Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

«Η Μεγάλη Απόδραση» αεροπόρων!

Μπορεί κάποιοι να θυμούνται τον αξέχαστο Στιβ ΜακΚουίν στην ταινία του 1963 «Η Μεγάλη Απόδραση», που στηρίχτηκε σε πραγματικά γεγονότα, να ορμάει προς την ελευθερία με μια μοτοσυκλέτα από το γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων αεροπόρων Στάλαγκ-Λουφτ ΙΙΙ, ελάχιστοι όμως γνωρίζουν πως ανάμεσα στους κρατούμενους που δραπέτευσαν από το στρατόπεδο αυτό κοντά στη πόλη Ζάγκαν της δυτικής Πολωνίας τον Μάρτιο του 1944, ήταν και ένας Έλληνας, ο υποσμηναγός της τότε Βασιλικής Αεροπορίας Σωτήρης Σκάντζικας.

«Ζούμε με δανεικό χρόνο, κανονικά θα έπρεπε να ήμασταν όλοι νεκροί! Ο μόνος λόγος που ο Θεός μας έδωσε αυτήν την επιπλέον παράταση είναι για να κάνουμε τη ζωή των Ούν… κόλαση»,[1] έλεγε ο Ρότζερ Μπούσελ ο μικρόσωμος επισμηναγός της RAF με καταγωγή από τη Ν. Αφρική, που οργάνωσε με κάθε λεπτομέρεια την απόδραση γνωστή ως η πλέον παράτολμη και μαζικότερη δραπέτευση αιχμαλώτων αεροπόρων στην Ευρώπη του Χίτλερ.

Λίγο μετά τις δέκα το βράδυ της 24ης Μαρτίου 1944, διακόσιοι κρατούμενοι αεροπόροι των Γερμανών θα προσπαθήσουν να αποδράσουν μέσω ενός τούνελ μήκους 102 μέτρων και πλάτους 60 εκατοστών, που έσκαβαν με μαχαίρια και πιρούνια για δεκαπέντε μήνες. Συνολικά 76 σύμμαχοι αεροπόροι θα συρθούν έως την έξοδο του τούνελ μεταξύ των οποίων και ο Σωτήρης Σκάντζικας.
Παρά το γεγονός ότι οι εβδομήντα έξι αεροπόροι αρχικά δραπέτευσαν, μόνον τρεις κατάφεραν να φτάσουν σώοι στη Βρετανία, ένας Ολλανδός και δυο Νορβηγοί. Οι υπόλοιποι συνελήφθησαν. Πενήντα δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ από την Γκεστάπο και οι σωροί τους αποτεφρώθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Σωτήρης Σκάντζικας, ο υποσμηναγός της 336 Ελληνικής Μοίρας Διώξεως, που επιχειρούσε από τη Μέση Ανατολή.

«Το απόλυτο θράσος των αιχμάλωτων αεροπόρων, η φιλοδοξία τους και η σταδιακή διαφυγή τους κατά ομάδες, έκανε την απόδραση από το Στάλαγκ-Λουφτ ΙΙΙ τόσο μοναδική», τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο ο Στιβ Ντάρλοου, συγγραφέας, εκδότης και σύμβουλος ντοκιμαντέρ ιστορικού περιεχομένου.

«Όλη αυτή η εφευρετικότητα εντός των περιορισμένων ορίων του συγκροτήματος κρατήθηκε μυστική από τους φρουρούς, και παρόλο που ανακαλύφθηκε μια από τις τρεις σήραγγες απόδρασης, δεν αποθάρρυνε τους αεροπόρους να πραγματοποιήσουν την προγραμματισμένη μαζική τους έξοδο, εστιάζοντας στη τρίτη σήραγγα», συμπληρώνει ο κ. Ντάρλοου. «Είναι πραγματικά μια συναρπαστική ιστορία ανθρώπινης προσπάθειας. Απαραίτητο είναι να μνημονεύσουμε την τραγωδία της απόδρασης, τους πενήντα που δολοφονήθηκαν» καταλήγει.

Από τις αρχές Απριλίου του 1943 με κάθε προφύλαξη είχαν αρχίσει να σκάβονται τα τρία τούνελ με καθημερινά αντικείμενα του στρατοπέδου. Χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 2.279 μαχαιροπήρουνα και κουτάλια, ακόμα και σανίδες από κρεβάτια είχαν τοποθετηθεί ως υποστυλώματα στις σήραγγες [2]. Με περισσότερα από χίλια πεντακόσια μεταλλικά δοχεία γάλακτος, που έπαιρναν από τον Ερυθρό Σταυρό οι έγκλειστοι κατασκεύασαν αγωγούς εξαερισμού για την παροχή αέρα στις σήραγγες. Το χώμα από τις εκσκαφές το μετέφεραν προσεκτικά μέσα στις τσέπες των παντελονιών τους και το άδειαζαν σε σημείο του στρατοπέδου όπου είχαν δημιουργήσει έναν δήθεν κήπο με λουλούδια. Για να μην κινούν υποψίες είχαν δώσει στα τούνελ τα προσωνύμια «Τομ», «Ντικ» και «Χάρι».

Στη συνέχεια με σειρά προτεραιότητας είχαν επιλεγεί διακόσιοι άνδρες για να διαφύγουν πρώτοι μέσα από το τούνελ «Χάρι» από τον αρχικό αριθμό εξακοσίων ανδρών που είχαν μυηθεί, αλλά καθώς ο 76ος άνδρας έβγαινε από το λαγούμι και έτρεχε προς το δάσος εντοπίστηκε από γερμανική περίπολο. Οι υπόλοιποι που περίμεναν στο παράπηγμα «104» μόλις αντιλήφθησαν ότι κάτι δεν πάει καλά προσπάθησαν επειγόντως να ξεφορτωθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, καίγοντας αυτοσχέδιους χάρτες, πλαστά έγγραφα ταυτότητας και φτυαρίζοντας απελπισμένα την είσοδο της σήραγγας.

Μια σύντομη αλλά περιπετειώδης ζωή

Ο υποσμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας Σωτήρης Σκάντζικας δεν ήταν ο μοναδικός Έλληνας έγκλειστος του Στάλαγκ-Λουφτ ΙΙΙ. Μαζί του βρισκόταν και ο διοικητής της 336 Μοίρας σμηναγός Σπύρος Διαμαντόπουλος, κρατούμενος και αυτός των Γερμανών. Και οι δυο τους είχαν αιχμαλωτιστεί μετά από αεροπορική επιδρομή στην κατεχόμενη Κρήτη σε διαφορετική χρονική στιγμή, αφού τα μονοκινητήρια καταδιωκτικά τους αεροσκάφη χτυπήθηκαν από γερμανικά αντιαεροπορικά. Αιχμάλωτοι του στρατοπέδου ήταν επίσης και άλλοι δυο Έλληνες αεροπόροι ο Ζαχαρίας Σπένδος και ο Παναγιώτης Τσιρίκογλου [3].

Όταν στις 9 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί διέσπασαν τη Γραμμή Μεταξά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, εκατοντάδες γερμανικά καταδιωκτικά με τους μαύρους αγκυλωτούς σταυρούς ξεχύθηκαν με λύσσα στην ελληνική ύπαιθρο και τα αεροδρόμια, καταστρέφοντας ό,τι είχε απομείνει από την ελληνική αεροπορία. Μόλις πέντε πολεμικά αεροσκάφη «Avro Anson» της 13ης Μοίρας Ναυτικής Συνεργασίας, και άλλα τρία εκπαιδευτικά καταφέρνουν να διαφύγουν μέσω Κρήτης, στην Αίγυπτο και Παλαιστίνη.[4] Εκεί μια χούφτα Έλληνες αεροπόροι θ’ ανασυγκροτήσουν την Πολεμική Αεροπορία με αμιγώς ελληνικές μοίρες, μέσα στη Βασιλική Αεροπορία (RAF), στην οποία υπάγονται. Οι αποφασισμένοι αυτοί άνδρες δεν θ’ αργήσουν να υψώσουν την ελληνική σημαία σε επιχειρήσεις «πετώντας σε ξένους ουρανούς», τη στιγμή που η χιτλερική σβάστικα μόλυνε τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης.

Στην Παλαιστίνη θα βρεθούν και οι μαθητές της 10ης σειράς Αξιωματικών της Σχολής Αεροπορίας (Σχολής Ικάρων), που μ’ ένα βρετανικό πλοίο κάτω από δραματικές συνθήκες είχαν διαφύγει από τις νότιες ακτές της Κρήτης λίγο πριν όλη η Ελλάδα στα τέλη Μαΐου του 1941 καταληφθεί από τους Γερμανούς. Ανάμεσα τους και ο πρωτοετής Ίκαρος Σωτήρης Σκάντζικας.

Βόρεια Αφρική, Φεβρουάριος 1943. Ο Σωτήρης Σκάντζικας, είναι πλέον ανθυποσμηναγός, πιλότος καταδιωκτικών της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας, και έχοντας πλέον αποφοιτήσει από εκπαιδευτικά σχολεία της RAF στην Ροδεσία και το Σουδάν τοποθετείται στην 336 Μοίρα Διώξεως που μόλις είχε ιδρυθεί στη Μέση Ανατολή. Υπάρχει και μια φωτογραφία. Ο Σκάντζικας μαζί με άλλους πιλότους και συμμαθητές του της 10ης Σειράς μπροστά από ένα αεροπλάνο «Χαρικέιν». Στέκεται όρθιος φορώντας το ειδικό αεροπορικό του σωσίβιο. Τέσσερις μήνες αργότερα θα είναι αιχμάλωτος των Γερμανών.

23 Ιουλίου 1943, Σίντι Μπαράνι, Λιβυκή Έρημος. Ο δημοσιογράφος Γιώργος Καράγιωργας, που έζησε πολύ κοντά τη ζωή των αεροπόρων, θεωρούσε την ημέρα αυτή ως τη μεγαλύτερη στιγμή της αεροπορίας στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Όπως γράφει στο βιβλίο του «Οι Αετοί της Ερήμου», ήταν «η ώρα που δόθηκε η διαταγή στα ελληνικά φτερά να πετάξουν για πρώτη φορά πάνω από τη σκλαβωμένη πατρίδα και ελεύθερα να σφυροκοπήσουν, να κάψουν, να εξαφανίσουν όπου συναντήσουν τον κατακτητή. Στόχος: Η Κρήτη».

Η αποστολή γνωστή ως «Επιχείρηση Θέτις» είχε διπλό στόχο. Αφενός οι Έλληνες αεροπόροι να εκδικηθούν για τη σφαγή 180 κατοίκων του χωριού Κάντανος στη δυτική Κρήτη από τους Ναζί, και αφετέρου οι Βρετανοί να παραπλανήσουν τη γερμανική διοίκηση ότι επίκειται μεγάλη αεροναυτική απόβαση στο Αιγαίο.

Πριν καλά-καλά ξημερώσει εκείνη η Παρασκευή της 23ης Ιουλίου 1943, καθώς το ολόγιομο φεγγάρι της προηγούμενης νύχτας είχε ήδη αποτραβηχτεί, ένας πελώριος κουρνιαχτός υψώθηκε στον ουρανό. Πάνω από 180 αεροπλάνα της 219ης Πτέρυγας της RAF με πιλότους απ’ όλη την Κοινοπολιτεία έβαζαν μπροστά τ’ αεροπλάνα τους. Ανάμεσά τους και ο Σωτήρης Σκάντζικας και άλλοι δεκαέξι Έλληνες αεροπόροι με καταδιωκτικά «Χαρικέιν» της 335ης και 336ης Μοίρας Διώξεως. Ήταν όλοι τους εθελοντές σε αυτή την παράτολμη επιδρομή, και είχαν κληρωθεί αυτοί που θα έπαιρναν μέρος.

Τ’ αεροπλάνα πέταξαν χαμηλά πάνω από τη Μεσόγειο θάλασσα, και μόλις οι Έλληνες αεροπόροι έπειτα από δύο και πλέον ώρες πτήσης αντίκρισαν στο βάθος τον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη πήραν ύψος. Οι στιγμές ήταν συγκλονιστικές καθώς έβλεπαν τους κάμπους και τα βουνά της σκλαβωμένης πατρίδας. Δεν θ’ αργήσουν οι προσβολές γερμανικών θέσεων.

[…] «Χτυπάμε καταυλισμούς, αυτοκίνητα, πυροβολεία και κάθε στρατιωτικό στόχο που βρίσκεται μπροστά μας. […] Ο αρχηγός της Μοίρας μου Διαμαντόπουλος πολυβολεί πρώτος φάλαγγα στρατιωτικών αυτοκινήτων, τον ακολουθούμε και βλέπουμε μέσα από τα σκοπευτικά μας τις εκρήξεις», θα διηγηθεί αργότερα ο αεροπόρος Κων. Κόκκας. […] «Σ’ ένα κτίριο δεξιά μου βλέπω καθαρά να κυματίζει η γερμανική σημαία, και μόλις προφταίνω να κάνω μια ριπή πάνω της. […] Ακριβώς δεξιά μου πετάει ο συμμαθητής μου ο Σκάντζικας και μου κάνει νόημα με τον αντίχειρα κάτω πως χτυπήθηκε. Το αεροπλάνο του είναι σκεπασμένο με λάδια που φανερώνει τι πρόκειται να συμβεί στον συνάδελφό μου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα…».[5]
«Τούνελ», η μαγική λέξη προς την ελευθερία

Όταν ο Σωτήρης Σκάντζικας κατάφερε να προσγειώσει το αεροπλάνο του με την κοιλιά μέσα σε έναν ορυμαγδό από πέτρες και σκόνη κοντά στο Ηράκλειο, δεν γνώριζε πως ο συνάδελφός του ανθυποσμηναγός Λευτέρης Αθανασάκης είχε και αυτός καταρριφθεί, και στη συνέχεια σκοτωθεί σε ανταλλαγή πυρών με γερμανική περίπολο. Αργότερα ως κρατούμενος θα μάθει πως ο Αθανασάκης έχοντας χάσει μια από τις δυο εξωτερικές βοηθητικές δεξαμενές καυσίμου λίγα μόλις λεπτά μετά την απογείωση, και παρά τις εντολές για επιστροφή στη βάση, θα συνεχίσει την αποστολή του ξέροντας ότι τα καύσιμα δεν επαρκούσαν για τον γυρισμό.

Στην επιχείρηση αυτή θα χαθούν και δυο αεροπόροι από την αδελφή 335η Μοίρα, οι επισμηνίες Μαυρίκιος Λάιτμερ και Βασίλειος Δούκας, όταν τ’ αεροσκάφη τους χτυπήθηκαν από αντιαεροπορικά.

Στο Στάλαγκ-Λουφτ ΙΙΙ, το συγκρότημα του βόρειου τομέα, απ’ όπου έγινε και η απόδραση προστέθηκε τον Ιανουάριο του 1944 και ο μοίραρχος της 336 Μοίρας σμηναγός Σπύρος Διαμαντόπουλος, που είχε καταρριφθεί σ’ επιχείρηση πολυβολισμού από χαμηλό ύψος, κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης τον Νοέμβριο του 1943. Παρά το γεγονός ότι είχε χτυπήσει σοβαρά την σπονδυλική του στήλη, κατάφερε να συρθεί έξω από το φλεγόμενο αεροπλάνο του, πριν πιαστεί αιχμάλωτος από την Γκεστάπο και οδηγηθεί σχεδόν ετοιμοθάνατος στο Τατόι και στη συνέχεια στο περιβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης αεροπόρων στην Πολωνία.

Αρκετές δεκαετίες μετά θα περιγράψει τα γεγονότα: «Μετά την αιχμαλωσία μου οδηγήθηκα τον Ιανουάριο του 1944 στο Στάλαγκ-Λουφτ ΙΙΙ. Όταν έφθασα εκεί ο Σκάντζικας με ενημέρωσε για την σήραγγα της απόδρασης, την οποία κατασκεύαζαν οι αιχμάλωτοι, που ως επί το πλείστον ανήκαν στη RAF. Σε λίγες μέρες έπιασα κι εγώ δουλειά. Η κατασκευή της σήραγγας ήταν πράγματι ένας άθλος. Ένα απίστευτο κατόρθωμα. Την όλη διαχείριση είχε αναλάβει μία επιτροπή με ειδικές γνώσεις, που συντόνιζε τις υπεύθυνες υποομάδες. Όλοι δούλευαν με μέθοδο, οργάνωση, μυστικότητα και πίστη, όπως συνηθίζεται στους άνδρες της RAF».

[…] «Όταν ήρθε η ώρα να χρησιμοποιηθεί, στις 24 Μαρτίου 1944, έγινε κλήρωση μεταξύ των αιχμαλώτων για τη σειρά εξόδου και απόδρασης. Ο Σκάντζικας ήταν από τους πρώτους “ τυχερούς” και χαιρόταν. Εγώ κληρώθηκα με τη δεύτερη σειρά. Είπα στον Σκάντζικα να αλλάξουμε σειρά. Μου απάντησε, “ Αυτό δεν γίνεται κύριε Μοίραρχε, εγώ θα φθάσω πριν από σας στην πατρίδα”».[6]

Ο Σκάντζικας ήταν 49ος στη σειρά εξόδου από το τούνελ, ενώ ο Διαμαντόπουλος 117ος.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ορισμένοι Βρετανοί αιχμάλωτοι κατάφερναν να στέλνουν μυστικά μηνύματα και πληροφορίες. Στη διάρκεια της στρατιωτικής τους εκπαίδευσης είχαν μάθει τρόπους για να διαφεύγουν πίσω από τις εχθρικές γραμμές, αλλά και πως να προωθούν κρυφά μηνύματα στη χώρα τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν και ο κρατούμενος υποσμηναγός της RAF Πίτερ Γκάρντνερ, στο Στάλαγκ-Λουφτ ΙΙΙ. Ο αεροπόρος είχε στείλει στη μητέρα του μια φαινομενικά αθώα φωτογραφία ενός άλλου αιχμαλώτου μ’ ένα κρυφό μήνυμα γραμμένο σε τσιγαρόχαρτο και τοποθετημένο ανάμεσα στο πίσω μέρος της φωτογραφίας και το χάρτινο υπόστρωμά της.[7] Το μήνυμα που τελικά παραδόθηκε στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες περιείχε αναφορές για το ηθικό των κρατουμένων και πληροφορίες για την τύχη πληρωμάτων που είχαν καταρριφθεί. Το ντοκουμέντο παρουσιάζεται φέτος για πρώτη φορά (2 Φεβρουαρίου έως 21 Ιουλίου) από τα Εθνικά Αρχεία του Κιου στο Λονδίνο, στην επέτειο των ογδόντα χρόνων από την «Μεγάλη Απόδραση».

Δώδεκα δραματικές ώρες

Καθώς ο Σωτήρης Σκάντζικας με μια ανάσα έβγαινε από το λαγούμι προς την ελευθερία εκείνο το κρύο βράδυ της 24ης Μαρτίου 1944, μια μικρή ομάδα από δραπέτες αεροπόρους του Στάλαγκ-Λουφτ ΙΙΙ κινήθηκε μαζί του. Ανάμεσά τους ήταν και ο ανθυποσμηναγός της RAF Τζίµι Τζέιµς, ένας Άγγλος πιλότος βομβαρδιστικών που είχε προσπαθήσει να αποδράσει από γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης πάνω από έντεκα φορές. Ο ίδιος αφηγήθηκε μεταπολεμικά:

«Όταν συνάντησα την ομάδα μου στο δάσος, απομακρυνθήκαμε από το στρατόπεδο με επικεφαλής τον επισμηναγό Ουίλιαμς. Ήταν μια παγερή νύχτα και πρέπει να είχαμε περπατήσει γύρω στα δέκα έξι χιλιόμετρα πριν φτάσουμε στον αντικειμενικό μας στόχο που ήταν ένας επαρχιακός σταθμός, από τον οποίο θα παίρναμε ένα τρένο με κατεύθυνση προς νότο. Ήμουν συνεπαρμένος. Το σχέδιο ήταν να φτάσουμε στην Τσεχοσλοβακία. Μετά από σύντομη παραμονή επιβιβαστήκαμε σ’ ένα τρένο ταξιδεύοντας νότια προς έναν άλλο σταθμό, κοντά στα σύνορα με την Τσεχία. Εκεί υπολογίζαμε να υπάρχει κάποιος έλεγχος, αλλά επειδή ήταν εννιά το πρωί, ο σταθμός δεν είχε ειδοποιηθεί για την απόδραση. Εδώ η ομάδα διασπάστηκε και εγώ έφυγα με τον Σκάντζικα».[8]

Θέλοντας οι δυο άνδρες ν’ αποφύγουν οποιαδήποτε γερμανική περίπολο κινήθηκαν αρχικά προς τα Γιγαντιαία Όρη, μια οροσειρά που βρίσκεται στα βόρεια της Τσέχικης Δημοκρατίας και στα νοτιοδυτικά της Πολωνίας. Εκεί όμως το χιόνι ήταν τόσο πολύ που έκανε αδύνατη τη διάσχιση και με το κρύο που επικρατούσε ήταν επίφοβη η διανυκτέρευση στην ύπαιθρο χωρίς καθόλου εξοπλισμό.

Έχοντας κάποια χρήματα και πλαστές ταυτότητες θεώρησαν πως εάν επιβιβάζονταν στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό θα μπορούσαν να διαφύγουν από την επικίνδυνη ζώνη, κάτι που αποδείχτηκε μοιραίο. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τζέιµς:

«Στα εκδοτήρια εισιτηρίων του σταθμού τρένων Χίρσμπεργκ (σ.σ. ομώνυμη πόλη στην Κάτω Σιλεσία, σήμερα ονομάζεται Γελένια Γκούρα) ένας αστυνομικός ζήτησε τα χαρτιά μας. Μόλις τα παρουσιάσαμε εκείνος τα πήρε και παρά τις διαμαρτυρίες μου μας ζήτησε να τον ακολουθήσουμε στο τμήμα. Εκεί συναντήσαμε και άλλα τέσσερα μέλη της ομάδας μας, που είχαν ήδη συλληφθεί».[9]

Συνολικά θα πιαστούν οχτώ άτομα από την ομάδα του Σκάντζικα, μόλις δώδεκα ώρες μετά την απόδρασή τους. Ύστερα από ανακρίσεις θα οδηγηθούν σε πολιτικό κρατητήριο στην πόλη Χίρσμπεργκ. Όπως ανέφερε ο Τζίµι Τζέιµς «δεν είχαμε ιδέα τι επρόκειτο να συμβεί. Μετά από λίγες ημέρες φώναξαν τέσσερα ονόματα, δύο Πολωνών, ενός Καναδού και του Σωτήρη Σκάντζικα. Τους είπαν να μαζέψουν τα πράγματά τους για να φύγουν. Πιστεύαμε ότι τους οδηγούσαν πίσω στο στρατόπεδο. Στην πραγματικότητα τους πήγαιναν για εκτέλεση».[10]

Ο υποσμηναγός Σωτήρης Σκάντζικας δολοφονήθηκε εν ψυχρώ πισώπλατα στις 30 Μαρτίου 1944 σε δασώδη περιοχή κοντά στη πόλη όπου είχε συλληφθεί. Ήταν μόλις 23 ετών. Ανάμεσα στους υπόλοιπους 49 αεροπόρους που εκτελέστηκαν επίσης από την Γκεστάπο, ήταν και ο επισμηναγός της RAF Ρότζερ Μπούσελ, o ιθύνων νους της απόδρασης, «ένας από τους σπουδαιότερους της γενιάς του», σύμφωνα με τα λόγια των ανωτέρων του. Πριν τον πόλεμο είχε σπουδάσει νομικά στο Κέμπριτζ και εργαζόταν ως δικηγόρος στο Λονδίνο.

Η λήκυθος με τη στάχτη του Σωτήρη Σκάντζικα βρίσκεται στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Πόζναν, στη Πολωνία.

Το 1947 σε δίκη εγκληματιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Αμβούργο δεκατέσσερις άνδρες, πρώην μέλη της Γκεστάπο, που είχαν ενεργό ρόλο στην δολοφονία καταδικάστηκαν σε θάνατο δια απαγχονισμού, ενώ άλλοι δυο σε ισόβια κάθειρξη.[11] Ο εκτελεστής του Σωτήρη Σκάντζικα, ένας γκεσταπίτης με το ψευδώνυμο «Λουξ», υπεύθυνος για την δολοφονία και άλλων είκοσι έξι δεν λογοδότησε ποτέ. Θεωρήθηκε νεκρός στο τέλος του πολέμου.

Το 2022 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 102 ετών και ο τελευταίος βετεράνος αεροπόρος των «Μοιρών της Ερήμου», ο πτέραρχος Κωνσταντίνος Χατζηλάκος, συνάδελφος του Σκάντζικα στην 336 Μοίρα Διώξεως στη Μέση Ανατολή.

Όπως αναφέρει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο ο γιος του, αρχιτέκτονας Αθανάσιος Χατζηλάκος, «όταν τη δεκαετία του 1980 κατασκευάστηκε ένα μνημείο για τους πεσόντες Λάκωνες αεροπόρους στο Γύθειο, την ιδιαίτερη πατρίδα του Σωτήρη Σκάντζικα, τ’ όνομα του απουσίαζε από την επιτύμβια στήλη με την δικαιολογία ότι δεν είχε σκοτωθεί με αεροπλάνο. Ο πατέρας μου διαμαρτυρήθηκε λέγοντας πως χωρίς το όνομα του, το μνημείο μόνο ζημιώνεται, διότι ο Σωτήρης Σκάντζικας έπραξε το χρέος του, τίμησε την Ελλάδα, τίμησε την αεροπορία και τη ιδιαίτερη πατρίδα του για την οποία αισθανόταν περήφανος».

Μετά από την διαμαρτυρία του πτεράρχου Κωνσταντίνου Χατζηλάκου, συμμαθητή, φίλου και συνάδελφου του Σωτήρη Σκάντζικα, τ’ όνομα προστέθηκε αργότερα.

Παραπομπές:

[1] “Squadron Leader Roger Joyce Bushell”, Pegasus Archive

[2] Πηγή: Ιστορικό τμήμα της RAF

[3] Γιώργος Καράγιωργας: «Οι Αετοί της Ερήμου»

[4] ΠΑ.ΣΥ.ΒΕΤ.Α: «Οι Μοίρες της Ερήμου»

[5] Ηλία Καρταλαμάκη: «Πετώντας σε Ξένους Ουρανούς»

[6] Aerodata.gr: Από συνομιλία του Σπύρου Διαμαντόπουλου με τον Υποπτέραρχο (Ι) ε.α. Παναγιώτη-Βαρδή Παπαδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου