Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

«Η συμφωνία του αιώνα»: Ο Τραμπ στηρίζει το απαρτχάιντ, το Ισραήλ επικροτεί

«Η συμφωνία του αιώνα»: Ο Τραμπ στηρίζει το απαρτχάιντ, το Ισραήλ επικροτεί
Julien Salingue
Το «σχέδιο Τραμπ» για τη Μέση Ανατολή, το οποίο ονομάστηκε «Συμφωνία του Αιώνα», φάνηκε αμέσως τι ήταν: 
ένα σχέδιο αναγνώρισης ενός αποικιακού τετελεσμένου γεγονότος, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις θέσεις της ισραηλινής δεξιάς. 
Το γεγονός ότι απορρίφθηκε από όλες τις Παλαιστινιακές δυνάμεις και από τον Αραβικό Σύνδεσμο δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς το περιεχόμενο αυτού του «σχεδίου» είναι εξωφρενικά ευνοϊκό για το Ισραήλ και καταπατά όλα τα παλαιστινιακά εθνικά δικαιώματα. Παραμένει να δούμε ποιες συνέπειες θα μπορούσαν να έχουν οι προτάσεις του Τραμπ, περισσότερο από 26 χρόνια μετά τη Συμφωνία του Όσλο, που παρουσιάστηκε με πολλές τυμπανοκρουσίες για την «ειρηνευτική διαδικασία» – της οποίας η χρεοκοπία είναι πλέον αποδεδειγμένη.
Το σχέδιο Τραμπ παρουσιάζεται ως ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που χρησιμεύει ως βάση για τη σύνταξη και την υπογραφή μιας «ισραηλο-παλαιστινιακής ειρηνευτικής συμφωνίας» που τερματίζει τη «σύγκρουση». Σε αντίθεση με τις Συμφωνίες του Όσλο, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως «προσωρινές συμφωνίες» που άνοιγαν μια πενταετή περίοδο που θα οδηγούσε σε «διαπραγματεύσεις για το τελικό καθεστώς», το σχέδιο Τραμπ πρέπει να αποτελέσει τη βάση ενός κειμένου οριστικής συμφωνίας, και γι’ αυτό υποστηρίζει ότι ανταποκρίνεται σε όλα σχεδόν τα προβλήματα της «σύγκρουσης»: τις αποικίες (που ονομάζονται «οικισμοί», σύμφωνα με τον ισραηλινό όρο), τα σύνορα, την Ιερουσαλήμ, τους φυλακισμένους, τους πρόσφυγες και ούτω καθεξής. Και το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι, σε αντίθεση με τη «Διακήρυξη Αρχών» του Σεπτεμβρίου του 1993 –που οδήγησε στη χειραψία μεταξύ Αραφάτ και Ράμπιν στο γκαζόν του Λευκού Οίκου– και τα προσωρινά κείμενα που ακολούθησαν, τα οποία παρέκαμπταν προσεκτικά τα κρίσιμα ερωτήματα ή / και ήταν αρκούνταν σε ασαφείς τύπους, το σχέδιο Τραμπ έχει το πλεονέκτημα σαφήνειας.
Διεθνές Δίκαιο;

Όσον αφορά τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία, από την άποψη του διεθνούς δικαίου, υποτίθεται ότι θα πλαισιώνουν οποιαδήποτε πολιτική διευθέτηση της σύγκρουσης μεταξύ του Ισραήλ και των Παλαιστινίων, το μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφές: «Από το 1946, έχουν υπάρξει σχεδόν 700 ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και πάνω από 100 ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με αυτή τη σύγκρουση. Τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών είναι μερικές φορές αντιφατικά και μερικές φορές χρονοβόρα. Αυτά τα ψηφίσματα δεν έχουν επιφέρει την ειρήνη. Επιπλέον, διάφορες πλευρές παρουσίασαν αντιφατικές ερμηνείες σε ορισμένα από τα σημαντικότερα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ των οποίων το ψήφισμα 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών1. Πράγματι, νομικοί επιστήμονες που εργάστηκαν άμεσα σε κρίσιμα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών διαφωνούν ως προς το νόημα και τις νομικές τους συνέπειες. Αν και σεβόμαστε τον ιστορικό ρόλο των Ηνωμένων Εθνών στην ειρηνευτική διαδικασία, αυτό το Όραμα [ένα άλλο όνομα, όλο σεμνότητα, για το σχέδιο του Τραμπ] δεν αποτελεί μια απαγγελία των ψηφισμάτων της Γενικής Συνέλευσης, του Συμβουλίου Ασφαλείας και άλλων διεθνών ψηφισμάτων επί του θέματος, διότι τέτοιες αποφάσεις δεν έχουν λύσει και δεν θα λύσουν τη σύγκρουση. Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτά τα ψηφίσματα επέτρεψαν στους πολιτικούς ηγέτες να αποφύγουν την αντιμετώπιση των περιπλοκών αυτών των συγκρούσεων και δεν κατέστησαν δυνατή μια ρεαλιστική πορεία προς την ειρήνη».

Μια πολύ Τραμπική στάση απέναντι στο διεθνές δίκαιο και τα θεσμικά όργανα, σε συμφωνία με τις ισραηλινές θέσεις. Οι «πολιτικοί ηγέτες» που αναφέρονται δεν είναι προφανώς οι ισραηλινοί ηγέτες, οι οποίοι δεν έχουν αναφερθεί ποτέ στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, αλλά οι Παλαιστίνιοι (και οι υποστηρικτές τους) που υπενθυμίζουν τακτικά την ύπαρξη αυτών των κειμένων που καθορίζουν τα δικαιώματά τους. Και για καλό λόγο! Ακόμη και αν δεν έχουμε συμπάθεια για τον ΟΗΕ και δεν υπάρχει φετιχισμός για το διεθνές δίκαιο, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως υπενθυμίζει ο Βέλγος δικηγόρος François Dubuisson (Facebook, 29 Ιανουαρίου 2020), αυτά τα ψηφίσματα διατυπώνουν πράγματι τις ακόλουθες αρχές: «Το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση. Η Γάζα, η Δυτική Όχθη και η Ανατολική Ιερουσαλήμ θεωρούνται “κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη”. Οι ισραηλινοί οικισμοί στην παλαιστινιακή επικράτεια είναι παράνομοι· το Ισραήλ είναι υποχρεωμένο να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιουνίου του 1967· οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες έχουν το δικαίωμα να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή το δικαίωμα δίκαιης αποζημίωσης· όλα τα κράτη της περιοχής έχουν το δικαίωμα να ζουν μέσα σε ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα· καταδικάζεται η βίας, είτε είναι ισραηλινή είτε παλαιστινιακή». Όλες αυτές οι αρχές δεν περιλαμβάνονται καθόλου στο «Όραμα» του Τραμπ, το αντίθετο...
Μπαντουστάν

Αν κοιτάξουμε, για παράδειγμα, σε ζητήματα της επικράτειας, τα πράγματα είναι και πάλι πολύ σαφή: το παλαιστινιακό «κράτος» που προτείνει ο Τραμπ αποτελείται από μικρά τεμάχια εδάφους, κατακερματισμένα, χωρίς συνέχεια και συχνά χωρίς συνοχή, τα οποία αναπόφευκτα φέρνουν στο μυαλό τα Μπαντουστάν του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Αυτά τα εδάφη αποτελούν ένα αρχιπέλαγος σε ένα ισραηλινό ωκεανό, με ένα κοινό άμεσα «σύνορο» με άλλο κράτος, με την Αίγυπτο (στη Γάζα), πάνω στο οποίο το Ισραήλ θα έχει δικαίωμα εποπτείας μέσω «ειδικών ρυθμίσεων» με την Αίγυπτο. Το σχέδιο αναφέρεται σε «ένα καινοτόμο δίκτυο δρόμων, γεφυρών και σηράγγων που προωθούν την ελεύθερη κυκλοφορία των Παλαιστινίων» μεταξύ των Μπαντουστάν, κάθε είσοδος και έξοδος των οποίων θα ελέγχεται από το Ισραήλ. Εν τω μεταξύ, το κράτος του Ισραήλ θα προσαρτήσει –μεταξύ άλλων– τα μπλοκ των οικισμών και την κοιλάδα του Ιορδάνη, περισσότερο από το 40% της Δυτικής Όχθης, τα περισσότερα από τα γόνιμα εδάφη και τα νερά, προφανώς με εδαφική συνέχεια. Μπορούμε να διαβάσουμε στο σχέδιο ότι «η απομάκρυνση από τα εδάφη που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια ενός αμυντικού πολέμου είναι ένα σπάνιο ιστορικό φαινόμενο» και ότι το γεγονός ότι το Ισραήλ έχει ήδη αποσυρθεί από ένα μέρος τους είναι μια «σημαντική παραχώρηση». Κανένα σχόλιο. Σημειώστε ότι η λέξη «κατοχή» δεν εμφανίζεται ούτε μία φορά στις 181 σελίδες του σχεδίου Τραμπ.

Όσο για την Ιερουσαλήμ, δεν υπάρχουν εκπλήξεις: «Η Ιερουσαλήμ θα παραμείνει πρωτεύουσα του κράτους του Ισραήλ και θα παραμείνει μια αδιαίρετη πόλη». Μέσα στα πλαίσια της απόφασης να μετακινηθεί η αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ το Νοέμβριο του 2017, κάτι το οποίο βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το διεθνές δίκαιο, το σχέδιο Τραμπ επιβεβαιώνει συνεπώς τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της προσάρτησης της πόλης. Και προχωράει ένα βήμα παραπέρα υποστηρίζοντας ότι εναπόκειται στο κράτος του Ισραήλ να διασφαλίσει την προστασία όλων των ιερών τόπων και, ως εκ τούτου, να ασκήσει την πλήρη κυριαρχία του. Ως τελική πρόκληση, το κείμενο διευκρινίζει ότι «η κυρίαρχη πρωτεύουσα του κράτους της Παλαιστίνης μπορεί να βρίσκεται στο τμήμα της Ανατολικής Ιερουσαλήμ που βρίσκεται στις περιοχές ανατολικά και βόρεια του σημερινού φράγματος ασφαλείας [του τείχους], συμπεριλαμβανομένου του Καφρ Άκαμπ, του ανατολικού τμήματος της Σούφατ και του Άμπου Ντις και μπορεί να έχει το όνομα Αλ-Κουντς [Ιερουσαλήμ στα αραβικά] ή ένα άλλο όνομα που θα επιλεγεί από το κράτος της Παλαιστίνης.» Με άλλα λόγια, οι Παλαιστίνιοι θα μπορούν να μετονομάσουν πόλεις και χωριά, δίνοντάς τους το όνομα της Ιερουσαλήμ και να τα κάνουν πρωτεύουσα, παρόλο που βρίσκονται στα προάστια της πόλης. Το Καφρ Άκαμπ, για παράδειγμα, είναι πιο κοντά στο κέντρο της Ραμάλλα παρά στο κέντρο της Ιερουσαλήμ.
Μια ταπείνωση για τους Παλαιστινίους

Η ευθυγράμμιση με τις ισραηλινές θέσεις είναι συνεπώς συνολική και το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα ζητήματα. Όσον αφορά τους πρόσφυγες, μπορούμε να διαβάσουμε ότι «δεν θα υπάρξει ούτε το δικαίωμα επιστροφής ούτε της ένταξη ενός Παλαιστίνιου πρόσφυγα στο Ισραήλ». Απαιτείται από τα αραβικά κράτη να ενσωματώσουν τους πρόσφυγες και, αν οι τελευταίοι κληθούν να «επιστρέψουν» στο μελλοντικό «κράτος» της Παλαιστίνης –ενώ αυτοί διεκδικούν την επιστροφή στις περιοχές τους που βρίσκονται σήμερα στο Ισραήλ– αυτό θα γίνει υπό τον όρο ότι αυτή η «επιστροφή» θα ρυθμίζεται από μια κοινή ισραηλο-παλαιστινιακή επιτροπή. Με άλλα λόγια, υπό το πρίσμα της εμπειρίας των «μικτών επιτροπών» που δημιουργήθηκαν μετά τις Συμφωνίες του Όσλο, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν στο Ισραήλ τη δυνατότητα να αντιταχθεί στην είσοδο των προσφύγων ανά πάσα στιγμή σε εδάφη που υποτίθεται ότι δεν είναι δικά τους. Είναι η ίδια «φιλοσοφία» που καθοδηγεί το σχέδιο Τραμπ και στο ζήτημα των Παλαιστίνιων κρατουμένων (οι οποίοι είναι σήμερα σχεδόν 5.000, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ισραηλιτικής ΜΚΟ B’Tselem), με δραστικούς περιορισμούς στις αποφυλακίσεις και με προϋπόθεση για την αποφυλάκιση την υπογραφή από τους κρατούμενους «της δέσμευσης να αναδείξουν στην κοινότητά τους τα οφέλη της συνύπαρξης μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων και να συμπεριφερθούν με τρόπο που να εκτιμά την συνύπαρξη. Οι φυλακισμένοι που αρνούνται να υπογράψουν αυτήν την υπόσχεση θα παραμείνουν στη φυλακή.»

Και θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε περαιτέρω τον κατάλογο των αισχών που περιέχονται στο «Όραμα» του Τραμπ, από το ζήτημα για ένα πλήρως αποστρατιωτικοποιημένο Παλαιστινιακό «κράτος», μέχρι τη διατήρηση του ισραηλινού ελέγχου στον εναέριο χώρο, συμπεριλαμβανομένων των υποσχέσεων εισροής δισεκατομμυρίων δολαρίων στα παλαιστινιακά εδάφη με την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι θα παραιτηθούν οριστικά από όλα τα δικαιώματά τους. Σημαντικό στοιχείο: το σχέδιο Τραμπ όχι μόνο επιβεβαιώνει το καθεστώς του Ισραήλ ως «εθνικό κράτος του εβραϊκού λαού» αλλά επίσης υποστηρίζει την αναγκαστική «μετακπινηση» 260.000 Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ, των οποίων οι πόλεις και τα χωριά θα γίνουν Μπαντουστάν υπό παλαιστινιακή διοίκηση. Συνολικά, η «Συμφωνία του Αιώνα» δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα πραγματικό χαστούκι για τους Παλαιστινίους, ακόμα και για τους πιο «μετριοπαθείς» από αυτούς, όπως είναι η ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής (ΠΑ) στη Ραμάλα, για την οποία η ταπείνωση είναι πλήρης. Ενώ ο Νετανιάχου και ο αντίπαλός του, Μπένι Γκαντς, επικροτούν τις προτάσεις του Τραμπ –γεγονός που επιβεβαιώνει ότι αυτό που διακυβεύεται στις ισραηλινές κοινοβουλευτικές εκλογές της 2ας Μαρτίου 2 δεν είναι σε καμιά περίπτωση πολιτική απέναντι στους Παλαιστίνιους– ο Αμπάς και ο πρωθυπουργός του τις απέρριψαν στο σύνολό τους. Λίγες μέρες αργότερα, ο Αμπάς ανακοίνωσε ακόμη τη ρήξη των σχέσεων με το Ισραήλ, μεταξύ άλλων και στον τομέα της συνεργασίας για την ασφάλεια. Απομένει να δούμε αν αυτές οι ανακοινώσεις θα έχουν συνέχεια, καθώς αυτός ο πολιτικο-διοικητικός μηχανισμός που είναι η Παλαιστινιακή Αρχή εξαρτάται, μεταξύ άλλων και σε οικονομικό επίπεδο, από τις σχέσεις του με το Ισραήλ, ενώ το τελευταίο καταβάλλει στην ΠΑ μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για τον ΦΠΑ και τους τελωνειακούς δασμούς που εισπράττονται για τα προϊόντα που εισάγονται από τους Παλαιστινίους, πράγμα που είναι απαραίτητο για τον προϋπολογισμό της ΠΑ, ιδίως για την πληρωμή των δημοσίων υπαλλήλων.
Το σχέδιο Τραμπ ολοκληρώνει τη διαδικασία του Όσλο

Ένα πράγμα όμως είναι βέβαιο: το σχέδιο Τραμπ σίγουρα απορρίπτεται από τους Παλαιστινίους, αλλά θα χρησιμεύσει ως εγγύηση για την επιτάχυνση των αποικιακών πολιτικών του Ισραήλ, ιδίως με την ταχεία προσάρτηση των συγκροτημάτων των οικισμών στην Κοιλάδα του Ιορδάνη, όπως συζητιέται ήδη στους διαδρόμους της Κνεσέτ. Οι αποφάσεις αυτές θα επιβεβαιώσουν ακόμη περισσότερο μια πραγματικότητα που μερικοί συνεχίζουν να αρνούνται να δουν, όπως η Γαλλία, η οποία, αρκέστηκε, ως απάντηση στο σχέδιο Τραμπ, να υπενθυμίσει την προσήλωσή της στην «λύση δύο κρατών»: στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ένα κράτος μεταξύ της Μεσογείου και της Ιορδανίας, το οποία επιτρέπει στο εσωτερικό του ορισμένες «αυτόνομες ζώνες», εφόσον δεν αποτελούν παράγοντα αποσταθεροποίησης. Το ότι αυτές οι «αυτόνομες ζώνες» θα μετονομαστούν σε «κράτος της Παλαιστίνης» με το αμερικανικό έγγραφο, δεν αλλάζει την υπόθεση, το αντίθετο. Και θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να επιμείνουμε στη διαδικασία του Όσλο που ξεκίνησε την περίοδο 1993-1994, την οποία μόλις ολοκλήρωσε το σχέδιο Τραμπ και με τις δύο έννοιες της λέξης: Το Όσλο δεν ήταν παρά μια αναδιοργάνωση της ισραηλινής κατοχής με την εκκένωση των πιο πυκνοκατοικημένων Παλαιστινιακών περιοχών, οι οποίες ανατέθηκαν στη διοίκηση της Παλαιστινιακής Αρχής, που ήταν υπεύθυνη για τη διατήρηση της τάξης με κάποια οικονομικά ψίχουλα, ενώ το Ισραήλ συνέχισε την αποικιοκρατική του πολιτική απαιτώντας να αποτελέσει μέρος μιας διαπραγματευμένης λογικής2.

Η αποτυχία του Όσλο ως «ειρηνευτικής διαδικασίας» δεν είναι η ιστορία των χαμένων ευκαιριών, των κακών επιλογών ή της απροθυμίας εκ μέρους ενός ή και των δύο φορέων. Η αποτυχία του Όσλο είναι η προδιαγεγραμμένη αποτυχία μιας διαδικασίας με την οποία έγινε προσπάθεια να εξαναγκαστούν οι Παλαιστίνιοι να παραιτηθούν από τα δικαιώματά τους στο όνομα μιας αυταπάτης αυτονομίας και της μεταφοράς μέρους των εξουσιών και των προνομίων της αποικιακής διοίκησης σε μια αυτόχθονη διοίκηση χωρίς πραγματική κυριαρχία. Το σχέδιο Τραμπ ολοκληρώνει έτσι τη διαδικασία του Όσλο, αν θεωρείται ότι είναι μια διαδικασία αναδιοργάνωσης της κατοχής και όχι μια ειρηνευτική διαδικασία. Απομένει να δούμε αν το νέο βήμα που προτίθεται να κάνει το Ισραήλ με την ενθάρρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών θα αναγκάσει το Παλαιστινιακό Εθνικό Κίνημα να κάνει το «μεγάλο άλμα» και να πραγματοποιήσει μια επαναλαμβανόμενη απειλητική: τη διάλυση, τουλάχιστον πολιτική, της Παλαιστινιακής Αρχής, ένα ουσιαστικό βήμα για να τερματιστεί η φαντασία της «αυτονομίας» ή ενός Παλαιστινιακού «πρωτο-κράτους» και να βρεθεί το Ισραήλ μπροστά στις ευθύνες του ως δύναμη κατοχής. Μια απόφαση η οποία, χωρίς να διευθετήσει τα πάντα, θα συμβάλει τουλάχιστον στον επαναπροσδιορισμό των όρων της σύγκρουσης και θα ανοίξει τη δυνατότητα μιας μακροπρόθεσμης αναθεώρησης του εθνικού κινήματος, συμπεριλαμβανομένων όλων των Παλαιστινιακών δυνάμεων, γύρω από τους στόχους της απελευθέρωσης και όχι της διαχείρισης ενός ψευδο-κρατικού μηχανισμού. Δεδομένης της σημερινής κατάστασης και της κατάστασης αποσύνθεσης του παλαιστινιακού κινήματος, οι προοπτικές αυτές μπορεί να ακούγονται ως ευσεβείς πόθοι. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σελίδα του αγώνα «για ένα ανεξάρτητο Παλαιστινιακό κράτος παράλληλα με το Ισραήλ στο τέλος μιας διαπραγματευμένης διαδικασίας» έχει γυρίσει οριστικά και οι Παλαιστίνιοι/ες θα χρειαστούν ένα ισχυρό κίνημα διεθνούς αλληλεγγύης στον αγώνα τους ενάντια στο ισραηλινό καθεστώς απαρτχάιντ.

Μετάφραση: e la libertà

Julien Salingue, «Le fait accompli colonial – “Deal du siècle”: Trump entérine l’apartheid, Israël applaudit», NPA [Nouveau Parti Anticapitaliste], 3 Φεβρουαρίου 2020 και Europe Solidaire Sans Frontières, 3 Φεβρουαρίου 2020.

Julien Salingue, «“Deal of the century”: Trump endorses apartheid, Israel applauds», International Viewpoint, 11 Φεβρουαρίου 2020.
Σημειώσεις

1 Το ψήφισμα 242, που εγκρίθηκε μετά τον πόλεμο των έξι ημερών τον Ιούνιο του 1967, απαιτεί την αποχώρηση των Ισραηλινών από τα εδάφη που έχουν κατακτηθεί με τη βία (Δυτική Όχθη, Γάζα, Συριακό Γκολάν, Αιγυπτιακό Σινά). Αλλά ενώ στην γαλλική έκδοση απαιτεί την αποχώρηση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων από τις «κατεχόμενες περιοχές», η αγγλική έκδοση αναφέρεται σε «κατεχόμενα εδάφη» χωρίς το συγκεκριμένο άρθρο. Το Ισραήλ ισχυριζόταν πάντοτε, σε καταπληκτική διεθνή απομόνωση, ότι συμφωνεί μόνο με την αγγλική έκδοση.

2 Βλ. Julien Salingue, «Palestine et Israël – Oslo, 20 ans après: il n”y a jamais eu de processus de paix», Europe Solidaire Sans Frontières, 13 Σεπτεμβρίου 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου