι ακριβώς θα σημάνει για το «ανοιχτό στοίχημα» της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, η ήττα των δυνάμεων της χειραφέτησης στην Ουκρανία.

Κάθε μία από τις δύο πλευρές κατασκευάζει μεθοδικά μια αφήγηση για τον αντίπαλο που δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια φενάκη που πλανιέται πάνω από κάθε πολεμική σύρραξη. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο χαρακτηρισμός από το Κίεβο της κατάστασης στα ανατολικά ως στην ουσία μιας διευρυμένης ζώνης αποσταθεροποίησης από τρομοκρατικά στοιχεία. Σκιαγραφείται έτσι η περιγραφή των ασύμμετρων απειλών και μια ακόμα εκδοχή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Στην ουσία η επιχείρηση παρουσιάζεται στα μέσα ενημέρωσης της Ουκρανίας σαν να έχει πάρει χαρακτηριστικά αντιμετώπισης θυλάκων αντιεξέγερσης. Η ασυμμετροποίηση των απειλών στην Ουκρανία και η εισαγωγή αυτής της μεθοδολογίας στο πεδίο της άμυνας-ασφάλειας θα αποτελέσει εξαιρετικά επικίνδυνη παρακαταθήκη για τα κοινωνικά κινήματα και τις μελλοντικές αντιστάσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Ποια αντιμετώπιση άραγε θα επιφυλάσσει σε μια εργατική απεργία ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς που θα έχει εκπαιδευτεί στην διαχείριση των κοινωνικών συγκρούσεων που προκαλούνται στοχοποιώντας τις ως εσωτερικό εχθρό και ασύμμετρη απειλή;

Τελικά, υπάρχει ή δεν υπάρχει ένα σαφές νήμα που ενοποιεί τις κρατικές πρακτικές στην Ελλάδα, το Ισραήλ(-Παλαιστίνη) και την Ουκρανία, υπό την οπτική της ταξικής πάλης; Αξίζει ή όχι, να το αναζητήσουμε ως κομμάτι του διεθνούς προλεταριάτου; Μπορεί ή δεν μπορεί να μας δώσει νέες απαντήσεις για ένα απελευθερωτικό πρόταγμα που τόσο λείπει από τον κόσμο της εργασίας, σήμερα;

Σε κάθε περίπτωση, για μια ακόμη φορά -όπως κάθε φορά που το περιεχόμενο της όποιας εξέγερσης εκκενώνεται και υποτάσσεται στο ένα ή το άλλο σχέδιο εθνικής συγκρότηση / παραγωγικής ανασυγκρότησης-, οι ηττημένοι αυτή τη στιγμή στην Ουκρανία βρίσκονται σε ένα κοινωνικό «στρατόπεδο». Σε αντίθεση με το ένα ή το άλλο (γεω-) πολιτικό στρατόπεδο του οποίου την οργάνωση φροντίζουν (επίσημες ή ανεπίσημες) δυνάμεις με κρατικού τύπου οργάνωση και -πραγματικούς- στρατούς, ο κύριος όγκος των θυμάτων της αγριότητας και της καταστολής βρίσκεται στην κοινωνική πλειοψηφία των εξαθλιωμένων Ουκρανών και στην πολιτική μειοψηφία αυτών που πάλεψαν για τα εργατικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των συγκρούσεων.

Επιλέγουμε να δούμε, στην Ανατολική Ουκρανία, τους αγωνιζόμενους προλετάριους μέσα στο πλήθος της εθν(οτ)ικής εξέγερσης. Δεν το κάνουμε για να ορίσουμε την εξέγερση του «Αντιμαϊντάν» και την προτίμηση μας σε αυτήν ως προλεταριακή. Με τον ίδιο τρόπο θέλουμε να βρούμε τους αγωνιζόμενους προλετάριους και στην υπόλοιπη Ουκρανία, απ’ τη Μαριούπολη και το Χάρκοβο ως το Κίεβο. Και γι’ αυτό δεν ορίσαμε το «Μαϊνταν» ως εξέγερση φασιστική. Το κάνουμε γιατί μέσα στην γενικότερη κίνηση του κόσμου της εργασίας σε αυτή την συγκυρία θέλουμε να ψηλαφίσουμε τις μορφές που -μειοψηφικά- μπορούν να ανοίξουν νέες απελευθερωτικές πρακτικές. Ακόμα και μέσα από τις ήττες τους.

«Όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος κίνδυνος υπάρχει και η μεγαλύτερη ευκαιρία», λέει μια παλιά κινέζικη παροιμία. Κάθε πραγματική δράση και πρακτική αλληλεγγύης, για όσους θέλουν να είναι κομμάτι του επαναστατικού ρεύματος που οφείλει να αντιπαρατεθεί με τον κόσμο που παράγεται σήμερα, είναι σημαντικότερες από οποιαδήποτε πραγματιστική λογική υποταγής υπό όρους στον (λιγότερο) κυρίαρχο. Αναγνωρίζουμε την σκληρή πραγματικότητα των κινδύνων και της ήττας στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης, ακριβώς γιατί θέλουμε να συμβάλουμε στην ανατροπή τους και όχι να δικαιολογήσουμε την υποταγή μας. Αυτό, πιστεύουμε είναι το όριο που χωρίζει τον κυνικό τύπο του ανθρώπου που είναι βέβαιος για την παθητικότητά του σήμερα, απ’ τις απελευθερωτικές δυνατότητες του εξεγερμένου ανθρώπου που υιοθέτει τις αβέβαιες πρακτικές του αύριο. 

Δεν παρακολουθούμε μια θεαματική στρατιωτική μάχη με όρους τηλεθεατή ούτε είμαστε χώρος για ακαδημαϊκές αναλύσεις, όπου είτε οι άφθαρτοι και άμεμπτοι παίρνουν ίσες αποστάσεις είτε οι άλλοι, κατηγορώντας τους προηγούμενους, υιοθετούν μια φίλα προσκείμενη στάση στον Ρώσικο ιμπεριαλισμό με το πρόσχημα του λιγότερο κακού ή του αντίπαλου δέους στην φαινομενικά κυρίαρχη μερίδα των καπιταλιστών. Το ερώτημα είναι βαθύτερο: αν η υφήλιος μέσα στην κρίση μπορεί να γνωρίσει κάτι παραπάνω, είτε από την καπιταλιστική βαρβαρότητα είτε από αγώνες που θα είναι ηρωικοί ώσπου να φτάσουν σε ένα τέλμα και να ενσωματωθούν με χειρότερους όρους απ’ ό,τι ξεκίνησαν, όπως έδειξε πρόσφατα η Αίγυπτος.

Δεν είναι κρίσιμη μόνο η ήττα του φασιστικού κράτους του Κιέβου, που στηρίζουν ΗΠΑ-ΕΕ, αλλά πιο κρίσιμη ακόμα είναι η νίκη των ανταρτών πάνω στις συνθήκες που έφεραν την Ουκρανία εδώ και θα υπάρχουν και μετά για οποιονδήποτε «νικητή» αλλά και για οποιονδήποτε κηδεμόνα-αρπακτικό που θα εμφανιστεί ως μεγάλος ευεργέτης. Παρότι παρακολουθούμε φαινομενικά τη σύγκρουση ΗΠΑ–ΕΕ με την Ρωσία, στην ουσία παρακολουθούμε την σκληρότερη ταξική σύγκρουση του ουκρανικού προλεταριάτου σε όλα τα πλάτη και μήκη της Ουκρανίας. Δεν αναφέρεται πουθενά πως η στήριξη μια τέτοιας πολεμικής σύρραξης απαιτεί αντίστοιχη αιματηρή σύγκρουση στον παραγωγικό ιστό, κάτι που έγινε σαφές από μερίδες των εργαζομένων όπως οι ανθρακωρύχοι. Το ήδη εξαθλιωμένο εργατικό δυναμικό καλείται πια να στηρίξει μια πολεμική σύγκρουση. Κι αν από τη μια η φασιστική κυβέρνηση έχει τις γνωστές αποτρόπαιες λύσεις σε κάθε διεκδίκηση, ας αναρωτηθούμε απ’ την άλλη τι απαιτήσεις εγείρει αυτό στις λαϊκές δημοκρατίες της Νοβορωσίας που ευαγγελίζονται ένα διαφορετικό μέλλον απ’ το ζοφερό παρελθόν του Γιανουκόβιτς, το παρόν της φασιστικής κυβέρνησης Ποροσένκο αλλά και το μέλλον της λεηλασίας, που ήδη επιχειρούν οι Ρώσοι ολιγάρχες με τις ευλογίες του Πούτιν.

Με έναν τρόπο μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά (και όχι μόνο συμβολικά, αν και καθόλου ασήμαντο δεν είναι) το αντιπολεμικό-αντιμιλιταριστικό κίνημα αλληλεγγύης, πρέπει να έχει σαφή πρόσδεση με τους αγώνες του κόσμου της εργασίας και αντικυβερνητικό - αντικαπιταλιστικό - αντιμπεριαλιστικό περιεχόμενο.Ο κόσμος της εργασίας και οι κοινωνικές-πολιτικές απελευθερωτικές δυνάμεις έχουν τεθεί στο στόχαστρο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, τον παγκόσμιο ταξικό πόλεμο της Νέας καπιταλιστικής ιμπεριαλιστικής Τάξης Πραγμάτων. Σαφής απόδειξη είναι οι απειλές εισβολής του ΕΥΡΩΣΤΡΑΤΟΥ στη Βοσνία για να καταστείλει την σημαντικότατη κοινωνική εξέγερση, αλλά και η αμερικανική εθνοφρουρά που κατεβαίνει στους δρόμους ενάντια στους διαδηλωτές.

Αυτό το «στρατόπεδο» καταστέλλεται με αγριότητα καταρχήν από την κυβέρνηση του Κιέβου, τα τάγματα ασφαλείας των φασιστών αλλά και την εμπλοκή των ΗΠΑ και της ΕΕ αλλά και από το φιλορωσικό κυβερνητικό δίκτυο στην ανατολική Ουκρανία, τις ρωσικές «δυνάμεις κατοχής» και τα τάγματα εφόδου τους. Από τους ιδιωτικούς στρατούς αμερικάνικης, ευρωπαϊκής και ρωσικής προέλευσης. Από τη δράση των μυστικών υπηρεσιών μιας διεθνούς «Ιεράς Συμμαχίας», η οποία -παρά τη σφοδρότητα των συγκρούσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις- συμφωνεί από κοινού σε ένα σκοπό: τη συνέχιση της «διεθνούς των εκμεταλλευτών», την απρόσκοπτη πορεία του οδοστρωτήρα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, την καταστολή και την καθυπόταξη των εξεγερμένων.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΜΕΡΙΕΣ. ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΣΑΚΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ & ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ ΩΣΤΕ ΟΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΝΑ ΔΩΣΟΥΝ ΤΗ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΜΑΧΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΝΤΟΠΙΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ.

Ο ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΠΑΡΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΩΝ, ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΣΑΚΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ & ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ. 
1. Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στους αντιφασίστες και την Αριστερά της Ουκρανίας. Στους συντρόφους της Borotba που βρίσκονται στο στόχαστρο του καθεστώτος και παλεύουν ηρωικά για την οργάνωση του αντικυβερνητικού-αντιφασιστικού αγώνα. Στηρίζουμε το δικαίωμα των προλετάριων Ουκρανών στην κοινωνική και πολιτική αυτοδιάθεση απ’ τη σκοπιά της κοινωνικής απελευθέρωσης.

2. Καταδικάζουμε απερίφραστα την «αντιτρομοκρατική εκστρατεία» του καθεστώτος του Κιέβου, στηριζόμενη από αμερικάνους κι ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Την επιβολή των μέτρων ΔΝΤ-ΕΕ, την αφαίρεση κάθε εργατικού δικαιώματος και λαϊκής ελευθερίας από το Κράτος Έκτακτης Ανάγκης του σύγχρονου Κοινοβουλευτικού Ολοκληρωτισμού, με πολεμικά μέσα. 
3. Ενάντια στο καθεστώς του Κιέβου, στηρίζουμε την πάλη για την ανατροπή του και το τσάκισμα των ταγμάτων εφόδου του «Δεξιού Τομέα» και της φασιστικής «Εθνοφρουράς». Στηρίζουμε την πάλη για το τσάκισμα και την εκδίωξη των ιδιωτικών στρατών. Η άνοδος της ακροδεξιάς, η δράση της Χρυσής Αυγής και των Λεσχών Εφέδρων, η οργανική τους ένταξη στους μηχανισμούς άμυνας-ασφάλειας, αποδεικνύει το ρόλο του φασισμού στην καταστολή του κόσμου της εργασίας. 
4. Καταδικάζουμε την στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης, της ΕΕ και των ΗΠΑ στην κυβέρνηση του Κιέβου, τα σχέδια ΝΑΤΟ-Ευρωστρατού και τη δράση των ρωσικών στρατευμάτων. Να φύγει το ΝΑΤΟ από την Ευρώπη και οι ρωσικές βάσεις από την Κριμαία. Οι ρωσικές δυνάμεις, με πρόσχημα την προστασία των μειονοτικών πληθυσμών, επεμβαίνουν με στόχο τη χειραγώγηση και καταστολή του ριζοσπαστικού περιεχομένου της εξέγερσης, που δε χώρα στον σύγχρονο καπιταλισμό (εργατικός έλεγχος, εθνικοποιήσεις μεγάλων επιχειρήσεων).
5. Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΚΟΣ. Η κλιμάκωση της πάλης όχι μόνο ενάντια στα Μνημόνια αλλά και στο σύνολο της αστικής πολιτικής, η πάλη για την ανατροπή κάθε κυβέρνησης και διαχειριστή της ίδιας αντεργατικής πολεμικής πολιτικής, ο αγώνας για τη διάλυση ΝΑΤΟ, Ευρωστρατού και ΕΕ είναι η αναγκαία διεθνιστική αλληλεγγύη.
6. Τώρα να πάρουμε μαχητικές πρωτοβουλίες ενάντια σε ΝΑΤΟ και ΕΥΡΩΣΤΡΑΤΟ. Ενάντια στην 71η Αερομεταφερόμενη Ταξιαρχία, «καμάρι» του ελληνικού στρατού και κρίσιμο βραχίονα του ΝΑΤΟ. Ενάντια στο στρατηγείο της Λάρισας, που εκπαιδεύει και συντονίζει τον Ευρωστρατό για τις επεμβάσεις στην Αφρική και τα Βαλκάνια.
7. Απέναντι στο αξιόμαχο, που βιώνουν οι φαντάροι και αντιπαρατίθενται σε αυτό με το ΔΙΚΤΥΟ ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ, να δώσουμε συνολική κοινωνική μάχη ενάντια στις κοινές ασκήσεις Ελλάδας-Ισραήλ-ΝΑΤΟ-Ευρωστρατού, που κοστίζουν δις και προετοιμάζουν τις πολεμικές αναμετρήσεις κατά των λαών.
8. Να κλείσουν οι βάσεις που παίζουν καθοριστικό ρόλο στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Να δώσουμε την μάχη για κατάργηση των εξοπλισμών, ειδικά ενάντια στις νέες αγορές όπλων, αλλά και την πρόσληψη νέων μισθοφόρων.

Αμφισβήτηση στα στρατόπεδα με Κίνημα Μαζικό Μέσα κι Έξω από τον Στρατό.
[1] Για να εξηγήσουμε, τοποθετούμε μαζί τις τεχνικές κυβερν(ο)ησιμότητας και τις τεχνικές επιβίωσης, ως το σύνολο εκείνων των πρακτικών που υποκαθιστούν τις (προηγούμενες) πολιτικές πρακτικές στις σύγχρονες κοινωνίες. Το ρήγμα αυτό συνιστά και το βασικό χαρακτήρα της μόνιμης ενσωμάτωσης μιας διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης στην αστική δημοκρατία. Είναι το σημείο όπου συναντιέται οι έννοιες της βιοπολιτικής και της κρατικής κυριαρχίας. Υπάρχει μια πρόσφατη τοποθέτηση του Agamben σχετικά με την υποκατάσταση της έννοιας της πολιτικής με την έννοια της ασφάλειας. (Εδώ μια απλοποιημένη εκδοχή της, όπως εμφανίστηκε σε τοποθέτηση πριν από λίγους μήνες στην Ελλάδα: http://roarmag.org/2014/02/agamben-destituent-power-democracy/)


[2]      Το Μαϊντάν, τελικά όμως, δεν ήταν «ουκρανική» εξέγερση, το 25% των διαδηλωτών δήλωνε ως γλώσσα του τα ρώσικα, μόνο το 18,6% τα Ουκρανικά και το 54,6% και τις δύο. Οι περισσότεροι ήταν νέοι, περίπου 30 ετών, με ανώτερες σπουδές (39,5%), και πολλοί φοιτητές.
[3]      Αυτό που προτείνεται εδώ, είναι ότι δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε μια περίοδο δημοκρατίας και μια περίοδο εκτροπής-έκτακτης ανάγκης (πόλεμος και εμφύλιος πόλεμος  είναι οι πιο σαφείς μορφές αυτής της κατάστασης). Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε πολεμικές και ειρηνικές περιόδους (τι είναι αυτή που ζούμε σήμερα;)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου