Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Η ανάλυση Λαβρόφ για Ουκρανία και Ευρώπη που «κόπηκε» από το Politico! Όλο το κείμενο

Ολόκληρη η σημαντική ανάλυση του Ρώσου ΥΠΕΞ Σ. Λαβρόφ που κόπηκε τελευταία στιγμή από το POLITICO

Επιμέλεια – Μετάφραση: Νίκος Μιχαλόπουλος
Το «Politico Europe», με έδρα τις Βρυξέλλες, ζήτησε από τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας να τοποθετηθεί κατ’ αποκλειστικότητα με ένα άρθρο – ανάλυση σχετικά με τον πόλεμο της Ουκρανίας και την Ευρώπη.

Ενώ το άρθρο του Σεργκέι Λαβρόφ δόθηκε και είχε προγραμματιστεί να δημοσιευθεί, κατόπιν απόφασης της τελευταίας στιγμής από τη συντακτική ομάδα του μέσου, η δημοσίευση ακυρώθηκε.

Η απόφαση του Politico κοινοποιήθηκε στον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας την ημέρα που βομβαρδίστηκε η Μόσχα.

Μπορεί να συμφωνείς ή να διαφωνείς με τον Λαβρόφ και με την πολιτική που υπερασπίζεται, ακόμη και με τα συμφέροντα της χώρας που εκπροσωπεί.

Όταν όμως διακηρύττεις ότι τα στάνταρ της ελευθερίας του Τύπου μπαίνουν από την Δύση, από την έδρα σου μάλιστα, τις Βρυξέλλες, οφείλεις να τα υπερασπίζεσαι.

Πόσο μάλλον όταν εσύ ο ίδιος ζητάς «κατ’ αποκλειστικότητα» την άποψη από την «άλλη πλευρά του λόφου».

Το μόνο δικαίωμα τελικά που ο αστικός Τύπος ασκεί με συνέπεια είναι να λογοκρίνει.

Ή ακόμη χειρότερα, να αυτολογοκρίνεται.

Το άρθρο – ανάλυση του Σεργκέι Λαβρόφ βρέθηκε και ακολουθεί μεταφρασμένο στα Ελληνικά

Άρθρο του Sergey Lavrov «Η Ουκρανία, η Ευρώπη και η Παγκόσμια Ασφάλεια», 19 Ιουνίου 2026

Μερικές σκέψεις σχετικά με την επίλυση της ουκρανικής κρίσης, την Ευρώπη και την παγκόσμια ασφάλεια

Σε συνάντηση στο Λονδίνο στις 7 Ιουνίου 2026, οι ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, καθώς και ο Vladimir Zelensky, διατύπωσαν πέντε προϋποθέσεις προκειμένου η Ρωσία να εξασφαλίσει μια «δίκαιη και διαρκή ειρήνη» στην Ουκρανία. Η ενωμένη Ευρώπη παρουσιάζει πλέον αυτόν τον κατάλογο απαιτήσεων ως τη βάση για διάλογο με τη Μόσχα.

Ιστορικό

Περισσότερες από δύο δεκαετίες διαπραγματεύσεων με την Ευρώπη, ως μέρος της συλλογικής Δύσης, οδηγούν σε ένα μόνο συμπέρασμα: η εμπλοκή της Ρωσίας σε διάλογο χρησίμευσε ως διπλωματικό προπέτασμα καπνού για τη γεωπολιτική επέκταση των δυτικών θεσμών, πάνω απ’ όλα του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς ανατολάς, μέχρι τα ίδια τα σύνορα της Ρωσίας.

Η συνενοχή της Ευρώπης στην υποδαύλιση της ουκρανικής κρίσης είναι αδιαμφισβήτητη. Μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ευρωπαϊκές χώρες ενορχήστρωσαν την Πορτοκαλί Επανάσταση στο Κίεβο το 2004. Για να δημιουργήσουν ένα αντιρωσικό προγεφύρωμα στην Ουκρανία, πέρασαν χρόνια εξαγοράζοντας πολιτικούς και ολόκληρα κόμματα, ξαναγράφοντας την ιστορία και τα εκπαιδευτικά προγράμματα, καλλιεργώντας και ενισχύοντας τον ουκρανικό εθνικισμό, και κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποσπάσουν την Ουκρανία από τη Ρωσία.

Το 2013, η Ευρωπαϊκή Ένωση απέρριψε κατηγορηματικά την πρότασή μας για έναν συμβιβασμό σχετικά με τη συμφωνία σύνδεσης – μια συμφωνία την οποία οι Βρυξέλλες επί μακρόν πίεζαν τον Βίκτορ Γιανουκόβιτς να υπογράψει. Αξίζει να υπενθυμιστεί: στην Ουκρανία προσφέρθηκε μονομερές άνοιγμα της αγοράς, χωρίς αμοιβαίες δεσμεύσεις – όροι που θα αποδεικνύονταν ασύμβατοι με τη συνέχιση της συμμετοχής του Κιέβου στη ζώνη ελεύθερου εμπορίου της ΚΑΚ (Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών). Όταν ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς ζήτησε αναβολή, οι Ευρωπαίοι υποκίνησαν τις ταραχές στους δρόμους, οι οποίες γρήγορα κλιμακώθηκαν σε πραξικόπημα στο Κίεβο τον Φεβρουάριο του 2014.

Η Γερμανία, η Γαλλία και η Πολωνία αποδείχθηκαν τότε εξίσου επίορκες. Αφού είχαν εγγυηθεί ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ της αντιπολίτευσης και του Βίκτορ Γιανουκόβιτς θα τηρούνταν, αποστασιοποιήθηκαν από αυτήν τη στιγμή ακριβώς που η ίδια εκείνη αντιπολίτευση, δικό τους δημιούργημα, ανέλαβε την εξουσία. «Η δημοκρατία», είπαν αδιάφορα, «παίρνει απροσδόκητες τροπές».

Στη συνέχεια, η Ευρώπη παρείχε την υποστήριξή της στις νέες αρχές. Στην Οδησσό, στις 2 Μαΐου 2014, το κάψιμο ζωντανών δεκάδων αθώων υποστηρικτών στενότερων δεσμών με τη Ρωσία δεν προκάλεσε ούτε μία λέξη καταδίκης από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Ως συν-εγγυήτριες των Συμφωνιών του Μινσκ του 2015, η Γαλλία και η Γερμανία ουσιαστικά ενθάρρυναν το ουκρανικό καθεστώς να σαμποτάρει τις ίδιες του τις δεσμεύσεις. Όπως παραδέχθηκαν αργότερα η Άνγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ – αφού είχε ήδη αρχίσει η ειδική στρατιωτική επιχείρηση – η εφαρμογή από το Κίεβο των Συμφωνιών του Μινσκ, οι οποίες είχαν εγκριθεί ομόφωνα από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, δεν αποτέλεσε ποτέ πραγματική πρόθεση. Ο στόχος, όπως παραδέχθηκαν, ήταν απλώς να κερδηθεί χρόνος: να ενισχυθούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας και να κατακλυστούν με δυτικό οπλισμό.

Η Ρωσία, από την πλευρά της, διερεύνησε κάθε διπλωματική οδό για την εκτόνωση της κρίσης ασφαλείας της Ευρώπης. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ απέρριψαν τη ρωσική πρόταση για νομικά δεσμευτικές αμοιβαίες εγγυήσεις ασφαλείας. Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ υποστήριξαν ενεργά αυτή την απόρριψη.

Μετά την έναρξη της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης, η ενωμένη Ευρώπη στήριξε τις προσπάθειες του Βρετανού Πρωθυπουργού να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις της Κωνσταντινούπολης μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Η προτροπή του Μπόρις Τζόνσον προς το Κίεβο – «μην υπογράψετε τίποτα, απλώς πολεμήστε» – έκλεισε την πόρτα στη γνήσια διπλωματία για το προβλέψιμο μέλλον.

Η σημερινή κατάσταση

Τι είναι λοιπόν αυτό που ώθησε τους Ευρωπαίους ηγέτες να αλλάξουν ξαφνικά τη ρητορική τους και να αρχίσουν να μιλούν για διαπραγματεύσεις, και τι επιδιώκουν με αυτές τις δηλώσεις;

Για παράδειγμα, η επικεφαλής της διπλωματίας της ΕΕ, Κάγια Κάλας, δήλωσε ότι σκοπός οποιουδήποτε διαλόγου με τη Ρωσία είναι να επιβληθούν οι όροι της Ευρώπης. Σε αυτούς περιλαμβάνονται: η καταβολή «αποζημιώσεων» στην Ουκρανία, η απόσυρση των στρατευμάτων από την Υπερδνειστερία και τον Νότιο Καύκασο, η κατάργηση του νόμου περί «ξένων πρακτόρων»· και η αποδοχή αυστηρών περιορισμών στο μέγεθος των Ενόπλων Δυνάμεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σύμφωνα με τη διατύπωσή της, «δεν μπορεί να υπάρξει δίκαιη και διαρκής ειρήνη χωρίς λογοδοσία της Ρωσίας». Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 19 Μαΐου 2026, εκπρόσωπος της ΕΕ διατύπωσε το σημείο αυτό με απόλυτη σαφήνεια: «η στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν αντιβαίνει στην επιδίωξη της ειρήνης, αλλά, αντίθετα, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για οποιεσδήποτε αξιόπιστες διαπραγματεύσεις που διεξάγονται με καλή πίστη».

Το σχέδιο της Ευρώπης είναι να συνομιλεί με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα προωθεί μια εκστρατεία νομικού πολέμου, η οποία ενορχηστρώνεται μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτού του κάποτε αξιοσέβαστου οργανισμού, συγκροτείται μια ολόκληρη υποδομή με αποκλειστικό σκοπό να «καταστήσει τη Ρωσία υπόλογη»: ένα Μητρώο Ζημιών, μια Επιτροπή Αξιώσεων και ένα Ειδικό Δικαστήριο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης δώσει το πράσινο φως για την κράτηση εμπορικών πλοίων στην ανοικτή θάλασσα. Έχουν ήδη σημειωθεί αρκετά περιστατικά στη Βαλτική και στον Ατλαντικό. Την ίδια στιγμή, η Δύση αποστρέφει επιμελώς το βλέμμα της από τις τρομοκρατικές πράξεις δολιοφθοράς που, σύμφωνα με το κείμενο, διαπράττονται από τις Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο.

Η πραγματική επιδίωξη των ηγετών της Ευρώπης, λοιπόν, δεν είναι να διαπραγματευθούν με τη Ρωσία. Είναι να στηρίξουν το καθεστώς Ζελένσκι και να το διατηρήσουν ως εφαλτήριο για τη συνέχιση της αντιπαράθεσης εναντίον της Ρωσίας. Με αυτόν τον στόχο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες σπεύδουν να εξασφαλίσουν κατάπαυση του πυρός το ταχύτερο δυνατό, και για έναν μόνο λόγο: να αποτρέψουν την κατάρρευση των Ενόπλων Δυνάμεων της Ουκρανίας στο πεδίο της μάχης. Το σχέδιο είναι να «παγώσει» η σύγκρουση χωρίς να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες αιτίες της και, στη συνέχεια, να αναπτυχθούν ταχύτατα στο ουκρανικό έδαφος στρατιωτικά αποσπάσματα του αγγλογαλλικού «συνασπισμού των προθύμων».

Είναι ευρέως γνωστό ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ έχουν επενδύσει το «πολιτικό τους κεφάλαιο» στην αντιπαράθεση με τη Ρωσία, διοχετεύοντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τη στήριξη του καθεστώτος του Κιέβου και για τη σημαντική αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη επιδιώκει πλέον να επιτύχει «αμυντική ετοιμότητα» έναντι της Ρωσίας έως το 2030. Μέχρι τότε, σκοπεύει να κερδίσει χρόνο με κάθε διαθέσιμο μέσο. Σε μια εντυπωσιακά ειλικρινή δήλωση τον περασμένο Απρίλιο, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Βελγίου το διατύπωσε ωμά: «Έχουμε ακόμη λίγα χρόνια. Χάρη στο θάρρος και το αίμα των Ουκρανών, οι οποίοι μας αγοράζουν αυτόν τον χρόνο».

Η ενωμένη Ευρώπη εξακολουθεί να ονειρεύεται την επέκταση. Σκοπεύει να ενσωματώσει την Ουκρανία και τη Μολδαβία, ενώ παράλληλα να προσελκύσει την Αρμενία στη σφαίρα επιρροής της. Το ΝΑΤΟ έχει ήδη επεκταθεί προς ανατολάς, ενσωματώνοντας τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Όσον αφορά την Ουκρανία, αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως η «σιδερένια γροθιά» μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης, ανεξάρτητης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ανεξάρτητης από το ΝΑΤΟ.

Κίνδυνοι για την Παγκόσμια Ασφάλεια

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί σοβαρές απειλές για την παγκόσμια ασφάλεια. Μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας θα μπορούσε να κλιμακωθεί ταχύτατα σε ανταλλαγή πυρηνικών πληγμάτων, με καταστροφικές συνέπειες.

Υπό τη σημαία της «στρατηγικής αυτονομίας», η Ευρώπη γνωρίζει μια σημαντική ενίσχυση των στρατιωτικών της δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένου και του πυρηνικού τομέα. Η πρόθεση του Παρισιού να επεκτείνει την «πυρηνική του ομπρέλα» σε αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ αποτελεί πηγή βαθιάς ανησυχίας. Αυτό δεν πρόκειται να ενισχύσει ούτε την ασφάλεια της ίδιας της Γαλλίας ούτε εκείνη των αποδεκτών της λεγόμενης προστασίας της.

Παρ’ όλα αυτά, το πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Ευρώπης εξακολουθεί να αποδίδει στη Ρωσία επιθετικά σχέδια – σχέδια που, όπως ισχυρίζεται, εκτείνονται πολύ πέρα από την Ουκρανία. Ο Πρόεδρος της Ρωσίας έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι όλα αυτά είναι ανοησίες, πρόκληση και παραπληροφόρηση, με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση κονδυλίων από τους κρατικούς προϋπολογισμούς για τον αγώνα κατά της Ρωσίας. Δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό συνιστά το κατάλληλο κλίμα για ουσιαστικό διάλογο.

Η θέση της Ρωσίας

Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, ο Βλαντίμιρ Πούτιν επανέλαβε στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης ότι η Ρωσία δεν αντιτίθεται στις επαφές με κανένα μέρος. Ωστόσο, βλέπουμε την Ευρώπη ως μια πλευρά που επιδιώκει την ήττα της Ρωσίας – στάση την οποία οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι δηλώνουν ανοιχτά. Ως εκ τούτου, ο διάλογος με την Ευρώπη δεν μπορεί να διεξάγεται σαν να επρόκειτο για έναν αμερόληπτο τρίτο παρατηρητή.

Η Ρωσία θα προτιμούσε να επιτύχει τους στόχους της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης μέσω της διπλωματίας. Αυτό προϋποθέτει την αξιόπιστη διασφάλιση της ασφάλειας κατά μήκος των δυτικών συνόρων της Ρωσίας και την εξασφάλιση του σεβασμού και της αξιοπρέπειας των πολιτών και των συμπατριωτών μας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να μιλούν τη μητρική τους ρωσική γλώσσα και να ασκούν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Περαιτέρω στρατιωτική, πολιτική και οικονομική επέκταση της Δύσης είναι απαράδεκτη, αντιβαίνει στις επιταγές ενός πολυπολικού κόσμου.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι το μοντέλο περιφερειακής ασφάλειας που οικοδομήθηκε στην Ευρώπη επί δεκαετίες, ήδη από την υιοθέτηση της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι το 1975, έχει καταστραφεί από τα ίδια τους τα χέρια. Και δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί. Πρέπει τώρα να προχωρήσουμε προς τη δημιουργία μιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας σε ολόκληρη την ήπειρο, ανοικτής σε όλες τις ευρασιατικές χώρες και ανταποκρινόμενης στη σημερινή πολυπολική πραγματικότητα.

Η αρχή της ίσης και αδιαίρετης ασφάλειας, την οποία καταπάτησαν οι ευρωατλαντιστές, μπορεί να ενσωματωθεί σε μια νέα ευρασιατική αρχιτεκτονική. Όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, και η Ευρώπη θα μπορέσει να συμμετάσχει σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια.

Το βασικό σημείο είναι ότι ένας ουσιαστικός διάλογος απαιτεί την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η οποία καταστράφηκε από τις αντιρωσικές ενέργειες της Δύσης και της Ευρώπης ως μέρους της, κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Η εμπιστοσύνη μπορεί να αποκατασταθεί μόνο μέσω συγκεκριμένων βημάτων που αποδεικνύουν μια ειλικρινή δέσμευση για απομάκρυνση από τη χρήση της διπλωματίας ως προκάλυμμα επεκτατικών φιλοδοξιών. Η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποκατασταθεί, ούτε μπορεί να επαναληφθεί ο διάλογος, μέσω τελεσιγράφων όπως εκείνο που απευθύνθηκε στη Ρωσία στο Λονδίνο στις 7 Ιουνίου 2026.

Υστερόγραφο: Αξίζει να σημειωθεί ότι το τελεσίγραφο του Λονδίνου επιβεβαιώθηκε κατηγορηματικά από τους πρεσβευτές της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας κατά τη συνάντηση στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 11 Ιουνίου 2026 – μια συνάντηση την οποία οι ίδιοι είχαν ζητήσει με ιδιαίτερη επιμονή. Αυτός ήταν και ο μοναδικός σκοπός της επίσκεψής τους στο Υπουργείο.
MILITAIRE.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου