Από Ιωάννα Ηλιάδη
armyvoice.gr
Οι ημερήσιες διαταγές των υπουργών Άμυνας για την 21η Απριλίου δείχνουν πώς το κράτος μιλούσε στο στράτευμα για τη χούντα και τη θέση των Ενόπλων Δυνάμεων μετά τη Μεταπολίτευση.
Η 21η Απριλίου, επέτειος του πραξικοπήματος του 1967 και της επιβολής της στρατιωτικής χούντας, δεν εμφανίζεται στις ημερήσιες διαταγές των υπουργών Εθνικής Άμυνας μόνο ως μια σκοτεινή σελίδα της ιστορίας.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έως το 2013, τα κείμενα των υπουργών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έδειξαν δύο διαφορετικούς τρόπους πολιτικής διαχείρισης της ίδιας μνήμης. Οι πρώτοι έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στη δημοκρατική νομιμότητα, στη λαϊκή κυριαρχία και στην Κύπρο ως εθνικό τραύμα. Οι δεύτεροι τόνισαν περισσότερο την εθνική ομοψυχία, την υπέρβαση των διχασμών και τη θεσμική σταθερότητα.
Η 21η Απριλίου, επέτειος του πραξικοπήματος του 1967 και της επιβολής της στρατιωτικής χούντας, εμφανίζεται στα μηνύματα των υπουργών Εθνικής Άμυνας ως σταθερό σημείο αναφοράς. Στις ημερήσιες διαταγές προς το στρατιωτικό προσωπικό, η δικτατορία παρουσιάζεται ως μαύρη σελίδα της ιστορίας, αλλά και ως αφετηρία για να οριστεί η θέση του στρατεύματος απέναντι στη Μεταπολίτευση και στη δημοκρατική νομιμότητα.
Οι διαταγές αυτές είναι επίσημα κείμενα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας προς αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, οπλίτες και πολιτικό προσωπικό. Το κράτος μιλά στο ίδιο το στράτευμα για την ημερομηνία που συνδέεται ιστορικά με τη στρατιωτική εκτροπή.
Ο Maurice Halbwachs, στο Les cadres sociaux de la mémoire, είχε γράψει ότι η μνήμη δεν επαναφέρει απλώς αυτούσιο το παρελθόν, αλλά το ανασυνθέτει μέσα από τα σχήματα του παρόντος . Κάτι τέτοιο φαίνεται και εδώ. Η χούντα ανακαλείται κάθε χρόνο όχι μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά και ως πολιτικό μάθημα για τη δημοκρατία, τη Μεταπολίτευση και τα όρια του ρόλου των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το αφιέρωμα του περιοδικού «Αρχειοτάξιο» στη Μεταπολίτευση δείχνει πόσο στενά συνδέονται ο στρατός, οι εθνικές επέτειοι, η μνήμη, η καταστολή και οι συμβολικές συγκρούσεις των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων . Στο άρθρο «Η Μεταπολίτευση στο Στρατό: Ιούλιος 1974 – Φεβρουάριος 1975» περιγράφεται η προσπάθεια να μπει ο στρατός σε νέα θέση μέσα στο δημοκρατικό καθεστώς μετά την πτώση της δικτατορίας .
Στο άρθρο της Ελένης Κουκή, «Ο επεισοδιακός εορτασμός της 25ης Μάρτη του ’78: συμβολικές συγκρούσεις της πρώιμης Μεταπολίτευσης», οι επέτειοι εμφανίζονται ως πεδίο σύγκρουσης για το ποιος εκπροσωπεί τη μνήμη και με ποιον τρόπο . Στο ΥΠΕΘΑ αυτή η διαχείριση της μνήμης περνά μέσα από τις ημερήσιες διαταγές.
Η κοινή βάση: η χούντα ως καταδικαστέα εκτροπή
Στα κείμενα υπουργών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ υπάρχει μία σταθερά. Η δικτατορία καταδικάζεται ρητά. Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης το 1992 χαρακτήριζε την επταετία «μια από τις θλιβερότερες σελίδες της ιστορίας μας», ενώ το 1993 μιλούσε για ημέρα που έμεινε «με μαύρα γράμματα» στην Ιστορία . Ο Άκης Τσοχατζόπουλος το 1997 αναφερόταν στα «δεινά» του «βάναυσου καθεστώτος» . Ο Σπήλιος Σπηλιωτόπουλος το 2005 έκανε λόγο για «μια από τις πιο θλιβερές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας» . Ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης το 2006 και το 2007 μιλούσε για «παράδειγμα προς αποφυγήν» και για σκοτεινή σελίδα που υπενθυμίζει την αξία της Δημοκρατίας . Το 2013 ο Πάνος Παναγιωτόπουλος σημείωνε ότι η δικτατορία και τα δεινά της παραμένουν έντονα χαραγμένα στην ιστορική μνήμη του ελληνικού λαού .
Η διαφορά αρχίζει από το σημείο όπου κάθε πλευρά δίνει άλλο βάρος σε αυτό το παρελθόν.
Το ΠΑΣΟΚ: δημοκρατική νομιμότητα, λαϊκή κυριαρχία, Κύπρος
Στα κείμενα υπουργών του ΠΑΣΟΚ η 21η Απριλίου συνδέεται πιο στενά με τη δημοκρατική νομιμότητα, τη λαϊκή κυριαρχία και τη σχέση στρατεύματος και κοινωνίας.
Ο Γεράσιμος Αρσένης, στο μήνυμά του για το 1995, δίνει έμφαση στη «θωράκιση και εδραίωση της πολιτικής ομαλότητας και δημοκρατικής νομιμότητας» και συνδέει τη δικτατορία με την κυπριακή τραγωδία ως αποτέλεσμα της κατάλυσης της Δημοκρατίας .
Ο Άκης Τσοχατζόπουλος το 1997 περιγράφει τις Ένοπλες Δυνάμεις ως «ένστολο τμήμα του λαού» και «αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας» . Το 1999 ξεχωρίζει τους επίορκους αξιωματικούς του 1967 από τα «στρατευμένα παιδιά του έθνους» . Το 2001 επαναφέρει την εικόνα των Ενόπλων Δυνάμεων ως «βασικού δημοκρατικού θεσμού» με κοινωνική αποδοχή.
Ο Γιάννος Παπαντωνίου το 2003 τονίζει ότι μόνο μέσα από την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος μπορούν οι Ένοπλες Δυνάμεις να εξασφαλίζουν αποτελεσματικότητα και κοινωνική αποδοχή .
Στα κείμενα αυτά η χούντα προβάλλεται ως στιγμή ρήξης ανάμεσα στον στρατό, τη Δημοκρατία και την κοινωνία. Η Μεταπολίτευση εμφανίζεται ως αποκατάσταση αυτής της σχέσης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η Κύπρος. Ο Αρσένης το 1995, ο Τσοχατζόπουλος το 1997 και το 2001, αλλά και ο Παπαντωνίου το 2003, συνδέουν τη δικτατορία με την κυπριακή τραγωδία και με το κόστος που είχε η εκτροπή για το εθνικό ζήτημα . Έτσι η 21η Απριλίου δεν εμφανίζεται μόνο ως αντιδημοκρατική τομή, αλλά και ως πολιτική επιλογή με βαρύ εθνικό αποτέλεσμα.
Η ΝΔ: εθνική ομοψυχία, ενότητα, θεσμική σταθερότητα
Στα κείμενα υπουργών της ΝΔ η χούντα επίσης καταδικάζεται, αλλά η έμφαση μετακινείται συχνότερα προς την εθνική ομοψυχία, την υπέρβαση των διχασμών και τη σταθερότητα της δημοκρατικής τάξης.
Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης το 1992 και το 1993 αναδεικνύει ως βασικό δίδαγμα την «εθνική ομοψυχία» . Ο Σπήλιος Σπηλιωτόπουλος το 2004 και το 2005 εντάσσει την επέτειο σε λόγο ενότητας λαού και Ενόπλων Δυνάμεων, μιλώντας για «άγρυπνους φρουρούς των δημοκρατικών θεσμών» και για πορεία χωρίς «διαχωριστικές γραμμές και προκαταλήψεις» .
Η ίδια γραμμή φαίνεται καθαρά στα κείμενα του Ευάγγελου Μεϊμαράκη. Το 2006 η 21η Απριλίου παρουσιάζεται ως υπενθύμιση που πρέπει να λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγήν σε μια ισχυρή δημοκρατία . Το 2007 και στα επόμενα κείμενά του δίνεται έμφαση στη θεσμική ωριμότητα, στον σεβασμό της άλλης άποψης, στην υπέρβαση των φανατισμών και στη σταθερότητα του πολιτεύματος .
Στα κείμενα αυτά το βάρος πέφτει λιγότερο στη λαϊκή κυριαρχία και περισσότερο στην ενότητα, στην πολιτική συνεννόηση και στην προστασία μιας ώριμης δημοκρατίας από επιστροφή σε παλιές εκτροπές.
Δύο πολιτικά λεξιλόγια για το ίδιο παρελθόν
Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ μιλούν για το ίδιο γεγονός με διαφορετικό πολιτικό λεξιλόγιο.
Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, η χούντα εμφανίζεται ως αρνητικό παράδειγμα για τη δημοκρατική νομιμότητα, για τη σχέση στρατού και κοινωνίας και για το τίμημα της αποκοπής από τη λαϊκή κυριαρχία. Η Κύπρος κρατά μόνιμη θέση σε αυτή την αφήγηση.
Στην περίπτωση της ΝΔ, η ίδια μνήμη οργανώνεται συχνότερα γύρω από την ομοψυχία, την υπέρβαση των διαχωρισμών, την ενότητα λαού και στρατεύματος και τη σταθερότητα του πολιτεύματος. Η χούντα παραμένει καταδικαστέα, αλλά εντάσσεται σε άλλη πολιτική έμφαση.
Αυτό φαίνεται καθαρά και στον τρόπο με τον οποίο κάθε παράταξη μιλά για τη Μεταπολίτευση. Στο Αρχειοτάξιο, το γενικό κείμενο για τα «διλήμματα της Μεταπολίτευσης» θέτει το βασικό ερώτημα της περιόδου ως δίλημμα ανάμεσα στη συνέχεια και τη ρήξη . Οι διαταγές των υπουργών Άμυνας, δεκαετίες αργότερα, επιστρέφουν στο ίδιο πρόβλημα μέσα από τον επίσημο λόγο του κράτους: πόσο βαθιά ήταν η τομή με το πραξικόπημα, ποιος είναι ο ρόλος του στρατού μετά το 1974 και με ποιο λεξιλόγιο θα οριστεί αυτή η σχέση.
Πώς οριζόταν ο ρόλος του στρατού μετά τη χούντα
Οι διαταγές απευθύνονται στο στρατιωτικό προσωπικό. Αυτό συνδέεται άμεσα με το μεταπολιτευτικό πλαίσιο που περιγράφει το Αρχειοτάξιο. Στο άρθρο «Η Μεταπολίτευση στο Στρατό: Ιούλιος 1974 – Φεβρουάριος 1975» η περίοδος μετά την πτώση της χούντας παρουσιάζεται ως προσπάθεια να ακυρωθεί η παρεμβατικότητα του στρατού και να σταθεροποιηθεί η πολιτική πρωτοκαθεδρία μέσα στο νέο δημοκρατικό καθεστώς .
Οι μεταγενέστερες διαταγές για την 21η Απριλίου συνεχίζουν αυτή τη μεταπολιτευτική εργασία σε επίπεδο λόγου και μνήμης. Δεν μιλούν μόνο για το 1967. Ορίζουν και το πώς πρέπει να σκέφτεται ο στρατός τον εαυτό του μετά το 1974.Ως «ένστολο τμήμα του λαού» στη γλώσσα του ΠΑΣΟΚ.
Ως θεσμικό στήριγμα της δημοκρατικής σταθερότητας στη γλώσσα της ΝΔ.
Η επέτειος ως κρατική διαχείριση της μνήμης
Η Ελένη Κουκή έδειξε, γράφοντας για τις συγκρούσεις γύρω από την 25η Μαρτίου του 1978, ότι οι επέτειοι της Μεταπολίτευσης ήταν χώροι σύγκρουσης για τη συμβολική κατοχή του παρελθόντος . Στην περίπτωση της 21ης Απριλίου στο ΥΠΕΘΑ, αυτή η διαχείριση παίρνει άλλη μορφή. Δεν εκτυλίσσεται στον δρόμο ή στην τοπική αυτοδιοίκηση. Περνά μέσα από το επίσημο κρατικό μήνυμα προς το στράτευμα.
Με τον όρο του Halbwachs, η μνήμη της χούντας δεν επαναλαμβάνεται αυτούσια. Ανασυντίθεται κάθε φορά από τις ανάγκες του παρόντος . Στις διαταγές των ΥΕΘΑ, άλλα στοιχεία μπαίνουν μπροστά στο ΠΑΣΟΚ, άλλα στη ΝΔ. Το ιστορικό γεγονός μένει το ίδιο. Διαφορετικό είναι το πολιτικό νόημα που του αποδίδεται.
Πώς οι υπουργοί Άμυνας όρισαν τη μνήμη της χούντας
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έως το 2013, οι υπουργοί Εθνικής Άμυνας του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δεν μίλησαν με τον ίδιο τρόπο για τη χούντα της 21ης Απριλίου. Οι πρώτοι έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στη δημοκρατική νομιμότητα, στη λαϊκή κυριαρχία, στη σχέση στρατού και κοινωνίας και στην Κύπρο ως εθνικό τραύμα. Οι δεύτεροι τόνισαν περισσότερο την εθνική ομοψυχία, την υπέρβαση των διχασμών και τη θεσμική σταθερότητα.
Η κοινή γραμμή ήταν η καταδίκη της δικτατορίας. Η διαφορά βρισκόταν στο πολιτικό νόημα που έδινε κάθε παράταξη σε αυτή τη μνήμη.
Η 21η Απριλίου εμφανίζεται έτσι στις διαταγές των ΥΕΘΑ όχι μόνο ως μνήμη ενός πραξικοπήματος, αλλά και ως ετήσια υπενθύμιση για το πώς πρέπει να ορίζεται η θέση των Ενόπλων Δυνάμεων μέσα στη Μεταπολίτευση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου