Κυριακή 21 Απριλίου 2019

«Πόλεμος κατά των ναρκωτικών»: Ένα μεγάλο φιάσκο

Ο«πόλεμος κατά των ναρκωτικών» ήταν η πιο διαδεδομένη «ομπρέλα»γεωπολιτικής επέκτασης σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τίποτα δεν δείχνει ότι άλλαξε αυτό με το τέλος του. Πλέον, όμως, αυτό το «εργαλείο» των υπερδυνάμεων αντιμετωπίζει την απειλή να βγει σε αχρηστία, αφού, η τάση της αποποινικοποίησης το καθιστά όλο και πιο ανενεργό.

Για περισσότερο από έναν αιώνα, τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΗΕ, οικοδόμησαν ένα σκληρό παγκόσμιο καθεστώς απαγόρευσης των ναρκωτικών, βασισμένο σε δρακόντειους νόμους, επιβαλλόμενους από εκτεταμένη καταστολή και πολυετείς ποινές φυλάκισης.Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ διεξήγαγαν τον δικό τους, προσχηματικό, «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», με πραγματικό στόχο την αύξηση των σφαιρών επιρροής τους, εντάσσοντάς τον, έτσι, στον σκληρό πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής τους και επιφέροντας, τελικά, βαρύτατες συνέπειες στους λαούςκαι όχι στους ναρκο-«βαρόνους».

'Ενα εξηγήσιμο «παράδοξο»
Η παραπάνω διαδικασία οδήγησε στο φαινομενικά «οξύμωρο», οι «πόλεμοι κατά των ναρκωτικών», να δημιουργούν συγκαλυμμένες περιοχές όπου τα ίδια τα ναρκωτικά ανθίζουν και το εμπόριό τους γίνεται ακόμα πιο κερδοφόρο. Πράγματι, ο ΟΗΕ, σε μια παλαιότερη ανάλυσή του, υπολόγισε, ότι το διεθνές ναρκο-εμπόριο, που τροφοδοτεί περίπου το 4,2% του παγκόσμιου ενήλικου πληθυσμού, ήταν μια βιομηχανία 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που αντιστοιχούσε στο 8% του παγκόσμιου εμπορίου.
Το 1997 τα Ηνωμένα Έθνη ανέφεραν ότι οι διεθνικές εγκληματικές οργανώσειςείχαν 3,3 εκατομμύρια μέλη παγκοσμίως που εμπορεύονταν ναρκωτικά, όπλα, ανθρώπους και απειλούμενα είδη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς τα κράτη χρησιμοποιούν αυτό το λαθρεμπόριο για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, αποτελούν οι ΗΠΑ. Για παράδειγμα, η Monde diplomatique σημειώνει, ότι οι ΗΠΑ προέτρεπαν και βοηθούσαν τους ισλαμιστές φονταμενταλιστές Μουτζαχεντίν να πολεμήσουν τους Σοβιετικούς στο Αφγανιστάν στις αρχές της 10ετίας του ’80, με τη CIA να τους απαλλάσσει από τη διακίνηση οπίου… αναλαμβάνοντας η ίδια τη «δουλειά». Ταυτόχρονα, ο πόλεμος φθοράς των Μουτζαχεντίν κατέστρεψε την ύπαιθρο, την παραδοσιακή γεωργία και την κτηνοτροφία, αναδεικνύοντας, στην πράξη, το όπιο, ως το μόνο «αειφόρο» και ανθεκτικό - στον πόλεμο - προϊόν της αφγανικής γης.

Με την αποχώρηση των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν, τον εμφύλιο που ακολούθησε και τη νίκη των Ταλιμπάν, η εξάρτηση της χώρας από τα ναρκωτικά, αυξήθηκε. ´Ετσι, από τους 250 τόνους όπιου που παράγονταν το 1979, έφτασε τους 4.600 τόνους το 1999. Αυτή η 20πλάσια αύξηση μεταμόρφωσε το Αφγανιστάν από μια ποικιλόμορφη γεωργική οικονομία σε μια χώρα με τη μεγαλύτερη μονοκαλλιέργεια οπίου. παγκοσμίως. Μια γη, δηλαδή, που εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τα ναρκωτικά για τις εξαγωγές, την απασχόληση και το φορολογικό της σύστημα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι όταν το 2000 οι Ταλιμπάν απαγόρευσαν το όπιο σε προσπάθεια διεθνούς διπλωματικής αναγνώρισης και έριξαν την παραγωγή μόνο στους 185 τόνους, η αγροτική οικονομία κατέρρευσε, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει και το καθεστώς τους.
Η εισβολή των Αμερικανών κάθε άλλο παρά εμπόδισε την παραγωγή οπίου. Αντίθετα, μέσα στα πρώτα τρία χρόνια της κατοχής, παρουσίασε και αύξηση. Η συνολική παραγωγή του 2007, π.χ. έφτασε τους 8.200 τόνους, δημιουργώντας το 53% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας, ενώ παράλληλα αντιπροσώπευε το 93% του παγκόσμιου αποθέματος ναρκωτικών.
Όταν ένα μόνο εμπόρευμα αντιπροσωπεύει πάνω από το μισό της οικονομίας ενός έθνους, όλοι - υπάλληλοι, πολέμαρχοι, έμποροι και διακινητές - εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με αυτό. Το 2016, οι New York Times ανέφεραν ότι τόσο οι Ταλιμπάν όσο και οι επαρχιακοί κρατικοί αξιωματούχοι μάχονταν για τον έλεγχο της παραγωγής ναρκωτικών στην επαρχία Χελμάντ, την πηγή σχεδόν του μισού οπίου της χώρας. Ένα χρόνο αργότερα, η συγκομιδή έφτασε στα 9.000 τόνους, εξασφαλίζοντας το 60% της συνολικής χρηματοδότησης των Ταλιμπάν. Θέλοντας να καταστρέψουν αυτή την πηγή χρηματοδότησης έστειλαν F-22 και βομβαρδιστικά Β-52 για να καταστρέψουν τα εργαστήρια ηρωίνης του Χελμάντ, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να προκαλέσουν ασήμαντη ζημιά σε μια χούφτα βρόμικα εργαστήρια. Αποκαλύπτοντας, ταυτόχρονα, την ανικανότητα ακόμη και των πιο προηγμένων όπλων, όταν στρέφονται σε ένα προϊόν, το οποίο πλέον έχει καταστεί όρος ύπαρξης για τεράστιες μάζες απελπισμένου πληθυσμού.


Ανάλογη ανικανότητα, ωστόσο, επιδεικνύει και ο ΟΗΕ. Μπορεί κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του να υποστηρίζουν ότι «ο έλεγχος λειτουργεί» και «το παγκόσμιο πρόβλημα ναρκωτικών περιορίζεται», αλλά η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: Η παγκόσμια παράνομη παραγωγή οπίου αυξήθηκε 10 φορές, από μόλις 1.200 τόνους το 1971, έτος που άρχισε επίσημα ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» των ΗΠΑ, σε ρεκόρ 10.500 τόνων μέχρι το 2017.

Προσχήματα καταστολής και εναλλακτικές
Για τη Monde diplomatique αυτή η δεκαπλάσια αύξηση της παράνομης παραγωγής οπίου είναι το αποτέλεσμα μιας δυναμικής αγοράς που ορίζεται από «το κίνητρο της απαγόρευσης». Η Monde diplomatique υποστηρίζει, ότι η απαγόρευση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για το παγκόσμιο εμπόριο ναρκωτικών, δημιουργώντας τόσο τοπικούς «βαρόνους» όσο και διεθνικές εγκληματικές οργανώσεις που ελέγχουν αυτό το τεράστιο εμπόριο.
Η απάντηση μέσω της κλιμάκωσης της καταστολής φέρνει αντίθετο αποτέλεσμα. Η Monde diplomatique θεωρεί, ότι στην πράξη, όταν η καταστολή μειώνει την προσφορά οπίου από μια περιοχή (Βιρμανία ή Ταϊλάνδη), η παγκόσμια τιμή αυξάνεται, οι έμποροι και οι καλλιεργητές πωλούν τα αποθέματά τους, οι παλιοί καλλιεργητές φυτεύουν περισσότερο και νέες περιοχές, όπως η Κολομβία, μπαίνουν στην παραγωγή. Επιπλέον, η καταστολή αυτή συνήθως μόνο αυξάνει την κατανάλωση. Εάν οι κατασχέσεις ναρκωτικών, για παράδειγμα, αυξήσουν την τιμή του δρόμου, τότε οι εθισμένοι αγοραστές απλώς θα κόψουν άλλες ζωτικές δαπάνες, ακόμη και την τροφή, για να μπορούν να αγοράζουν ή θα προσπαθήσουν να βγάλουν χρήματα αρχίζοντας οι ίδιοι το εμπόριο σε νέους χρήστες, επεκτείνοντας, έτσι, την αγορά.
‘Ετσι, αντί να μειώσει την κυκλοφορία τους, ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» βοήθησε πραγματικά να τονώσει τη δεκαπλάσια αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής οπίου και την παράλληλη αύξηση των χρηστών στις ΗΠΑ, από μόλις 68.000 το 1970 σε 886.000 το 2017.
Υπό κλίμακα εκδοχές της αμερικανικής προσχηματικής εργαλειοποίησης της «καταπολέμησης των ναρκωτικών» για την προώθηση άλλων συμφερόντων, αποτελούν χώρες της Ασίας.
Το 2003, ο πρωθυπουργός της Ταϊλάνδης ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον της μεθαμφεταμίνης, ο οποίος οδήγησε σε 2.275 φόνους από την αστυνομία μέσα σε μόλις τρεις μήνες.
Από το 2016 ο ακροδεξιός πρωθυπουργός των Φιλιππίνων, Ροντρίγκο Ντουτέρτε, εγκαινίασε έναν «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» για να καλύψει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των αριστερών ανταρτών. Το αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον 86.000 συλλήψεις και περίπου 20.000 νεκροί στους δρόμους και τα βουνά της χώρας. Ωστόσο, η χρήση ναρκωτικών παραμένει βαθιά ριζωμένη στις φτωχογειτονιές της Μπανγκόκ και της Μανίλα.
Το δημοσίευμα φέρνει το παράδειγμα της Πορτογαλίας, η οποία, απαντώντας στην έξαρση της χρήσης ηρωίνης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, ξεκίνησε τη συνηθισμένη σκληρή καταστολή που, όπως παντού στον πλανήτη, δεν απέφερε τίποτα στο να σταματήσει την αύξηση της χρήσης ναρκωτικών, του οργανωμένου εγκλήματος και των λοιμώξεων. Σταδιακά, ένα δίκτυο επαγγελματιών της Υγείας σε ολόκληρη τη χώρα υιοθέτησε μέτρα για τη μείωση των βλαβών, τα οποία οδήγησαν σε εντυπωσιακή επιτυχία. Το 2001 η Πορτογαλία αποποινικοποίησε τη χρήση όλων των παράνομων ναρκωτικών, αντικαθιστώντας τη φυλάκιση με την παροχή συμβουλών και οδηγώντας σε διαρκή πτώση τα κρούσματα του HIV και της ηπατίτιδας.
Ίσως αυτό το μοντέλο, εκτιμά η Monde diplomatique, μπορεί να οδηγήσει και στο τέλος του προσχηματικού και πραγματικά επικίνδυνου για όλους - πλην των εγκληματιών - «πολέμου κατά των ναρκωτικών».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου