
MSc in International Relations, Strategy & Security
Η Τριλογία του Δόγματος Τραμπ μέρος ΙΙΙ: Ρωσία, Κίνα και το Δόγμα Τραμπ – Ο Ανταγωνισμός των Πόλων Ισχύος
Στα δύο προηγούμενα μέρη (Η Τριλογία του Δόγματος Τραμπ : Το Δόγμα Τραμπ– Η Υψηλή Στρατηγική και η Μεγάλη Αναδιάταξη
αναλύσαμε, αρχικά, το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο εδράζεται το δόγμα Τραμπ, εστιάζοντας στην πολιτική καταναγκαστικής διπλωματίας (coercive diplomacy) και τη στρατηγική επιβολής που εφαρμόζει. Στη συνέχεια, στο δεύτερο μέρος, εξετάσαμε το στρατηγικό του πλαίσιο – την υψηλή στρατηγική του – και πώς αυτή αποσκοπεί στον επαναπροσδιορισμό του παγκόσμιου ισοζυγίου ισχύος
Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε πώς η πολιτική του εστιάζει στην επιβολή της αμερικανικής βούλησης, αξιοποιώντας εργαλεία οικονομικής, γεωπολιτικής και στρατηγικής πίεσης για να διασφαλίσει την απόλυτη συμμόρφωση των συμμάχων των ΗΠΑ. Στο δεύτερο μέρος εμβαθύναμε στην υψηλή στρατηγική του, αναλύοντας πώς η Ουάσινγκτον επιδιώκει τη διάρρηξη του σινο-ρωσικού άξονα και την γεωπολιτική ρυμούλκηση της Ρωσίας προς τη Δύση, προκειμένου να αποδυναμώσει την Κίνα και να ανασχηματίσει τη δομή της παγκόσμιας ισχύος.
Στο τρίτο μέρος, εστιάζουμε σε ένα κρίσιμο ερώτημα: έχει η Ρωσία το κίνητρο να στραφεί δυτικότερα και, αν το πράξει, πώς θα αντιδράσει η Κίνα; Για να απαντήσουμε, θα εξετάσουμε τη νέα δομή του διεθνούς συστήματος, το οποίο δεν διαμορφώνεται πλέον ως μια απλή αντιπαράθεση μεγάλων δυνάμεων, αλλά ως ένα σύστημα συνασπισμών, όπου η ισχύς αναδιανέμεται μέσα σε πολλαπλούς πόλους.
Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, είναι εάν η Ρωσία έχει πλέον το κίνητρο να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική της κατεύθυνση και να κινηθεί δυτικότερα. Για να το εξετάσουμε, θα πρέπει πρώτα να αναλύσουμε πώς έχει διαμορφωθεί το διεθνές σύστημα μέχρι σήμερα. Αυτό δεν συγκροτείται πλέον από μεμονωμένους πόλους ισχύος, αλλά από συνασπισμούς-κέντρα ισχύος, όπου η δυναμική των ισορροπιών καθορίζεται από πολλαπλούς παράγοντες. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο δυτικός συνασπισμός, υπό την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, και από την άλλη, ο άξονας του παγκόσμιου Νότου, ο οποίος διαμορφώνεται με αφορμή τη Ρωσο-Ουκρανική διένεξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, και κατά την εκτίμησή μου, η Μόσχα, παρά τη σύγκλισή της με το Πεκίνο, έχει λόγους να αισθάνεται στρατηγική δυσφορία απέναντι στην Κίνα, καθώς:
Α) Οι δύο υπερδυνάμεις μοιράζονται τον ίδιο γεωπολιτικό χώρο, γεγονός που αυξάνει τις τριβές και τις δομικές αντιπαραθέσεις μεταξύ τους.
Β) Το κέντρο ισχύος στο οποίο ανήκουν δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωμένο ηγεμόνα, δημιουργώντας ένα αβέβαιο πλαίσιο που εντείνει τον εσωτερικό τους ανταγωνισμό. Αυτή η δομική ρευστότητα αποτελεί έναν δεύτερο κρίσιμο παράγοντα πιθανής σύγκρουσης μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Ίσως, μάλιστα, αυτός να είναι και ο βασικός λόγος που η Κίνα δεν ενίσχυσε τη Ρωσία όπως αναμενόταν κατά την κορύφωση της ουκρανικής σύγκρουσης, αποσκοπώντας έμμεσα στη φθορά της. Αυτό οδήγησε τη Ρωσία να στραφεί προς τη Βόρεια Κορέα.
Ταυτόχρονα, πιθανολογώ ότι η Ρωσία, φαίνεται να έχει θέσει μια σειρά από όρους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να αποδεχθεί ένα κλείσιμο του Ουκρανικού ζητήματος στο πλαίσιο μιας νέας στρατηγικής εξισορρόπησης. Αυτοί οι όροι ενδέχεται να περιλαμβάνουν:
Γ) Την αναγνώριση της Ρωσίας ως ισότιμου πόλου στο νέο διεθνές σύστημα.
Άλλωστε, αυτή η προσέγγιση είχε διατυπωθεί ήδη από τον Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος, σε συνέντευξή του στο National Interest στις 4 Φεβρουαρίου 2016, είχε επισημάνει ότι «η Ρωσία πρέπει να γίνει ουσιαστικό στοιχείο της νέας παγκόσμιας ισορροπίας», επιβεβαιώνοντας πως η πλήρης απομόνωση της Μόσχας δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή για τη διατήρηση της παγκόσμιας σταθερότητας.
Δ) Τη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ρωσίας.
Το ουκρανικό ζήτημα, από ρωσικής πλευράς, αποτελεί υπαρξιακή απειλή, καθώς ιστορικά η Ουκρανία και οι Βαλτικές χώρες υπήρξαν «εξέδρες» εισβολών εναντίον της Ρωσίας.
Ε) Την αποκατάσταση του ρωσικού γοήτρου μέσω μιας συνθηκολόγησης άνευ όρων της Ουκρανίας.
Η Μόσχα επιδιώκει να εξέλθει από τη σύγκρουση όχι ως ηττημένη, αλλά ως δύναμη που κατάφερε να επιβάλει τους όρους της, ενισχύοντας το αφήγημά περί αντίστασης απέναντι στη ναζιστική επιθετικότητα.
Ζ) Τον διαμοιρασμό των οικονομικών ωφελημάτων μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας ενδέχεται να συνοδευτεί από μια σταδιακή επανένταξη της Μόσχας στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και πρώτων υλών, με αντάλλαγμα την αποδοχή ενός νέου status quo στην Ανατολική Ευρώπη.
Η) Τη σταδιακή άρση των δυτικών κυρώσεων. Για τη Ρωσία, η οικονομική ανακούφιση μέσω της μερικής ή συνολικής άρσης των κυρώσεων θα αποτελούσε ένα βασικό κίνητρο για τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας ασφαλείας με τη Δύση.
Εφόσον αυτή η διαδικασία προχωρήσει και η Ουάσινγκτον επιλέξει να εδραιώσει μια νέα σχέση στρατηγικής εξισορρόπησης με τη Μόσχα, δεν θα αποτελούσε έκπληξη να δούμε τον αντιπρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτείων (η ακόμη και τον Τραμπ) να στέκεται δίπλα στον Πρόεδρο Πούτιν στην εξέδρα των επισήμων κατά τη διάρκεια της παρέλασης της 9ης Μαΐου στη Μόσχα – Μια εικόνα που, από μόνη της, θα έστελνε ένα ηχηρό μήνυμα εκ μέρους των ΗΠΑ προς τη διεθνή κοινότητα και, ειδικότερα, προς τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, σε άμεση σχέση με το Δόγμα Τραμπ. Στην ανάποδη, από την πλευρά της Ρωσίας, θα είχε βαρύνουσα σημασία για τον ρόλο της στο νέο διεθνές σύστημα ισχύος, ενώ παράλληλα θα είχε ισχυρό αντίκτυπο στο εσωτερικό της χώρας, ενισχύοντας περαιτέρω το ηγετικό προφίλ του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Με βάση τα παραπάνω, η Ρωσική Ομοσπονδία θα έχει κάθε λόγο να βλέπει θετικά μια αναθέρμανση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την προϋπόθεση ότι η Ουκρανία θα επιστρέψει στη σφαίρα επιρροής της, αυτός είναι και ο λόγος που, στο δεύτερο μέρος του άρθρου, το Ουκρανικό περιγράφηκε ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης» στη δυναμική των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας. Ωστόσο, η αμερικανική εσωστρέφεια και η πόλωση στην Ευρώπη δημιουργούν ένα στρατηγικό κενό, το οποίο θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί η Κίνα, κεφαλαιοποιώντας το για την ανάκτηση της Ταϊβάν. Εάν το κύμα πολιτικών ανατροπών στη Δύση απορροφήσει την προσοχή των ΗΠΑ και της Ε.Ε., το Πεκίνο θα αποκτήσει τη μεγαλύτερη ευκαιρία να κινηθεί στρατηγικά προς την κατεύθυνση της Ταϊβάν. Ωστόσο, για να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση, πρέπει να συντρέχουν δύο βασικές προϋποθέσεις:
Πρώτο, το Ουκρανικό πρέπει να παραμένει ανοιχτό, αλλά να έχει εισέλθει στο τελικό του στάδιο. Εάν η Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί το κύριο σημείο εστίασης της διεθνούς κοινότητας, τότε η προσοχή των ΗΠΑ και, ευρύτερα, του δυτικού συνασπισμού θα είναι στραμμένη εκεί, περιορίζοντας την ικανότητά τους να αντιδράσουν αποτελεσματικά στην Ασία.
Δεύτερο, η Δύση δεν πρέπει να έχει επιτύχει πλήρη εσωτερική συσπείρωση. Εάν ο Τραμπ καταφέρει να αναδιοργανώσει το δυτικό στρατόπεδο και να το θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του, τότε το παράθυρο ευκαιρίας για το Πεκίνο θα κλείσει. Συνεπώς, η στρατηγική επιλογή της Κίνας θα είναι να δράσει πριν σταθεροποιηθεί η νέα αμερικανική ισορροπία.
Η παρούσα συγκυρία σηματοδοτεί μια περίοδο διπλής μετάβασης. Η Δύση αναδιατάσσει την εξουσία της, με τον Τραμπ να επιδιώκει την πλήρη εξάλειψη της επιρροής των Δημοκρατικών, ενώ η Κίνα αναμένει την κατάλληλη στιγμή για να κινηθεί όσο Δύση βρίσκεται σε φάση εσωτερικής αναδιάρθρωσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα δράσει πρώτος. Εάν ο Τραμπ καταφέρει γρήγορα να εξαλείψει τα εμπόδια και θέσει τον δυτικό κόσμο υπό τον έλεγχο του, το Πεκίνο χάνει το στρατηγικό του πλεονέκτημα· αν η δυτική αναδιοργάνωση καθυστερήσει, η Κίνα θα έχει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί το κενό ισχύος και να προωθήσει τις στρατηγικές της επιδιώξεις.
Η παγκόσμια ισορροπία βρίσκεται σε κομβικό σημείο. Η επόμενη διετία θα καθορίσει αν το πολυπολικό σύστημα σταθεροποιηθεί για το υπόλοιπο του 21ου αιώνα ή αν βρεθεί σε διαδικασία αναθεώρησης, ή αν οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους έναντι των υπόλοιπων υπερδυνάμεων. Καίριο ζήτημα είναι αν ο Τραμπ αποδέχεται άλλους ισότιμους πόλους ισχύος και τις αντίστοιχες σφαίρες επιρροής τους. Αν οι ΗΠΑ αναγνωρίσουν τη Ρωσία ως ανεξάρτητο και ισχυρό γεωπολιτικό παράγοντα, συνεπάγεται και την αναγνώριση της σφαίρας επιρροής της, δηλαδή της Ουκρανίας. Το ερώτημα είναι αν κάτι αντίστοιχο ισχύει και για την Κίνα σε σχέση με την Ταϊβάν.
Μήπως η επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία είναι ένας προσωρινός ελιγμός, που επιτρέπει στις ΗΠΑ να εστιάσουν στην Κίνα, αποφεύγοντας έναν διμέτωπο ανταγωνισμό; Και αν ναι, πώς επηρεάζει αυτό τη δυναμική της Ταϊβάν; Αν η Ουκρανία αναγνωρίζεται ως ρωσικός ζωτικός χώρος, αποδέχεται η Ουάσινγκτον το ίδιο αφήγημα για την Ταϊβάν και την Κίνα; Αν η απάντηση είναι αρνητική, η σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας θα κλιμακωθεί. Αντίθετα, μια πολιτική ανοχής θα μπορούσε να επιτρέψει στο Πεκίνο να κινηθεί προς την Ταϊβάν, τότε οι ισορροπίες θα επανακαθοριστούν εκ νέου, με τον διεθνή ανταγωνισμό να εισέρχεται σε νέα φάση—το ερώτημα είναι ποιος θα επιβάλει τους κανόνες του παιχνιδιού και ποιος θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί σε αυτούς.
Εκτιμώ ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, σε αντίθεση με τη διοίκηση Μπάιντεν, φαίνεται διατεθειμένος να αποδεχτεί, σε βραχυπρόθεσμο –μεσοπρόθεσμο ορίζοντα , την ύπαρξη άλλων ισότιμων πόλων ισχύος, σε γενικό πλαίσιο όπως η Ρωσία και –ως έναν βαθμό την Κίνα. Αυτή η στάση δεν πηγάζει από ιδεολογική μετατόπιση, αλλά από την αναγκαιότητα στρατηγικής διαχείρισης πολλαπλών πιέσεων που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα. Ουσιαστικά, ο Τραμπ καλείται να διαχειριστεί τρία παράλληλα «εσωτερικά» μέτωπα:
πρώτο, την εσωτερική του σύγκρουση με το «βαθύ κράτος»· δεύτερο, τις γεωπολιτικές εκκρεμότητες στην περιφέρεια των ΗΠΑ, όπως ο Παναμάς και η Γροιλανδία και τρίτο, την απείθαρχη στάση ορισμένων ευρωπαϊκών ηγεσιών που δεν ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τις νέες αμερικανικές προτεραιότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποδοχή της Κίνας (ουσιαστικά είναι εξωτερικό μέτωπο και τέταρτο ) ως προσωρινά ισότιμου πόλου δεν αποτελεί στρατηγική παραδοχή, αλλά μάλλον έναν τακτικό ελιγμό που του επιτρέπει να εξαγοράσει χρόνο και να αποφύγει τον ανταγωνισμό σε δυο μέτωπα. Η διαφορά σε σχέση με την κυβέρνηση Μπάιντεν είναι εμφανής, η άρνηση των Δημοκρατικών να αναγνωρίσουν την ύπαρξη άλλων πόλων ισχύος –με βάση τη λογική του αμερικανικού μονοκρατορισμού οδήγησε, εν μέρει, στην κρίση της Ουκρανίας. Αντίθετα, η προσέγγιση Τραμπ, αν και πραγματιστική, ενδέχεται να μετασχηματιστεί σε σκληρή στρατηγική πίεσης μόλις αποκατασταθεί η ισορροπία στα υπόλοιπα μέτωπα. Η ανοχή, λοιπόν, είναι μεν υπαρκτή, αλλά είναι και απολύτως υπολογισμένη.
Με αυτό το τρίτο μέρος, η τριλογία των άρθρων ολοκληρώνεται με μια συνολική ανάλυση της στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ, τοποθετώντας το δόγμα του στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκόσμιας γεωπολιτικής δυναμικής. Αναδείξαμε πώς η καταναγκαστική διπλωματία και η στρατηγική επιβολής καθορίζουν τη στάση του, πώς η υψηλή στρατηγική του στοχεύει στην αναδιαμόρφωση του παγκόσμιου ισοζυγίου ισχύος και, τέλος, πώς οι εξελίξεις στη Ρωσία και την Κίνα θα κρίνουν την αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης.
Το αφήγημα που χτίστηκε μέσα από αυτή την τριλογία θέτει στο επίκεντρο το ερώτημα του κατά πόσο το διεθνές σύστημα θα διατηρήσει ή θα αναθεωρήσει τη σημερινή του μορφή, ενώ παράλληλα αφήνει ανοιχτό το ζήτημα εάν η στρατηγική του Τραμπ αποτελεί μια προσαρμογή στις νέες ισορροπίες ή προετοιμασία για μια επερχόμενη αντιπαράθεση. Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον του διεθνούς συστήματος θα διαμορφωθεί από τη βούληση των δρώντων να επιβάλουν τη δική τους πραγματικότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου