Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

John Yiannakis: Kalgoorlie Alchemy, Ξενοφοβία, Πατριωτισμός και οι Αντι-Ελληνικές Ταραχές του 1916


John Yiannakis: Kalgoorlie Alchemy, Ξενοφοβία, Πατριωτισμός και οι Αντι-Ελληνικές Ταραχές του 1916
Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Early Days: Journal of the Royal Western Australian Historical Society 11. Ο John Yiannakis είναι ερευνητής και ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Κέρτιν. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη τον Αύγουστο του 1914, «υπήρξε ελάχιστη συζήτηση και σχεδόν πλήρης ομοφωνία σχετικά με τη συμμετοχή της Αυστραλίας στο πόλεμο». Με εξαίρεση μερικούς πασιφιστές και ριζοσπάστες σοσιαλιστές, οι περισσότεροι Αγγλοαυστραλοί έμοιαζαν να δέχονται ως δεδομένο πως η Αυστραλία θα συμμετείχε στη σύγκρουση. Η πλειοψηφία των Αγγλοαυστραλών θεω5ρούσαν το Μεγάλο Πόλεμο ως απειλή για την ασφάλεια τους και πίστευαν πραγματικά πως βρίσκονταν σε κίνδυνο. Αυτά τα συναισθήματα και φόβοι είχαν διάφορες συνέπειες στην Αυστραλία, ανάμεσα τους την αύξηση του ρατσισμού. Για τον ελληνικό πληθυσμό της Δυτικής Αυστραλίας η πιο δραματική εκδήλωση αυτής της δυσανοχής της πολεμικής περιόδου ήταν η ξενοφοβική υστερία, ο βιτζιλαντισμός και επεισόδια στο Πέρθ και τα χρυσορυχεία. Οι αντιελληνικές ταραχές του 1916 είχαν βαθιές επιπτώσεις στους Έλληνες σε ολόκληρη τη Πολιτεία. Οι ταραχές προκάλεσαν την έξοδο των Ελλήνων από τα ανατολικά χρυσορυχεία, προκάλεσαν διπλωματική ψυχρότητα μεταξύ της Ελληνικής και Αυστραλιανής κυβέρνησης και χειροτέρεψαν τις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Αγγλοαυστραλών. Ωστόσο, παρά την σοβαρότητα αυτών των γεγονότων, οι ταραχές αυτές απολαμβάνουν ελάχιστης προσοχής είτε από την αυστραλιανή είτε από την δυτικοαυστραλιανή ιστοριογραφία. Θα ήταν σωστό να πούμε πως ελάχιστοι Δυτικοαυστραλιανοί έχουν επίγνωση της φυλετικής αναταραχής της περιόδου. Οι φυλετικές ταραχές του 1934, που στόχευαν κυρίως στους Ιταλούς αλλά επίσης περιλάμβαναν τους «Σλάβους» και τους Έλληνες, είναι περισσότερο γνωστές στους ντόπιους, και υπήρξαν το αντικείμενο διάφορων ιστορικών ερευνών. Παρόμοια προσοχή για την ταραχές του 1916 δεν υπάρχει, παρότι ήταν εξίσου βίαιες και σημαντικές όπως οι ταραχές του 1934. Ο James Jupp, στο Nations of Immigrants, αφήνει να εννοηθεί πως οι φυλετικές ταραχές στον 20ο αιώνα είναι αξιοπρόσεκτες μόνο όταν υπάρχει θάνατος. Αυτή η «σκανδαλοθηρική» νοοτροπία μπορεί να εξηγεί την επιφανειακή αντιμετώπιση των ταραχών του του 1916 από κάποιους ακαδημαϊκούς. Ο Nadrew Markus, στο Australian Race Relations, μοιάζει να συμφωνεί με τον Jupp καθώς αφιερώνει μόλις μια πρόταση στα γεγονότα του 1916, ενώ δαπανά (αναλογικά) σχεδόν μια σελίδα στις ταραχές του 1934, και μια παράγραφο στην διαμάχη του 1919. Τουλάχιστον αναγνωρίζει την διασύνδεση μεταξύ αυτών των γεγονότων.

Πρόσφατα οι M. Christie και H. Gilchrist έχουν γράψει για τα συμβάντα του 1916 ως κομμάτι άλλων ερευνών. Ο Christie, μελετώντας του Έλληνες στο Ντάργουιν, ασχολείται με την γενικότερη εικόνα της Αυστραλίας, σημειώνοντας πως η ταραχή στο Καλγκούρλι δεν ήταν μοναδική σε εκείνη τη πόλη ή την Πολιτεία. Ωστόσο η μελέτη του είναι σύντομη και γενική. Αντίθετα, ο Gilchrist αφιερώνει πολύ περισσότερο χώρο στις ταραχές της Δυτικής Αυστραλίας στο έργο του. Η λεπτομέρεια και η συζήτηση είναι ενδελεχής, ιδιαίτερα στη διπλωματική αντιπαράθεση που ακολούθησε τις επιθέσεις σε Έλληνες και τις περιουσίες τους, αλλά αποφεύγει το ζήτημα της ξενοφοβίας. Η ένταση των εθνικών αντιπαλοτήτων που έθρεψαν την σύγκρουση υποβαθμίζονται. Ελάχιστη σκέψη δίνεται στο πως οι ταραχές ενίσχυσαν την ελληνική απογοήτευση για το «αυστραλέζικο όνειρο», και πως η αναταραχή επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τα μοτίβα εγκατάστασης των Ελλήνων. Μια αναλυτική ιστορία του περιστατικού, του παρασκηνίου του και των επιπτώσεων του δεν έχουν καταγραφεί ακόμη.

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν οι Αυστραλοί έποικοι, ή τουλάχιστον οι εκπρόσωποι τους, σκέφτονταν να μεταμορφωθούν σε ενιαίο έθνος, περίπου πεντακόσιοι ή εξακόσιοι άνθρωποι γεννημένοι στην Ελλάδα μετανάστευσαν στις ακτές της Αυστραλίας. Η κοινωνία στην οποία έφτασαν «φοβόταν την ανάμειξη των φυλών» και είχε εμμονή με την διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας. Αυτά τα συναισθήματα εκφράστηκαν πολύ καλά από το πρωθυπουργό της Δυτικής Αυστραλίας Σερ John Forrest που, το 1897, ολοκλήρωσε την συζήτηση σχετικά με το Νόμο για το Περιορισμό της Μετανάστευσης στη πολιτεία του, λέγοντας «επιθυμούμε να περιορίσουμε αυτή τη χώρα, έτσι ώστε αυτή η χώρα να μην καταληφθεί από φυλές των οποίων οι συμπάθειες, και τρόποι, και έθιμα, δεν είναι δικά μας». Το 1901, το 98% των μη Αβορίγινων κατοίκων ήταν Αγγλοκέλτες, με ακόμη ισχυρούς δεσμούς με τη Βρετανία· το 77% του πληθυσμού είχε γεννηθεί στην Αυστραλία· ενώ 10% γεννήθηκε στην Αγγλία και στην Ουαλία, 5% στην Ιρλανδία και 3% στη Σκωτία. Η μεγαλύτερη μη βρετανική ομάδα μεταναστών ήταν οι Γερμανοί, αποτελώντας το 1% του πληθυσμού της ηπείρου. Ο πληθυσμός των Αβορίγινων δεν σημειώνονταν σε τέτοιους υπολογισμούς και μέχρι το 1967 δεν μετρούνταν στις απογραφές.

Για βεβαιωθούν πως η Αυστραλία θα παρέμενε και λευκή και βρετανική, ένας μεταναστευτικός νόμος πέρασε επειγόντως από τη νέα Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στη διάρκεια της πρώτης κοινοβουλευτικής περιόδου για να κρατήσει μακριά τους «ανεπιθύμητους ξένους». Ο Alfred Deakin, ένας φιλελεύθερος πολιτικός και ο δεύτερος πρωθυπουργός της Αυστραλίας, πίστευε πως «η ενότητα (ΣτΜ: ομοιομορφία) της φυλής ήταν κρίσιμη για την ενότητα της Αυστραλίας». Η Πολιτική της Λευκής Αυστραλίας, όπως έμεινε γνωστός ο Νόμος Περιορισμού της Μετανάστευσης, στόχευε κυρίως στο να δυσκολέψει την είσοδο στην Αυστραλία Ασιατών και μη Ευρωπαίων, ενώ επίσης την δυσκόλευε και για τους μη Βρετανούς Ευρωπαίους. «Λευκή Αυστραλία δεν σήμαινε μόνο μια μεταναστευτική πολιτική που απέκλειε μη λευκούς, αλλά…», με τα λόγια του Deakin, «η απέλαση ή μείωση του αριθμού των ξένων ανάμεσα μας». για την Αυστραλία των αρχών του 20ου αιώνα μια «λιγδωμένη απειλή» ήταν σχεδόν εξίσου απειλητική όσο και η κίτρινη. Τα επόμενα χρόνια, η πολιτική κατεύθυνση προς τις αφίξεις Ελλήνων θα μεταβάλλονταν. Οι περιορισμοί και οι αριθμοί θα επιβάλλονταν, μόνο για να αγνοηθούν, και μετά να ακολουθηθούν αυστηρά. Μερικές φορές η πολιτική και η πρακτική θα διέφεραν εξαιτίας των οικονομικών ανησυχιών, είτε σε πολιτειακό είτε σε ομοσπονδιακό επίπεδο εξαιτίας των οικονομικών συνθηκών, ή ως αποτέλεσμα των στάσεων των αξιωματούχων της μετανάστευσης. Στο Φρίμαντλ, για πολλά χρόνια ο Peter Michelides, μια επιφανής φιγούρα της ελληνικής κοινότητας, ήταν ο επίσημος μεταφραστής της Υπηρεσίας Μετανάστευσης, υπεύθυνος για την διεξαγωγή τεστ γραφής στις νέες αφίξεις. Όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του W.M. Hughes το έμαθε αυτό, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση του ήθελε να σταματήσει την ελληνική μετανάστευση , διάφοροι υπουργοί αναγνώρισαν τις περιπλοκότητες στην επιβολή των περιορισμών. Η αντικατάσταση του Michelides, με την ευχέρεια του σε έξι γλώσσες, θα ήταν πολύ δύσκολο.

Η εισαγωγή της Πολιτικής της Λευκής Αυστραλίας ήταν μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα βρετανικό καταφύγιο στην Αυστραλία. Για να εξασφαλισθεί πως αυτή η αγγλοκέλτικη ακρόπολη δεν θα γνώριζε την πολιορκία ξένων, δυο Βασιλικές Επιτροπές δημιουργήθηκαν στις αρχές αυτού του αιώνα για να ερευνήσει την ξένη παρουσία στην Δυτική Αυστραλία. Ο σχετικά μεγάλος αριθμός «Νοτιοευρωπαίων», κυρίως Ιταλοί και Έλληνες, που έφταναν στην Δυτική Αυστραλία στα τέλη του αιώνα ήταν πηγή μεγάλου προβληματισμού για τους Αγγλοαυστραλούς. Τα δημογραφικά δεδομένα συνέβαλαν στην αγωνία πολλών Αγγλοαυστραλών, καθώς οι στατιστικές έδειχνα μεγάλη αύξηση στους «ελληνικής καταγωγής κατοίκων» στη Δυτική Αυστραλία. Την περίοδο της Ομοσπονδοποίησης το 1901, η Δυτική Αυστραλία ήταν πίσω μόνο από την Νέα Νότια Ουαλία και τη Βικτόρια σε μέγεθος του ελληνικού πληθυσμού της, και ως το 1911 οι 335 «Έλληνες» της έρχονταν πίσω μόνο από τους 822 που ζούσαν στη Νέα Νότια Ουαλία. Υπήρχε ο φόβος πως αυτή η «ξένη παρουσία» θα ήταν καταστροφική για τις υπάρχουσες εργασιακές πρακτικές και απειλή για την φυλετική καθαρότητα της Αυστραλίας. Ήταν αυτές οι γενικές ανησυχίες, και η δυνατότητα συμβολαιακής εργασίας μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών, που προκάλεσαν τις Βασιλικές Επιτροπές. Την περίοδο εκείνη η συμβολαιακή εργασία θεωρούνταν οργανωμένο εργατικό σύστημα όπου οι εργοδότες έφερναν «Νοτιοευρωπαίους» στην Αυστραλία υπό συμφωνία να εργαστούν με μικρότερους από τους κανονικούς μισθούς.

Η Βασιλική Επιτροπή του 1902 για την Συμβολαιακή Εργασία Αλλοδαπών προσπάθησε να διερευνήσει τις εργασιακές πρακτικές των «ξένων» όπως και τις περιοχές και τα επαγγέλματα στα οποία «εργάζονταν ξένοι». Η Επιτροπή σημείωσε πως οι Έλληνες ήταν διάσπαρτοι σε όλη την Πολιτεία: για παράδειγμα, δέκα Έλληνες ζούσαν στην περιοχή του Μάρτισον, και υπήρχαν εφτά στο Άλμπανι. Η αναφορά σημείωνε πως «οι Έλληνες σχεδόν στο σύνολο τους με την αλιεία ή σε εστιατόρια. Οι μισθοί μοιάζουν να είναι ίσοι με εκείνους που πληρώνονται σε άλλους εργαζόμενους στις ίδιες θέσεις σε άλλα εστιατόρια». Η έρευνα κατέληξε πως δεν υπήρχαν οργανισμοί με σκοπό της κρυφής εισαγωγής ξένων εργατών και πως οι μισθοί που οι «ξένοι» λάμβαναν ήταν συγκρίσιμοι με εκείνων των υπολοίπων. Αναφορά επίσης γίνεται για την σημασία επιστολών προς την πατρίδα στην Ευρώπη ως πιθανή αιτία της εισροής «αλλοδαπών»· δηλαδή, αλυσιδωτή μετανάστευση και συμβολαιακή εργασία προσέλκυε Έλληνες και Ιταλούς στη Δυτική Αυστραλία. Ωστόσο, αυτές οι δυο διαδικασίες δεν απέκλειε η μία την άλλη.

Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης και των σωματείων δεν ηρέμησαν από τα ευρήματα της Βασιλικής Επιτροπής του 1902. Η αντιπάθεια και ο φόβος για τους «ξένους» εξασφάλισε πως μια ακόμη κυβερνητική έρευνα θα υλοποιούνταν 1904 για την «The Immigration of Non-British Labour to Western Australia». Η έρευνα διαπίστωσε, πως αν και οι ελληνικές αφίξεις από το 1901 είχαν αυξηθεί σε γρηγορότερο ρυθμό από τους Ιταλούς και τους Αυστριακούς (μάλλον «Γιουγκοσλάβοι») μετανάστες, δεν αποτελούσαν κάποια σοβαρή απειλή για τους μεταλλωρύχους επειδή οι Έλληνες (κυρίως από το Καστελόριζο) προτιμούσαν να μπουν στο εμπόριο και στη γενικότερη εργασία, κυρίως στο εμπόριο φρούτων και ψαράδες. Από την άλλη, Ιταλοί και «Γιουγκοσλάβοι» προετοιμασμένοι να σκάψουν για χρυσό. Αυτή η τάση έφερε σε άμεσο ανταγωνισμό με τους ντόπιους.

Τα ευρήματα αυτής της ύστερης έρευνας δεν ήταν ιδιαίτερα διαφορετικά από την προηγούμενη, και όμως κάποιες προκαθορισμένες τάσεις επιβεβαιώθηκαν, ισχυροποιώντας έτσι την προκατάληψη. Απαιτήσεις για μείωση των αφίξεων Ιταλών στη Δυτική Αυστραλία ήταν προβλέψιμο αποτέλεσμα αυτής της Βασιλικής Επιτροπής, αλλά αυτές οι απαιτήσεις δεν επιβλήθηκαν με σταθερό τρόπο από τη κυβέρνηση. Επειδή οι Έλληνες δεν αποτελούσαν ως μεγάλη οικονομική απειλή στους συνδικαλιστές, ιδιαίτερα τους μεταλλωρύχους, της Πολιτείας, η ανοχή τους ήταν οριακά μεγαλύτερη, τουλάχιστον μέχρι το ξέσπασμα του 1ου ΠΠ. Συνολικά, ωστόσο, οι «Νότιοευρωπαίοι» έτειναν να κατηγοριοποιούνται ως «ανεπιθύμητοι αλήτες».

Όπως σημειώθηκε, η κυβέρνηση Hughes είχε προσπαθήσει να περιορίσει την ελληνική μετανάστευση, αν και οφείλονταν στην ασάφεια της στάσης της ελληνικής κυβέρνησης προς τις αντίθετες πλευρές στη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1918 ο υπουργός εσωτερικών και επικρατείας πληροφορήθηκε πως 132 Έλληνες από το απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου, το Καστελόριζο, τότε γαλλικό προτεκτοράτο, ήταν «στο Πορτ Σαΐντ περιμένοντας να αναχωρήσουν για το Περθ». Αν και Ελλάδα μπήκε τελικά στο πόλεμο στο πλευρό της Βρετανίας και των συμμάχων της, το ταξίδι είχε απαγορευτεί από τις ναυτιλιακές εταιρείες «που περίμεναν την έγκριση της Αυτοκρατορίας». Μετά από κάποια σκέψη, η κυβέρνηση αποφάσισε σε μια συνεδρίαση στις 24 Μαΐου να «σταματήσει την αποβίβαση Ελλήνων μεταναστών, και αρνήθηκε να κάνει εξαίρεση για όσους ήταν ήδη στη θάλασσα». Επιπλέον, «το τεστ» θα γίνονταν σε «γλώσσα που είναι μάλλον πιθανό να εξυπηρετεί τους σκοπούς του Νόμου». Οι ναυτιλιακές και η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα ενημερώθηκαν για αυτή τη απόφαση. Μια εξαίρεση στο κανόνα αυτό θα μπορούσε να γίνει τις συζύγους, παιδιά και τους συγγενείς ανθρώπων που ήταν ήδη στην Αυστραλία. Για αυτό οι κάτοικοι του Καστελόριζου συνέχισαν να έρχονται στην Δυτική Αυστραλία, καθώς οι συγγενείς τους ήδη εγκατεστημένοι στη Πολιτεία συνήθιζαν να τους φέρνουν. Αν και οι περιορισμοί έπαψαν το 1920, η επιβολή τους δείχνει την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζονταν οι Έλληνες λόγω της φυλετικής τους ανεπιθυμητότητας.

Επιπλέον αποδείξεις της απέχθειας με την οποία αντιμετωπίζονταν οι Έλληνες από τους ντόπιους στη διάρκεια και μετά το Μεγάλο Πόλεμο εντοπίζεται στη συμπεριφορά κάποιων Αγγλοαυστραλών που αρνούνταν να πληρώσουν Έλληνες καταστηματάρχες για φαγητό και ποτά που κατανάλωσαν, ή που απειλούσαν να καταστρέψουν ιδιοκτησίες αν ο ιδιοκτήτης επέμενε με τις απαιτήσεις του. Το αναποδογύρισμα τραπεζιών και επιθέσεις σε καταστηματάρχες δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο.

Ως προοίμιο των αντιελληνικών ταραχών στο Καλγκούρλι το Δεκέμβριο του 1916, δύο μήνες νωρίτερα οι Έλληνες του Πέρθ ήταν θύματα πατριωτικής και ξενοφοβικής βίας. Την Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου, στρατιώτες και πολίτες προχώρησαν σε καταστροφές σε όλη τη πόλη, καταστρέφοντας και λεηλατώντας τις ιδιοκτησίες Ελλήνων καταστηματαρχών. Περίπου στις 8.15 π.μ. ένα πλήθος συγκεντρώθηκε στη γέφυρα της οδού Μπιούφορτ, έχοντας περάσει από την οδό Στέρλινγκ. Η εφημερίδα West Australian ανέφερε πως η συγκέντρωση αποτελούνταν από «λίγους στρατιώτες, που συνοδεύονταν από πολλούς νεαρούς πολίτες», αλλά τα έγγραφα της αστυνομίας αναφέρουν την σύνθεση της ομάδας ως εντελώς διαφορετική. Σύμφωνα με τον αστυνόμο Lewis, «100 στρατιώτες φορώντας στολή [άρχισαν] να αναποδογυρίζουν καρότσια Ελλήνων στη πόλη». Μεγάλο μέρος των επεισοδίων άρχισαν στις αγορές της πόλης, αλλά δεν άργησε μέχρι ο όχλος να κατευθυνθεί προς το κέντρο της πόλης. Επιδεικνύοντας κλεμμένους αστακούς. Προχώρησαν στην οδό Γουίλιαμ τραγουδώντας τα Tipperary και Australia Will Be There. Με σημαία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μπροστά, το πλήθος διάβηκε την οδό Μάρεϊ και με ένα χαλάζι από αστακούς έσπασαν τα παράθυρα του εστιατορίου του K. G. Manolas. Ο όχλος είχε τώρα μεγαλώσει σε μέγεθος, κάνοντας αδύνατο τον έλεγχο από τους ελάχιστους αστυνομικούς σε υπηρεσία. Η πορεία επιτέθηκε και κατέστρεψε διάφορα καταστήματα στις οδούς Χέι, Γουίλιαμ και Γουέλινγκτον. Μια ομάδα διαδηλωτών όρμησαν στην Σαιντ Τζόρτζ Τέρας, όπου έσπασαν τα παράθυρα της απογευματινής εφημερίδας του Περθ, της Daily News. Η πράξη αυτή πραγματοποιήθηκε προφανώςσε απάντηση μιας γελοιογραφίας στην εφημερίδα που απεικόνιζε άσχημα τον πρωθυπουργό Hughes και τους Αυστραλούς στρατιώτες.

Οι αστυνομικές καταγραφές για εκείνο το απόγευμα καταγράφουν μια καταγγελία στις 9.30 π.μ. από τον P. Michelides, που έλεγε πως στρατιώτες και πολίτες είχαν σπάσει το Λόντον Καφέ του Athanasios Manolas στης οδό Γουίλιαμ. Ο Michelides ζήτηση αστυνομική προστασίαώστε να αποτραπεί η ληστεία από το κατάστημα. Είκοσι πέντε λεπτά αργότερα κάποιοι από τον όχλο έκαναν ζημιές στο κατάστημα του Andrew Carras, στη γωνία των οδών Μίλιγκαν και Χέι στο δυτικό άκρο της πόλης. Και ο Carras ζήτησε επίσης από την αστυνομία να προστατέψει την ιδιοκτησία για να αποτρέψει λεηλασία. Η αστυνομική δράση μοιάζει όμως να είναι ανύπαρκτη μέχρι και τις 10.25 π.μ.. Η καταστροφή και η λεηλασία των ελληνικών καταστημάτων δεν απαιτούσε, όπως φαίνεται, άμεση προστασία, όμως όταν το προσωπικό της Daily News τηλεφώνησαν και πληροφόρησαν την αστυνομία για τη ζημιά στα γραφεία τους και ζητώντας ένας αστυνομικός να τοποθετηθεί για να προστατεύει το κτίριο, στάλθηκε ολόκληρος αρχιφύλακας για να βρίσκεται επί τόπου. Στη συνέχεια, η φρουρά του Ελαφρού Ιππικού από το Κλέρμοντ έφτασε και επιτέθηκε στο πλήθος. Καυγάδες ξέσπασαν μεταξύ αστυνομικών, στρατιωτών και πολιτών μέχρι που η τάξη αποκαταστάθηκε. Περίπου 30 στρατιώτες μεταφέρθηκαν σε κέντρο κράτησης· τρεις άλλοι συνελήφθησαν από την αστυνομία, μαζί με τρεις πολίτες, κατηγορούμενοι για λεηλασία. Η παρουσία των στρατιωτών στις αναταραχές δεν έκανε μόνο τη δουλειά της αστυνομίας πιο δύσκολη, αλλά η συμμετοχή τους μοιάζει να ήταν ως προβοκάτορες και αρχηγοί, μεγεθύνοντας το ξενοφοβικό συναίσθημα μέσα στο πλήθος.

Οι Έλληνες καταστηματάρχες επέστρεψαν για να βρουν σπασμένα παράθυρα και εξοπλισμό, και το στοκ, είτε ήταν φρούτα είτε γλυκά, είχε κλαπεί, όπως και έπιπλα από τα καταστήματα. Δεν καταστράφηκε κάθε ελληνικό κατάστημα στη πόλη, αλλά οι ταραχές είχαν σοβαρή επίπτωση στην ικανότητα επιβίωσης πολλών καταστηματαρχών, και στο ηθικό τους. Οι Έλληνες καταστηματάρχες είχαν εκφοβιστεί από τους στρατιώτες και τους πολίτες που είχαν εισβάλει στα καταστήματα τους. πολλοί από τους στρατιώτες ήταν μεθυσμένοι, αλλά οι πράξεις τους έδειχναν την μεγέθυνση της εχθρότητας προς τους Έλληνες στην Αυστραλία λόγω των υποτιθέμενων συμπαθειών του βασιλιά Κωνσταντίνου προς τους Γερμανούς. Ο φόβος της ελληνικής απιστίας μεγάλωσε το έντονο ξενοφοβικό συναίσθημα που κυριαρχούσε στη χώρα. Οι πολίτες που απεχθάνονταν τους Έλληνες για τις επιχειρηματικές πρακτικές τους, τα έθιμα τους και την εμφάνιση τους, μπορούσαν «να τους εκδικηθούν» με το προσωπείο του πατριωτισμού.

Η δικαστική τιμωρία, από αυτό που οι Έλληνες θεώρησαν ευνοϊκά δικαστήρια ήταν ασήμαντη. Ένας πολίτης τιμωρήθηκε με πρόστιμο δυο λιρών και δέκα σελινιών, και ένας άλλος μια λίρα για την πρόκληση φασαρίας. Δυο στρατιώτες τιμωρήθηκαν με πρόστιμο μιας λίρας ο καθένας ως ύποπτοι κλοπής σοκολάτες. Όμως, οι συνολικές ζημιές υπολογίζονταν πως ήταν χίλιες λίρες. Ούτε εκείνοι που επηρεάστηκαν άμεσα πήραν κάποια ικανοποίηση από τις ασφαλιστικές τους εταιρείες, που αρνήθηκαν κάθε υποχρέωση αποζημίωσης των θυμάτων για ζημιές στη περιουσία τους επειδή προκλήθηκαν από κοινωνικές ταραχές. Οι Έλληνες του Πέρθ απογοητεύτηκαν. Η σκληρή δουλειά δεν εγγυόνταν αποδοχή από τους Αγγλοαυστραλούς, και η επιτυχία δεν εξασφάλιζε την ευτυχία για ένα μετανάστη στην Αυστραλία.

Έξι εβδομάδες μετά ένα πολύ πιο σοβαρό ξέσπασμα βίας έλαβε χώρα στα χρυσορυχεία. Οι πόλεις του Καλγκούρλι και του Μπόλντερ είχαν ένα βαθιά ριζωμένο μίσος που υπέβοσκε προς τους ξένους, ιδιαίτερα εκείνους που τολμούσαν να μπουν στην εξόρυξη, ειρωνικά στις πόλεις αυτές οι Έλληνες δεν ήταν μεταξύ εκείνων των ομάδων που ανταγωνίζονταν με τους Αγγλοαυστραλούς για δουλειά στα ορυχεία. Όπως και στο Πέρθ, η ξενοφοβία συνδέθηκε με το πατριωτισμό και κατέληξε σε μεγάλης κλίμακας ταραχές.

Ο Έλληνας βασιλιάς συνέχισε να μιλά για ουδέτερη θέση της Ελλάδας στη διάρκεια του πολέμου, αλλά ο τύπος της Αυστραλίας τον έβλεπε ως φιλογερμανό. Ο βασιλιάς είχε μορφωθεί στην Γερμανία και η γυναίκα του από τον οίκο των Hohenzollern, η βασίλισα Σοφία, ήταν η αδερφή του Κάιζερ Wilhelm II. Δημοσιογράφοι και συντάκτες επέλεξαν βολικά να αγνοήσουν το γεγονός πως ο Έλληνας πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος, ήταν υπέρ της Αντάντ και σε σύγκρουση με το βασιλιά. Έτσι ο τύπος ακολούθησε μια έντονα ανταγωνιστική πολιτική σε σχέση με το βασιλιά Κωνσταντίνο, επαναλαμβάνοντας συνεχώς το σύνθημα της πολεμικής περιόδου «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας!». αυτού του είδους ο σοβινισμός απλά ενθάρρυνε το αντιμεταναστευτικό στοιχείο στα χρυσορυχεία. Η εχθρότητα ξέσπασε σε βία αμέσως μετά μια σύγκρουση στην Αθήνα όταν μια μικρή Γαλλο-Βρετανική δύναμη, βγήκε στην ακτή για να εκφοβίσει το βασιλιά και να αποσπάσει από αυτόν διάφορες παραχωρήσεις στις οποίες είχε προηγουμένως είχε συμφωνήσει αλλά πλέον αρνούνταν, δέχτηκε πυρά, έχοντας ένα αριθμό νεκρών.

Μόλις μια μέρα πριν από τις ταραχές στο Καλγκούρλι, η West Australian στις 8 Δεκεμβρίου είχε κατηγορήσει το Κωνσταντίνο με μια πρωτοσέλιδη επικεφαλίδα που έλεγε «Ελληνική Προδοσία». Πολλοί Αγγλοαυστραλοί εξαγριώθηκαν με το «φιλογερμανισμό του Κωνσταντίνου», και στο Καλγκούρλι ένας όχλος από αυτούς ξεκίνησε να καταστρέψει και να λεηλατήσει μια σειρά από ελληνικά καταστήματα και σπίτια, και προσπάθησε να διώξει ανθρώπους από τη πόλη. Ο Michael Mangos, που έφτασε στο Καλγκούρλι σε ηλικία δώδεκα ετών το 1908, θυμόνταν έντονα τις ταραχές του 1916, θυμόνταν πως «οι Αυστραλοί ήταν θυμωμένοι, έσπασαν όλα τα καταστήματα στο Καλγκούρλι… κάθε παράθυρο. Έσπασαν το [πρόσφατα αποκτημένο] μαγαζί μου… φοβόμουν να μείνω στο μαγαζί. Πήγα στο σπίτι του θείου μου».

Σύμφωνα με την Kalgoorlie Miner της 11ης Δεκεμβρίου, «μερικές εικοσάδες ατόμων συναντήθηκαν… και κατέστρωσαν τα σχέδια τους να προχωρήσουν κατά μήκος της οδού Χανάν και έσπασαν εστιατόρια και ζαχαροπλαστεία και μανάβικα που άνηκαν σε άτομα ελληνικής καταγωγής». «Οι φωνές και ο ήχος σπασμένων γυαλιών [που ακολούθησε] ήταν τρομακτικός», θυμάται η Jessie Magriplis, νεαρό κορίτσι στο Καλγκούρλι εκείνη την εποχή. «Κρυφτήκαμε κάτω από το τραπέζι της κουζίνας ενώ κάποιοι από τον όχλο λεηλατούσαν το μαγαζί του πατέρα μου». Ο πατέρας της, Panos Pitsikas, ήταν ένας από τους Έλληνες που είχαν κατάστημα στην οδό Χανάν. Αυτός και άλλοι αβοήθητοι καταστηματάρχες βρέθηκαν να δέχονται ένα βίαιο ξέσπασμα από ντόπιους που εισέβαλαν στα καταστήματα τους και, σαν τυφώνας, μετέτρεψαν τα πάντα σε συντρίμια.

Το Εστιατόριο Ολύμπικ και στο καφέ Σ. Μπλακ ήταν τα πρώτα που δέχτηκαν επίθεση. Έπειτα, ενισχυμένος από εκατοντάδες υποστηρικτές, ο όχλος προχώρησε προς τη βόρεια πλευρά της οδού Χανάν και λεηλάτησε το οπωροπωλείο και ζαχαροπλαστείο που άνηκε στους αδερφούς Μεταξά, το εστιατόριο των Παΐζη και Ζερβού, και ένα οπωροπωλείο που βρίσκονταν στην εσοχή του τοίχου του κτιρίου των Αδερφών Μοντγκόμερι, τα παντζούρια του οποίου καταστράφηκαν με τσεκούρι. Το καλά εξοπλισμένο ζαχαροπλαστείο του Con Zervos δεν λεηλατήθηκε απλά, αλλά και έπιπλα και εξοπλισμός κλάπηκαν, και αργότερα περιεγράφηκε ως «σκηνή απόλυτης καταστροφής».

Η προσπάθεια σύλληψης οποιουδήποτε ατόμου, έγραφε η Kalgoorlie Miner, απαιτούσε την ύπαρξη τεσσάρων ως πεντε αστυνομικών και ειδικών αξιωματικών, που έπρεπε να αποφεύγουν ιπτάμενα αντικείμενα, γροθιές και κλωτσιές από το δυσάρεστο πλήθος. Ο όχλος στη συνέχεια πήρε το τραμ προς το Μπόλντερ όπου επιτέθηκαν σε άλλες ελληνικές ιδιοκτησίες, μεταξύ τους τα Sydney Fruit Shop. Strand Grill Room, Boulder Oyster Sallon, Central Fruit Market και London Fruit Mart.

«Ένα πλήθος 2000 ατόμων έσπασε παράθυρα καταστημάτων που ανήκαν σε Έλληνες. Αστυνομικοί με πολιτικά και στολή ήταν ανήμποροι να εμποδίσουν την καταστροφή περιουσιών και την λεηλασία καταστημάτων. Είκοσι δυο έγιναν, κυρίως νέοι και δυο στρατιώτες. Μια σειρά από κατηγορίες απαγγέλθηκαν μεταξύ τους η εκούσια καταστροφή περιουσίας, παράνομη κατοχή αγαθών και ανυπακοή».

Το πρωί των ταραχών ένας επιφανής Έλληνας, ο John Doscas, μιλούσε στην West Australian προσπαθούσε να εξηγήσει τα γεγονότα στην Αθήνα και να ξεκαθαρίσει την θέση του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού. Ο Doscas ανέφερε πως ήταν θυμωμένος με ότι έγινε στην Αθήνα και τις επιθέσεις προς το πρωθυπουργό Βενιζέλο και τους συνεργάτες του από τους υποστηρικτές του βασιλιά. Ο Doscas προσπαθούσε να δείξει πως ήταν βενιζελικός , όπως ήταν, όπως έλεγε, η πλειοψηφία της ελληνικής κοινότητας του Περθ, και έτσι φιλοβρετανική, αλλά αυτή η άποψη δεν έγινε αντιληπτή από τυος αναγνώστες της εφημερίδας.

Ενώ το ρεπορτάζ από την Αθήνα για τις απώλειες που δέχτηκαν τα Συμμαχικά στρατεύματα μπορεί να πυροδότησαν τις ταραχές στο Καλγκούρλι, η ρίζα τους ήταν ένα μίγμα από λόγους. Αυτοί περιλαμβάναν αναφορές απώλειες μεταξύ των Αυστραλών στρατιωτών στο εξωτερικό, σχεδόν τυφλό πατριωτισμό στο εσωτερικό, και μακροχρόνια αρνητική νοοτροπία προς τους μετανάστες από την Νότια Ευρώπη. Ακόμη και έτσι, το περιστατικός την Αθήνα μοιάζει να είναι ο βασικός λόγος γιατί, στις 12 Δεκεμβρίου 1916, μόλις δυο μέρες μετά τις ταραχές στο Καλγκούρλι, ο Διοικητής των Αυστραλιανών Στρατιωτικών Δυνάμεων έγραψε στο Διοικητή της 5ης Στρατιωτικής Περιφέρειας (Δυτική Αυστραλία):

«Μπροστά στην πιθανότητα Έλληνες να βρεθούν σε κατάσταση πολέμου με τους Συμμάχους, οι Έλληνες πολίτες στην Αυστραλία μπορεί να γίνουν εχθρικοί υπήκοοι. Πρέπει για αυτό να παρακολουθούνται προσεκτικά, αλλά όχι απαραίτητα να φυλακιστούν, εκτός από επείγουσες περιπτώσεις όπου σοβαρός κίνδυνος αναμένεται από οποιοδήποτε άτομο. Ωστόσο, ο εγκλεισμός πρέπει να γίνει μέσα στην Πέμπτη Στρατιωτική Περιφέρεια και να μη μοιάζει με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Νέα Νότια Ουαλία».

Ο Peter Michelides αντέδρασε γρήγορα σε κάθε υπόνοια που θε έθετε υπό αμφισβήτηση την πίστη των ελληνικής καταγωγής Αυστραλών. Την ίδια μέρα που ο Διοικητής εξέδωσε τις οδηγίες του, ο Michelides έστειλε τηλεγράφημα στο Βενιζέλο, αρχηγό της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδας που εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του Οκτώβρη του 1916, εκφράζοντας την ένθερμη συμπάθεια της ελληνικής κοινότητας προς τις φυλλοσυμμαχικές πολιτικές του. Πρόσφατα περιστατικά στην Αθήνα, έγραφε, σήμαιναν πως «ίσως να θεωρηθούν από το κόσμο εδώ ως εχθροί». Για να προστατέψει του Έλληνες στην Αυστραλία, ο Michelides, ζήτησε από το βενιζέλο να διαπραγματευτεί με την βρετανική κυβέρνηση «σχετικά με τη μοίρα τους». ο Βενιζέλος απάντησε πως είχε στείλει αντιπροσώπους στο Λονδίνο και περίμενε καλά αποτελέσματα. Στο μεταξύ, πρότεινε ο Michelides να υποβάλει τα παράπονά του στο Γενικό-Κυβερνήτη της Αυστραλίας. Έντεκα μέρες μετά τις ταραχές στα χρυσορυχεία, ο Peter Michelides τηλεγράφησε στο Γενικό-Κυβερνήτη, τονίζοντας στον Σερ Ronald Munro-Ferguson την ίδια άποψη όπως ο Doscas, πως:

«Οι Έλληνες στην Αυστραλία… μια σημαντική πλειοψηφία από τα νησιά του Αιγαίου υποστηρίζουν το πατριωτικό κίνημα του κ. Βενιζέλου, και όλοι εκφράζουν την συμπάθεια τους με τους στόχους των Συμμάχων, αλλά αντιμετωπίζονται εδώ ως πραγματικοί εχθροί… Η μεγάλη πλειοψηφία μας είναι πολιτογραφημένοι εδώ και πολλοί από εμάς μένουν στην Αυστραλία για περισσότερο από 20 χρόνια.»

Συνέχισε λέγοντας πως ο τύπος είχε παρανοήσει την στάση των Ελλήνων και παρουσίασε σα να ήταν προδότες, και πως η ελληνική παρουσία στην Αυστραλία δεν θα έπρεπε να γίνει ανεκτή. Το αποτέλεσμα ήταν πως στο Καλγκούρλι δεκαπέντε καταστήματα καταστράφηκαν, ενώ ακόμη έξι καταστράφηκαν στο Μπόλντερ. Ο Michelides κατέληξε το τηλεγράφημα του εκφράζοντας το φόβο του πως μια παρόμοια μοίρα περίμενε τους Έλληνες του Περθ.

Οι ανησυχίες που ο Peter Michelides διατύπωσε και στον Βενιζέλο και στο Γενικό-Κυβερνήτη είχαν επιδεινωθεί από την παραίτηση του H.P. Downing, του επίτιμου πρόξενου της Ελλάδας στην Δυτική Αυστραλία από το 1905, στις 11 Δεκεμβρίου. Σε μια επιστολή στον Αυστραλό πρωθυπουργό, ο Downing ειλικρινά ζήτησε από την κυβέρνηση να προστατέψει επαρκώς τα πρόσωπα και την ιδιοκτησία των ντόπιων Ελλήνων, η πλειοψηφία των οποίων ήταν από τα ελληνικά νησιά και υποστήριζαν τον Βενιζέλο και ήταν «απόλυτα πιστοί» προς το σκοπό των Συμμάχων. Σύντομα μετά από αυτό, ο Downing δέχτηκε μια προσωπική παράκληση από τον Βενιζέλο να «αναλάβει τα προξενικά καθήκοντα εκ μέρους της κυβέρνησης [Βενιζέλου]».

Σύμφωνα με την αστυνομική αναφορά, περίπου μια ζημιά εφτά με εννιά χιλιάδες λίρες συνέβη στο Καλγκούρλι. Τις επόμενες εβδομάδες, ωστόσο, υπήρξαν πολυάριθμες και αντιφατικές εκτιμήσεις σχετικά από την αξία των κατεστραμμένων περιουσιών. Ο Downing υπέβαλε αιτήσεις αποζημίωσης εκ μέρους δεκαοχτώ Ελλήνων από το Καλγκούρλι και έξι από το Περθ. Αναφέρθηκε πως οι αρχές είχαν αποτύχει να παρέχει την προστασία που δικαιούνταν οι Έλληνες κάτοικοι. Μια ερευνητική επιτροπή δημιουργήθηκε, αλλά στο τέλος η Πολειτιακή Κυβέρνηση αρνήθηκε κάθε αυθύνη. Ενώ οι Ομοσπονδιακές και Πολιτειακές αρχές προσπάθησαν να μεταθέσουν την ευθύνη, παρενέβη η ελληνική κυβέρνηση, ζητώντας αποζημίωση και από τα δυο επίπεδα.

Η θέση της κυβέρνησης της Κοινοπολιτείας πάνω στο ζήτημα είχε διατυπωθεί από νωρίς. Μια εβδομάδα μετά τις ταραχές, ένας αξιωματούχος από το υπουργείο άμυνας ενημέρωσε τον υπουργό του υπθργείου παρά τω πρωθυππουργώ πως, επειδή η Ελλάδα δεν ήταν σε πόλεμο με την Αυστραλία, το ζήτημα δεν αφορούσε «εχθρικούς ξένους» αλλά μάλλον «ξεκάθαρα Πολιτειακό ζήτημα αστυνομίας», μια άποψη την οποία ο πρωθυπουργός μετέφερε στον προσωρινό Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας. Ωστόσο, ο Προσωρινός Κυβερνήτης της Δυτικής Αυστραλίας, H.B. Lefroy, αρνήθηκε κάθε ευθύνη της Πολιτείας. Στις 5 Ιανουαρίου 1917 έγραψε στο πρωθυπουργό λέγοντας πως, αν και η αστυνομία της Πολιτείας έιχε κάνει ότι ήταν δυνατό για να αποκαταστήσει την τάξη στο Καλγκούρλι και το Μπόλντερ, είχε επιβεβαιώσει πως «στρατιώτες ήταν οι πρωταίτιοι σε σχεδόν κάθε περιστατικό ταραχής αυτής της φύσης». Πρότεινε μόνο πως το υπουργείο άμυνας να πάρει τα απαραίτητα μέτρα για αποτρέψει μια αναζωπύρωση, αλλά και αμφισβήτησε πως οι ταραχές είχαν προκαλέσει κίνδυνο μεταξύ των Ελλήνων καταστηματαρχών, και ανέφερε μια έκθεση της αστυνομίας όπου δεν υπήρξαν γνωστές περιπτώσεις κινδύνου, «ούτε έχει γίνει και αίτηση για αποκατάσταση από κάποιον από αυτούς».

Ωστόσο, απαιτήσεις για αποζημίωση από τους Έλληνες καταστηματάρχες δεν άργησαν να εμφανιστούν, και έπειτα έγινε μεγάλο ζήτημα αντιπαράθεσης. Στις 20 Φεβρουαρίου, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Μελβούρνη έγραψε στο πρωθυπουργό, περικλείοντας μια επιστολή γραμμένη από τους δικηγόρους του Περθ, Downing και Downing, εκ μέρους του Thomas Metaxas, ιδιοκτήτη του Post Office Fruit Cafe στο Καλγκούρλι. Η επιστολή περιέγραφε πως το κατάστημα του Metaxas είχε υποστεί, «πολύ μεγάλη ζημιά» ως αποτέλεσμα επιδρομής ενός όχλου στρατιωτών και πολιτών. Οι Downing συμβούλεψαν τον Metaxas να πάει στη Μελβούρνη και να υποβάλει με τον Γενικό Πρόξενο αίτημα για 2210 λίρες. Η στήριξη του Πρωθυπουργού επιδιώκονταν, έγραφαν οι Downing, επειδή η κυβέρνηση της Δυτικής Αυστραλίας είχε ήδη αρνηθεί τις αιτήσεις για αποζημίωση σε σχέση με τις ταραχές του Οκτώβρη στο Περθ, με τον ισχυρισμό πως «η Κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας ήταν η κατάλληλη αρχή για να αντιμετωπίσει το ζήτημα».

Όπως αναμένονταν, το γραφείο του πρωθυπουργού μετέφερε το αίτημα του Metaxas στις στρατιωτικές αρχές στο Περθ, που πληροφόρησε τον πρωθυπουργό πως τα άτομα που εμπλέκονταν στα επεισόδια ήταν «κυρίως πολίτες». Οι συγκεντρώσεις δεν ήταν υπό καμιά έννοια στρατιωτικές, και μόνο ένας ή δυο στρατιώτες που συμμετείχαν και μόνο πολίτες είχαν διωχθεί. Για αυτό, ο υπουργός άμυνας θεωρούσε πως το υπουργείο του δεν ήταν με κανένα τρόπο υπεύθυνο για τη ζημιά, και κατά συνέπεια δεν θα έπρεπε να αναλάβει περεταίρω δράσεις. Η αναφορά μεταφέρθηκε στις 30 Μαρτίου 1917 στο Γενικό-Πρόξενο της Ελλάδας στη Μελβούρνη.

Η περιορισμένη ανάμειξη στρατιωτών δεν ήταν, ωστόσο, η θέση που υιοθετήθηκε από μια επιτροπή πολιτών του Καλγκούρλι, υπό τον Δήμαρχο, που συναντήθηκε με τον υπουργό βιομηχανίας και σιδηροδρόμων στις 10 Ιανουαρίου. Ένα μέλος είπε πως στρατιώτες όχι μόνο είχαν πάρει μέρος στις ταραχές, αλλά πως άνδρες σε χακί καθοδηγούσαν τους επιδρομείς και τους είδαν να πετούν προϊόντα έξω από τα καταστήματα προς το πλήθος. Ωστόσο ο υπουργός δεν πείστηκε. Ντόπιοι κάτοικοι είχαν «μεγάλο ρόλο» στην αναταραχή, σημείωσε, και δεν έβλεπε πως η κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας θα μπορούσε να αναλάβει το οικονομικό βάρος.

Λίγο αργότερα, ζητήθηκε από τη Γραμματεία της Κοινοπολιτεία για τη Βιομηχανία και τους Σιδηρόδρομους της Δυτικής Αυστραλίας να αξιολογήσει την εγκυρότητα των απαιτήσεων των καταστηματαρχών για τις ζημιές που έγιναν το 1916 σε Περθ, Καλγκούρλι και Μπόλντερ. Εκείνοι που υπέβαλαν αιτήματα απαιτήθηκε να υποβάλουν δηλώσεις και απογραφές των ζημιών. Πολλοί αιτούντες εξουσιοδότησαν τον Michelides να διαπραγματευτεί εκ μέρους τους, όταν όμως η Γραμματεία μείωσε τις συνολικές απαιτήσεις από 11525 λίρες σε 5413 λίρες, πολλοί καταστηματάρχες εξέφρασαν την απογοήτευση τους. Η υπόθεση σέρνονταν για ακόμη δέκα χρόνια, αλλά δεν υπήρχε αποδοχή πολιτειακής υπευθυνότητας ή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Στο βαθμό που μπορεί να επιβεβαιωθεί, οι Έλληνες καταστηματάρχες που ήταν θύματα των ταραχών του 1916 δεν αποζημιώθηκαν ποτέ από κανέναν για τις ζημιές στα καταστήματα τους.

Μια ειρωνία που περιβάλλει τις στρατιωτικής έμπνευσης αντιελληνικές ταραχές ήταν πως τουλάχιστον πέντε Έλληνες με καταγωγή από το Καστελόριζο στη Δυτική Αυστραλία είχαν καταταγεί στις Αυστραλιανές Αυτοκρατορικές Δυνάμεις στη διάρκεια του 1ου ΠΠ. Οι Jack Michael, Con Passaris, Stavros Kakulas, Michael Gunellas και Vasili Zimbulis, υπηρέτησαν όλοι τους στο εξωτερικό και συμμετείχαν σε μάχες, και οι Gunellas και Michael είναι γνωστό πως πέθαναν από επίθεση αερίου στο Δυτικό Μέτωπο.

Πολύ πριν οι πολιτικοί και γραφειοκράτες αρχίσουν να κωλυσιεργούν σχετικά με την ευθύνη τους και να υποβιβάζουν τη σοβαρότητα των ταραχών, πολλές ελληνικές οικογένειες από τα χρυσορυχεία επέλεξαν να μετακινηθούν είτε στο Περθ ή στις ανατολικές πρωτεύουσες. Στη πράξη δέκα μέρες από το περιστατικό, η πλειοψηφία των Ελλήνων του Καλγκούρλι και του Μπόλντερ μάζεψαν όσα υπάρχοντα τους έμειναν και έφυγαν, εγκαταλείποντας τα καταστήματα τους, και αφήνοντας άνεργο προσωπικό και απλήρωτες οφειλές. Ο Peter Michelides αργότερα περιέγραψε τη δυστυχία τους:

«Όλοι τους ήρθαν στο Πέρθ ως άποροι πρόσφυγες για να παρακαλέσουν τους συμπατριώτες τους να τους βοηθήσουν και να τους δώσουν καταφύγιο για τις γυναίκες και τα παιδιά τους μέχρι να βρουν δουλειά. Πολλοί βοηθήθηκαν από τους συμπατριώτες τους στο Περθ με επαρκείς πόρους για να μπορέσουν να προχωρήσουν στις Ανατολικές Πολιτείες για να ψάξουν για εργασία, ενώ άλλοι εγκατέλειψαν εντελώς την Αυστραλία. Σε όλες τις λίστες που υποβλήθηκαν [για αποζημίωση], τα ποσά αντιπροσωπεύουν πραγματική ζημία, και καμία μαρτυρία οποιουδήποτε έγινε δεκτή εύπιστα, που σε κάθε περίπτωση ξεπερνά κατά πολύ την υλική απώλεια».

Αυτή η πληθυσμιακή αλλαγή ήταν σημαντική, όχι μόνο επειδή ενίσχυσε την σημασία του Περθ ως του βασικού ελληνικού κέντρου της Πολιτείας, αλλά ενίσχυσε το αναδυόμενο μοτίβο εγκατάστασης και δικτύων που αναπτύσσονταν μέσα στη πόλη.

Η επίπτωση των ταραχών στην ελληνική παρουσία στη πόλη επιβεβαιώνεται από τα ταχυδρομικά και στατιστικά στοιχεία. Το Wise’s Western Australian Postal Directory καταγράφει το 1910 δέκα ελληνικές οικογένειες που κατοικούσαν στην οδό Χανάν, αλλά μέχρι το 1923 – εφτά χρόνια μετά τις ταραχές – μόνο δυο ελληνικές οικογένειες ζούσαν στο Καλγκούρλι. Τον Ιούνιο του 1916 υπήρχαν τουλάχιστον σαράντα οχτώ ενήλικες Έλληνες άνδρες στη περιοχή των χρυσορυχείων, αλλά ως το 1921, σύμφωνα με την απογραφή εκείνης της χρονιάς, υπήρχαν μόνο εφτά. Πολλοί Έλληνες, όπως ο Panos Pitsikas που άφησε το Καλγκούρλι για το Πέρθ το 1917, έφυγε από φόβο επανάληψης των ταραχών, και της πικρίας με την οποία το περιστατικό κηλίδωσε τις αναμνήσεις τους. αναζήτησαν περιοχές όπου υπήρχαν πολλοί άλλοι Έλληνες, που μπορούσαν να τους προσφέρουν ένα πιο ασφαλές, άνετο και λιγότερο απειλητικό περιβάλλον. Ο Michael Mangos ταξίδεψε πέρα από το Περθ σε αναζήτηση ενός τέτοιου περιβάλλοντος, και τελικά εγκαταστάθηκε στη Μελβούρνη.

Για πολλούς από τους Έλληνες πρόσφυγες από τα χρυσορυχεία, ωστόσο, η ελληνική κοινότητα του Περθ προσέφερε κάποια ασφάλεια και είχε την όλο και μεγαλύτερη ομοιότητα με μονιμότητα. Η μητροπολιτική περιοχή ήδη είχε μια περιφερειακή αδελφότητα που αντιπροσώπευε το κύριο όγκο του ελληνικού πληθυσμού της πόλης, μερικά κέντρα διασκέδασης για Έλληνες άνδρες, και έναν μόνιμο ελληνορθόδοξο ιερέα, τον Γερμανό Ιλλιού. Ωστόσο τα γεγονότα του 1916 τα οποία επηρέασαν τόσο πολύ τα μέλη του πληθυσμού της πολιτείας δεν είναι γνωστά. Το ξενοφοβικό συναίσθημα που κυριαρχούσαν στη πολιτεία αναμίχθηκαν με το πατριωτισμό που τροφοδοτήθηκε από το Μεγάλο πόλεμο σε ένα πανίσχυρο μίγμα που έβλαψε την φήμη της Δυτικής Αυστραλίας και κάποιων από τους ανθρώπους της.

https://geniusloci2017.wordpress.com/2021/09/24/kalgoorlie_alchemy/?fbclid=IwAR2SdFi7S4_KNuz1BQOGckKwLDYWqQoy6ai0dhWDRBQrnV7f4c0cgXZskNQ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου