
Η σαραντάχρονη υπηρεσιακή πορεία μας στο υπουργείο Άμυνας, που ολοκληρώθηκε στη Σχολή Εθνικής Άμυνας (ΣΕΘΑ), σε συνδυασμό με τις σαρωτικές μεταβολές από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου που αποσκοπούν στην αναμόρφωση των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) με την αποκαλούμενη «Ατζέντα 2030», ενεργοποίησε μέσα μας την ανάγκη να δημοσιοποιήσουμε την προσωπική μας μαρτυρία. Μια μαρτυρία που αποτελεί αποτέλεσμα βιωμάτων μέσα από τις πολυπληθείς επισκέψεις ή/και συνεργασίες με αντίστοιχες υπηρεσίες και Σχολές τρίτων χωρών, και βασίζεται στην ερμηνευτική αρχή που αναπτύχθηκε κατά την ελληνιστική περίοδο: «Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου ἀποσαφηνίζειν». Δηλαδή, το επιμέρους, η ΣΕΘΑ στη συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύεται από το όλον, ήτοι τον θεσμό των ΕΔ, και το όλον φωτίζεται μετά την κατανόηση του επιμέρους.
Το συμπέρασμά μας από την πολυσχιδή επαγγελματική διαδρομή μας θα το διατυπώσουμε σε μία πρόταση: Το υπουργείο Άμυνας, όπως είναι διαρθρωμένο, επιβαρύνεται με εγγενείς αδυναμίες που έχουν αναδείξει τα Γενικά Επιτελεία (ΓΕ), συμπεριλαμβανομένου του εκάστοτε υπουργού, σε δυσκίνητους, εάν όχι παραλυτικούς, γραφειοκρατικούς οργανισμούς, προσβεβλημένα από τη χρόνια νόσο του «στρατιωτικού αρχιμανδριτισμού». Πρόκειται για ομοιοπαθές νόσημα με τον εκκλησιαστικό αρχιμανδριτισμό που προάγει τους νεαρούς, άπειρους, μη χαρισματικούς, κατά κανόνα, άγαμους κληρικούς, χωρίς ιεραποστολική, μοναστηριακή και ακριτική –νησιωτική και βορειοελλαδική- εμπειρία σε μια δεσποτική τάξη ιερωμένων, παρακάμπτοντας σεβάσμιους ή/και πολυπροσοντούχους έγγαμους ιερείς. Η τάξη αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη, «ἁπλοῦν ἐργαστήριον δεσποτάδων» καὶ δὲν συντελεῖ «εἰς ἀνύψωσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γοήτρου καὶ εἰς ἀναρρίπισιν τοῦ θρησκευτικοῦ παρ΄ ἡμῖν αἰσθήματος».
Κατά παρόμοιο τρόπο, ο αξιωματικός των παραγωγικών Σχολών των ΕΔ, ακόμα και ο πιο ατάλαντος, προηγείται έναντι των υπόλοιπων στελεχών του υπουργείου με συνέπεια να ενεργοποιείται ένας αστείρευτος φαύλος κύκλος προσωρινότητας, ακινησίας και προχειρότητας, λόγω των ετήσιων κρίσεων και μεταθέσεων. Και οι δύο μορφές αρχιμανδριτισμού αναγεννώνται μέσα από τις τέφρες ενός δυσκίνητου γραφειοκρατικού υδροκεφαλισμού με τον συνωστισμό των στελεχών στις αντιπαραγωγικές κεντρικές υπηρεσίες του λεκανοπεδίου Αττικής, κατά κύριο λόγο, όπου καλλιεργούνται οι απαραίτητες γνωριμίες για την ανέλιξή τους.
Ο αρχιμανδριτισμός είναι συναφής με τους ποικιλώνυμους, διεθνώς, εξουσιαστικούς και αντιδημοκρατικούς «-ισμούς» -από τον καπιταλισμό, νεοφιλελευθερισμό και παπισμό, μέχρι τον γουοκισμό, νομικισμό, κομματισμό και νεποτισμό-, παγιώνοντας μια εξω-ελληνική νοοτροπία σε βασικό στοιχείο του κράτους, που κατατρύχει την ελλαδική κοινωνία, αφού τόσο η Εκκλησία όσο και οι ΕΔ, αποτελούν πυλώνες του υδροκεφαλικού ελλαδισμού. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις χωρών του δυτικού κόσμου, ο «αρχιμανδριτισμός» ελέγχεται μέσω της ισχυρής παράδοσης στη διάκριση των εξουσιών ή, σε χώρες όπως η Σουηδία, με τον ορισμό ανώτατων δικαστών ως Συνηγόρων του Πολίτη στις ΕΔ και στην κρατική Εκκλησία, αντιστοίχως, αφού στους θεσμικούς αυτούς φορείς, λόγω της αυστηρής ιεραρχικής δομής τους, οι αδικίες και οι αυθαιρεσίες περισσεύουν.
Στρατιωτικός αρχιμανδριτισμός
Η ΣΕΘΑ βρίσκεται στη δίνη αυτού του σαρωτικού ρεύματος του στρατιωτικού αρχιμανδριτισμού, γι΄ αυτό όλες οι κατά καιρούς αναθεωρήσεις του οργανογράμματός της, παρέμειναν προσπάθειες ενίσχυσης και όχι εξάλειψης αυτής της διαβρωτικής παθογένειας. Θα αναφέρομε πέντε στοιχεία, ως επιβεβαιωτικά της επισήμανσής μας.
1. Οι ακαδημαϊκές θέσεις, όπως του Υποδιοικητή, του Διευθυντή Σπουδών, του Τμηματάρχη Μελετών και του Τμηματάρχη Προγράμματος, καλύπτονται, παγίως, από επιχειρησιακούς αξιωματικούς, ενίοτε, δίχως οι κατέχοντες να έχουν φοιτήσει στη Σχολή, πολλώ δε μάλλον να κατέχουν ακαδημαϊκή κατάρτηση και εμπειρία, κατά παρέκκλιση του ίδιου του οργανογράμματός της.
2. Σε αυτό το θεωρούμενο ανώτατο ίδρυμα των ΕΔ, δεν προβλέπεται ούτε μία οργανική θέση προσοντούχου και με ακαδημαϊκές περγαμηνές στελέχους, εκτός του συντεχνιακού κύκλου των επιχειρησιακών.
3. Το ακαδημαϊκό πρόγραμμα χαρακτηρίζεται από ακαμψία και παραμένει δέσμιο μιας μοναδικής εφεύρεσης, της «δέσμης», ήτοι της ανάθεσης σε πανεπιστημιακό καθηγητή της διδακτέας ύλης ανά γνωστικό αντικείμενο, στο πλαίσιο της παρωχημένης από καθέδρας διδασκαλίας, των διαλέξεων, που συμπληρώνονται από φλύαρες σεμιναριακές συναντήσεις. Η εισήγησή μας για τη δημιουργία ενός ακαδημαϊκού μητρώου εξειδικευμένων διαλεκτών από όλο τον Ελληνισμό –Ελλάδα, Κύπρο, διασπορά-, ώστε η εκπαίδευση να γίνεται και διαδικτυακά σε στοχευμένα μαθήματα που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία, παρέμεινε ατελέσφορη.
4. Η Σχολή δίνει την αίσθηση μουσειακού χώρου και όχι ακαδημαϊκού ιδρύματος, φωτεινό κατάλοιπο μιας άλλης εποχής που η εκπαίδευση ήταν αμιγώς επιχειρησιακή, με προθήκες στους κεντρικούς διαδρόμους πεπαλαιωμένων οπλικών αντικειμένων –παλαιότερα είχαν τοποθετηθεί και ογκώδη βλήματα πυροβολικού-, και με τις φωτογραφίες διατελεσάντων διοικητών, καθώς και «οικογενειακές» των σπουδαστών όλων των περασμένων εκπαιδευτικών σειρών. Αυτή η μουντή εικόνα, συνειρμικά, επιβεβαιώνει μια παρελθοντική αντίληψη, που καθηλώνει και δεν εξυψώνει τον σπουδαστή, σε πλήρη αντίθεση με τη διεθνή εμπειρία. Μια εικόνα που ταυτίζεται με τη μειονεξία, χωρίς πρωτογενή έρευνα, χωρίς αυτοδύναμο ακαδημαϊκό προσωπικό που να συνεργάζεται με ομολόγους χωρών που αποτελούν στρατηγικούς εταίρους μας, όπως κατ΄ επανάληψη έχουν ζητήσει για την από κοινού συγγραφή μελετών που θα εδραιώνουν τις δια-κρατικές σχέσεις. Μια εικόνα που συμπληρώνει η μουσειακή βιβλιοθήκη, χωρίς διαδικτυακή υποδομή, χωρίς σύνδεση με δεξαμενές σκέψεις, ώστε να υπάρχει άμεση πρόσβαση στα εγκυρότερα διεθνολογικά περιοδικά, που στελεχώνεται με εναλλασσόμενους οπλίτες και με τη μοναδική εξειδικευμένη βιβλιοθηκάριο, διδακτορικού μάλιστα επιπέδου, να εξαναγκάζεται σε παραίτηση, λόγω της πλήρους απαξίωσής της. Και τούτο, διότι η Σχολή παραμένει στην παρωχημένη αντίληψη παροχής γενικευμένης γνώσης υπό τη μορφή διαλέξεων και ομιλιών από «προσωπικότητες», όπως, μεταξύ των άλλων, από πολιτικούς, Αρχηγούς ΓΕ και δημοσιογράφους.
5. Η Σχολή παραμένει καθηλωμένη στην παροχή ψηγμάτων εγκυκλοπαιδικής γνώσης, που εύκολα ανευρίσκεται ως πληροφορία σε ανοικτές πηγές, και όχι στη μεθοδολογία κριτικής σκέψης μέσω παιγνίων εφαρμοσμένης στρατηγικής. Στο πνεύμα αυτό, αναπτύχθηκε, με εμμονικό τρόπο, η προτεραιότητα στην απόκτηση πτυχίων γενικευμένης γνώσης και στην ανάδειξη της Σχολής σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, για να παρέχει η ίδια μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, ώστε να διαιωνίζεται το καθεστώς του στρατιωτικού αρχιμανδριτισμού, αφού δεν συνδυάστηκε με μέτρα ουσιαστικής αναβάθμισης, όπως είναι η ίδρυση μιας δεξαμενής σκέψης εντός της Σχολής. Με τον τρόπο αυτό η Σχολή αδυνατεί να εξελιχθεί σε αυτό που έπρεπε να είναι∙ ένα εργαστήρι κριτικής σκέψης για παραγωγή ηγετών. Μάταια ο Κωστής Παλαμάς μας προειδοποιεί με τη διαχρονικής αξίας αρθρογραφία του: «Μακρυὰ ἀπὸ τὴ λέπρα τῶν γενικοτήτων! Ὅπου γενικότης, ἐκεῖ καὶ ἐπιπολαιότης. Διὰ νὰ εἶναι τις ἐμβριθής, πρέπει νὰ ἐγκύπτη εἰς βαθεῖαν τῶν πραγμάτων μελέτην» («Η Τέχνη», Απρίλης 1899).
Ως μέτρο σύγκρισης για την εξαγωγή εδραιωμένων συμπερασμάτων, αναφέρομε την αντίστοιχη Σχολή των τουρκικών ΕΔ, στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη, που συγκροτείται από ξεχωριστά κτήρια, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το κτήριο των «Παιγνίων»∙ απτό δείγμα της κριτικής/εφαρμοσμένης αντίληψης περί την εκπαίδευση και όχι της καθηλωτικής θεωρητικής. Πρόκειται για μια Σχολή που συναγωνίζεται σε υποδομές τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο και δεν θυμίζει απολύτως τίποτε από στρατιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Ενδεικτικό στοιχείο αυτής της νοοτροπίας είναι οι ευμεγέθεις πίνακες, αποκλειστικά, από τοπία της αιγαιακής χώρας, που είναι αναρτημένοι στους κεντρικούς διαδρόμους της, προσδιορίζοντας με εμφαντικό τρόπο το κέντρο βάρους της εθνικής πολιτικής τους, που είναι το Αιγαίο, τόσο στους εγχώριους όσο και στους δεκάδες ξένους σπουδαστές, όπως γίναμε μάρτυρες αυτής της στρατηγικής αντίληψής τους κατά την επίσκεψή μας ως μέλη μιας Νατοϊκής συνάντησης εργασίας. Η εισήγησή μας, κατά το παρελθόν, να προσαρμοστεί η Σχολή στη σύγχρονη απαιτητική εποχή, με αναγκαίο “face lifting”, όπως είναι η τοποθέτηση ευμεγεθών πινάκων που θα απεικονίζουν τη θεσπέσια ελληνική φύση, ακόμα και πινάκων επώνυμων Ελλήνων ζωγράφων σε “rotation”, αγνοήθηκε, κατά τη συνήθη πρακτική.
Πλεονασμός «αρίστων», έλλειμμα αριστείας
Η Σχολή ως έχει, διαιωνίζει την εγγενή αδυναμία της: στερείται στρατηγικού προσανατολισμού, διότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμά της δεν απαντά στο καίριο ερώτημα, «τι είδους αξιωματικό επιθυμούμε», γι΄ αυτό παραμένει στο επίπεδο παροχής αδρομερούς γνώσης και όχι στοχευμένης που θα οξύνει την κριτική αντίληψη, με συνέπεια να μην είναι ελκυστική σε ξένους σπουδαστές, με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις των «φτωχών συγγενών» μας. Και τον σπουδαστή αξιωματικό τον επιβραβεύει a priori με «άριστα» στη βαθμολογική κλίμακα του 100, χωρίς το ενδεχόμενο αποτυχίας, μια παγκόσμια και αυτή πρωτοτυπία, αφού ο «αρχιμανδριτισμός» έχει ταυτιστεί με ικανότητα και αριστεία.
Αυτή η πρακτική διαιωνίζει την ψευδαίσθηση του ικανού και καταρτισμένου αξιωματικού, που τον διακοσμεί με τα ίδια, για όλους ανεξαιρέτως, πληθωρικά παράσημα στη στολή και του καλλιεργεί προσδοκίες, εάν όχι απαιτήσεις, για να καταλάβει θέσεις ανώτατης Ηγεσίας. Μια ψευδαίσθηση που εξηγεί φαινόμενα, όπως είναι τα ακόλουθα: (α) ο υπερπληθυσμός των ανωτάτων που ενεργοποιεί την υπερδιόγκωση των Επιτελείων, (β) η άρνηση πρόσκλησης ως ομιλητών, εκείνων εκ της Ηγεσίας που η θητεία τους ταυτίστηκε με σημαντικές αποτυχίες (Ίμια, Λιβύη, Στεφανοβίκειο κ.ά.), ως άσκηση εφαρμοσμένης στρατηγικής, με εξαίρεση ενός Α/ΓΕΕΘΑ που αυτοπροσκλήθηκε, (γ) η άρνηση πρόσκλησης ως ομιλητών όσων εκ της Ηγεσίας μεταπήδησαν στην πολιτική, για να μεταφέρουν την εμπειρία τους από τα θετικά και αρνητικά αυτής της πρακτικής για το κύρος των ΕΔ και την αποτελεσματικότητα της διοίκησης, όπως είχαμε και για τις δύο αυτές περιπτώσεις προτείνει, και (δ) η εμμονή των αποστράτων στελεχών να προσθέσουν τον τίτλο του στρατηγού, και αντίστοιχων βαθμών, που τον διεκδικούν με αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. Και ως «στρατηγός», διεκδικεί το δικαίωμα ένταξης στον κύκλο των προβεβλημένων, που αποδίδονται με τον νεολογισμό του «δημόσιου διανοούμενου» (αγγλιστί public intellectual), γεμίζοντας τα πάνελ των «έγκριτων» αναλυτών με απόψεις επί παντός επιστητού.
Η ελληνική απόκλιση
Μεταφέροντας τη διεθνή εμπειρία μας, επισημαίνουμε ότι το διεθνές ενδιαφέρον συμμάχων και μη, επικεντρώνεται σε πέντε βασικά ζητήματα, που η ΣΕΘΑ επιδεικνύει αδυναμία προσαρμογής, παραμένοντας στον αποσπασματικό τρόπο παροχής γενικής εκπαίδευσης. Ήτοι: α) κριτική σκέψη, β) ανθεκτικότητα (resilience), γ) πολιτισμική ανάλυση, που αγγλιστί αποδίδεται ως “cultural awareness” και “strategic empathy”, δ) η διατροφική συνιστώσα της ασφάλειας, όπως ανέδειξε περίτρανα ο πόλεμος στην Ουκρανία και, δευτερευόντως, στο Ιράν, και ε) Στρατηγική σε όλες τις συνιστώσες της, όπως: στρατηγικές συμπράξεις και συμμαχίες, στρατηγική κουλτούρα ως η βάση της εθνικής ασφάλειας, στρατηγική εμπάθεια (=εν + -παθής από έπαθον, ρ. πάσχω=κατανοώ πλήρως τον άλλον), στρατηγικός συναγωνισμός (strategic competition) ή/και στην πιο οξεία μορφή του ως στρατηγικός ανταγωνισμός/αντιζηλία (strategic rivalry), που έχουν εξελιχθεί σε ανεξάρτητα γνωστικά πεδία μελέτης.
Γίνε μέλος του militaire.gr κάνοντας κλικ ΕΔΩ – Μάθε τι κερδίζεις
Οι επανειλημμένες πρωτοβουλίες μας να αναδείξουμε τη Στρατηγική σε πυλώνα ακαδημαϊκής γνώσης και εφαρμοσμένης πρακτικής, δεν είχαν ανταπόκριση. Ενδεικτικά αναφέρω δύο περιπτώσεις. Πρώτον, τη συλλογική αρθρογραφία μας με ακαδημαϊκούς από το Ηνωμένο Βασίλειο-Η.Β. (Georgios Mourtos, Fotios Moustakis, Tracey German), τιτλοφορούμενη, “The Dominance of Strategy and the Deficit of Strategic Thinking”, που δημοσιεύτηκε σε ένα διεθνούς κύρους περιοδικό (The Naval Review, autumn 2020), και είχε ευρεία διεθνή απήχηση, το οποίο, με πρωτοβουλία μας, αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό της ΣΕΘΑ, χωρίς περαιτέρω αξιοποίηση. Δεύτερον, η ομιλία μας με θέμα, «Το έλλειμμα στρατηγικής κουλτούρας στην Ελλάδα-Η πραγματική απειλή», που δόθηκε στο Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών Ελλάδος (16-03-2023), αγνοήθηκε από τα Επιτελεία, που είχαν προσκληθεί να αποστείλουν στελέχη τους.
Η αδυναμία επιστημονικής ανάλυσης της Στρατηγικής, οδηγεί σε παρερμηνείες εθνικής στρατηγικής με χαρακτηριστικότερη την έννοια της «αποτροπής», που στη χώρα μας εξισώνεται με την άμυνα και ταυτίζεται με τη status quo χώρα, που υπερηφάνως προβάλουμε ενώ, αρχαιόθεν, αποτροπή σημαίνει επίθεση, ώστε να αποτρέπεται ο άλλος όπως, άλλωστε, ο όρος ετυμολογείται στα λατινικά. Η αδυναμία αυτή έχει προσβάλει και τη ΣΕΘΑ, με το διεθνές δίκαιο να υποσκελίζει τη στρατηγική ανάλυση. Οι προσπάθειές μας να εισάγουμε τις προαναφερόμενες έννοιες, στις οποίες είναι εστιασμένο το διεθνές ενδιαφέρον, στη διδακτέα ύλη με εξειδικευμένο και συστηματικό τρόπο, δεν καρποφόρησαν.
Αναφορικά με την κριτική σκέψη, είχαμε προτείνει και είχε γίνει αποδεκτό από την Ηγεσία του ΓΕΕΘΑ η εισαγωγή της διδασκαλίας της, που διήρκησε μόλις μια διετία, διότι ο νεοτοποθετηθείς επιχειρησιακός στο Τμήμα Προγράμματος, την κατήργησε με διατακτικό τρόπο, ως μη αναγκαία. Ωστόσο, διασώσαμε τη μεθοδολογία κριτικής σκέψης σε όσους εκ των σπουδαστών παρακολουθούν το παρεχόμενο, από το βρετανικό πανεπιστήμιο Plymouth, Μεταπτυχιακό, στους οποίους διανέμεται ευσύνοπτο εγχειρίδιο, το οποίο συγγράψαμε ειδικά για τον Έλληνα αξιωματικό.
Η «ανθεκτικότητα» έχει ηπιότερη αντιμετώπιση αλλά δεν εστιάζεται στην πραγματική της διάσταση, που δεν είναι η στρατιωτική αλλά καλύπτει ευρύ φάσμα γνωρισμάτων ασφάλειας, όπως αναδείξαμε στην τιτλοφορούμενη “Understanding Resilience – Critical lessons from the past” ομιλία μας στην ομάδα εργασίας του ΝΑΤΟ, που διοργάνωσε το ΓΕΕΘΑ στη ΛΑΕΔ (23-25 Μαΐου 2023), και δημοσιεύσαμε στο επίσημο έντυπο της Σχολής, χωρίς καμία συνέχεια. Η ανθεκτικότητα δεν περιορίζεται στη στρατιωτική αντιμετώπιση του αντιπάλου αλλά, πρωτίστως, περιλαμβάνει την ακτινογράφησή του σε όλες τις πτυχές –γεωμορφολογία, ιστορία, πολιτισμός, νοοτροπία-, που αποδίδεται με τον αγγλοποιημένο ελληνικό νεολογισμό, “strategic empathy”.
Τελευταία, αναπτύσσεται διεθνώς το ενδιαφέρον μελέτης της διατροφικής ασφάλειας, ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος τομέας για την Ελλάδα, που ακολουθεί μια ταχεία εξελισσόμενη καθοδική πορεία με πολιτικές και πρακτικές ιδιαίτερα εμφανείς ως προς την αναποτελεσματικότητά τους σε όσους εξ ημών κατάγονται από γεωργοκτηνοτροφικές περιοχές.
Η ελλιπής αναβάθμιση
Προ εικοσαετίας, περίπου, επιχειρήθηκε η αναβάθμιση της Σχολής με τη συνεργασία τού βρετανικού Πανεπιστημίου Plymouth, στην οποία πρωτοστατήσαμε. Η επιλογή αυτή έγινε για τρεις λόγους: (α) το Πανεπιστήμιο είχε ειδική εμπειρία στην εκπαίδευση στελεχών των ΕΔ, αφού είχε την αποκλειστικότητα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης στη Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων και των Ειδικών Δυνάμεων του Η.Β., (β) το Μεταπτυχιακό αφορούσε στην Εφαρμοσμένη και όχι Θεωρητική Στρατηγική, με έμφαση στην κριτική σκέψη, (γ) ο επιστημονικός σύνδεσμος ήταν Έλληνας καθηγητής του Plymouth, γνώστης τόσο της βρετανικής όσο και της ελληνικής πραγματικότητας, (δ) το Πανεπιστήμιο είχε αναπτύξει εδραιωμένες στρατηγικές σχέσεις με μεγάλους φορείς του Η.Β., όπως είναι οι Έλληνες εφοπλιστές του Λονδίνου, από τους οποίους εξασφάλισε υποτροφίες για τους συμμετέχοντες στο Μεταπτυχιακό της ΣΕΘΑ αξιωματικούς του ΠΝ και του Λ.Σ., (ε) το Πανεπιστήμιο ανέλαβε, μεταξύ των άλλων, την υποχρέωση μερικής κάλυψης των εξόδων του ετήσιου εκπαιδευτικού ταξιδιού όλων των σπουδαστών κανονικής φοίτησης της ΣΕΘΑ στην Κρήτη, τη διδασκαλία του κρίσιμου για τη χώρα μας γνωστικού αντικειμένου της «θαλάσσιας ασφάλειας» (“maritime security”), τη διοργάνωση και κάλυψη των εξόδων διεθνών συνεδρίων, την έκδοση διεθνούς περιοδικού και την πρόσκληση διεθνούς κύρους ομιλητών, πρωτοβουλίες που μερικώς υλοποιήθηκαν, λόγω αδυναμιών της Σχολής.
Επισημαίνεται ότι η συνεργασία ΣΕΘΑ-Plymouth, αποσκοπούσε εξαρχής στη μετακένωση της βρετανικής τεχνογνωσίας, ώστε η Σχολή να καταστεί αυτοδύναμος πόλος με διεθνή ακτινοβολία. Σε αυτό το πνεύμα, το Πανεπιστήμιο, συνεκτιμώντας την ακαδημαϊκή μας συγκρότηση και συνεισφορά, μας ενέταξε στο ακαδημαϊκό προσωπικό του ως Επίτιμου Καθηγητή Στρατηγικής, μια αμισθί αλλά άκρως τιμητική θέση. Στον αντίποδα της βρετανικής στάσης, παραμένει η ΣΕΘΑ, λόγω του διαβρωτικού στρατιωτικού αρχιμανδριτισμού, η οποία, κατά την αφυπηρέτησή μας, μας απένειμε τον τίτλο του «επίτιμου τμηματάρχη Γραμματείας ΣΕΘΑ», χωρίς το ελάχιστο, μια αναμνηστική πλακέτα για τη σαραντάχρονη υπηρεσία μας στις ΕΔ, που κατά συρροή χορηγείται στους επιχειρησιακούς, και συνοδεύεται με επαινετικές αναφορές για τη συνεισφορά τους, σε κάθε βραχύβιας διάρκειας υπηρεσιακό πέρασμά τους.
Η παθογενής αυτή νοοτροπία του αρχιμανδριτισμού δεν ακυρώνει το όμορφο ταξίδι μας στις ΕΔ, που μας προσέφερε την ανεκτίμητη διεθνή εμπειρία, προσωπική ολοκλήρωση και, το σημαντικότερο, την απεριόριστη εκτίμηση της εκάστοτε Ιεραρχίας, σε βαθμό υπερβολής, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα με τη διατήρηση προσωπικών σχέσεων.
Παρά τις εγγενείς αδυναμίες τής Σχολής, η συνεργασία ΣΕΘΑ-Πανεπιστημίου Plymouth, άγγιξε τα όρια της στρατηγικής σύμπραξης, λόγω τυχαίων περιστατικών και όχι ως αποτέλεσμα στρατηγικής στόχευσης· γι΄ αυτό, η συνέχειά της δεν είναι δεδομένη. Κοινωνό των ανησυχιών, με τις προτάσεις μας, καταστήσαμε την ανώτατη φυσική Ηγεσία των Ε.Δ., με την υποβολή επιστημονικά τεκμηριωμένου Υπομνήματος, που συνοδευόταν από 60 και πλέον βιβλιογραφικές αναφορές, τον Αύγουστο 2024, το οποίο, κατά την πάγια ελλαδική πρακτική, δεν έτυχε απαντήσεως, πολλώ δε μάλλον αξιοποιήσεως.
Η ΣΕΘΑ παραμένει ένας μεγάλος ασθενής των ΕΔ, προσβεβλημένος από χρόνιο νόσημα. Και τούτο, διότι αδυνατεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ στρατηγού και ηγέτη. Και ο καλός στρατηγός δεν συνεπάγεται και τον καλό ηγέτη αν, πρώτα, δεν αποκτήσει στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους οξυδερκείς στρατηγιστές. Το παράδειγμα του πιο δοξασμένου στρατιώτη των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια στρατιωτική ιδιοφυία, του στρατηγού Ντάγκλας ΜακΆρθουρ (Douglas MacArthur), ξεχωρίζει ως προς την αδυναμία του να εξελιχθεί σε ηγέτη, με τις άκριτες αποφάσεις του που στοχοποιούσαν την Κίνα και την ενέπλεξαν τελικά στον πόλεμο της Κορέας, αναγκάζοντας τον Πρόεδρο Χάρυ Τρούμαν (Harry S. Truman) να προβεί στην πρόωρη αποστρατεία του.
Την έντονη ανησυχία του για τη διαβρωτική ασθένεια της ΣΕΘΑ εξέφρασε σε άρθρο ο στρατηγός ε.α. Π. Μαυρόπουλος, που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο “militaire.gr”, με τον χαρακτηριστικό τίτλο, “Ζητείται ένα θαύμα για την ΣΕΘΑ”. Στην απαντητική μας επιστολή με τίτλο “Κι όμως, γίνονται και θαύματα στη ΣΕΘΑ” (23-02-2017), αφήναμε χαραμάδα αισιοδοξίας, λόγω της υποσχόμενης βρετανικής συνεργασίας, αλλά η πρόβλεψή μας δεν άφηνε πολλά περιθώρια, και καταλήγαμε:
Γράφοντας τις αράδες αυτές, με κατακλύζει η διαίσθηση ότι γράφω το Ρέκβιεμ μιας ακαδημαϊκής προσπάθειας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το θαύμα μιας στρατηγικής συνεργασίας. Τα φίλια πυρά ακατάπαυστα και ισοπεδωτικά. Το «Τετέλεσται» φαντάζει πολύ κοντά!
Και το «Τετέλεσται» φαίνεται πως έχει επέλθει με την «Ατζέντα 2030», που πολυδιαφημίζεται ως η εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση των ΕΔ.
Η αναποδογυρισμένη πυραμίδα
Το σοβαρό έλλειμμα στρατηγικής σκέψης, επέφερε μια παγκόσμια, ίσως, πρωτοτυπία με τη νέα νομοθετική ρύθμιση που προαναφέραμε∙ την ανατροπή της πυραμίδας. Επισημαίνεται ότι η στρατιωτική πυραμίδα, όταν οι θεσμοί του κράτους εμφορούνται από οξυμένη στρατηγική αντίληψη, που αποδίδεται ως στρατηγική κουλτούρα, κτίζεται με βάση τους τρεις βασικούς φορείς εκπαίδευσης των στελεχών των ΕΔ: η βάση της αποτελείται από τις παραγωγικές Σχολές, στις οποίες εδραιώνονται τα θεμέλια των ΕΔ με τη σμίλευση των δοκίμων αξιωματικών σε ικανούς στρατιώτες. Από το σύνολο αυτό, ξεχωρίζουν οι ικανότεροι, οι οποίοι συμπληρώνουν το πυραμιδοειδές σώμα των ΕΔ με τη φοίτησή τους στις δύο διακλαδικές Σχολές: την ΑΔΙΣΠΟ (Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου) στη Θεσσαλονίκη και τη ΣΕΘΑ στην Αθήνα. Στις παραγωγικές Σχολές προετοιμάζονται οι στρατηγοί, δηλαδή οι επιχειρησιακοί, ενώ στην ΑΔΙΣΠΟ, οι στρατηγιστές, ήτοι στελέχη με διευρυμένους γνωστικούς ορίζοντες, οι «εμπαθείς» με βαθιά διείσδυση στην ψυχολογία των τρίτων –συμμάχων και αντιπάλων-, και με ικανότητα να εκπληρώνουν καθήκοντα και αποστολές πέραν των αμιγώς επιχειρησιακών σε ένα απαιτητικό και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον ασφάλειας. Και η πυραμίδα ολοκληρώνεται με τους ικανότερους εκ των στρατηγιστών, οι οποίοι θα αποτελέσουν τους ηγήτορες, κατόπιν επιλογής –τόσο με εξετάσεις όσο και με μοριοδότηση με βάση τα ετήσια φύλλα ποιότητάς τους-, για φοίτηση στη ΣΕΘΑ.
Ηγέτης είναι εκείνος που συνδυάζει τις ιδιότητες του στρατηγού, του στρατηγιστή και του ευρυμαθούς με οξεία αντίληψη αξιωματικού. Ο Πρώσος Κλαούζεβιτς ομίλησε για την αναγκαιότητα των «φιλοσόφων στρατηγών» (φιλόσοφοι, υπό την έννοια της ευρυμάθειας και κριτικής αντίληψης), και ο Βρετανός Λίντελ Χαρτ προχώρησε τη σκέψη τού Κλαούζεβιτς περαιτέρω, εισάγοντας τον όρο «Υψηλή Στρατηγική», που είναι το πεδίο άσκησης των ηγετών-φιλοσόφων στρατηγών. Ειδάλλως, οι ΕΔ καθοδηγούνται από διαχειριστές γραφειοκράτες που αναζητούν την εύνοια του πολιτικού.
Είναι φανερό ότι η παιδεία αποτελεί το θεμέλιο της εθνικής ασφάλειας, διότι, κατά τον νομπελίστα Γιώργο Σεφέρη, «εἶναι ὁ κυβερνήτης τοῦ βίου […] καὶ μιὰ κακὴ παιδεία εἶναι μιὰ βιομηχανία ποὺ παράγει τοὺς ψευτομορφωμένους καὶ τοὺς νεόπλουτους τῆς μάθησης, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια κίβδηλη συμπεριφορὰ μὲ τοὺς νεόπλουτους τοῦ χρήματος […] τοὺς τροπαιούχους τοῦ ἄδειου λόγου» (Γιώργος Σεφέρης, Ένας Έλληνας-Ο Μακρυγιάννης, Αθήνα: Ίκαρος 1975, σ. 15).
Η πυραμίδα που περιγράφεται δεν αποτελεί ένα θεωρητικό κατασκεύασμα αλλά μια αναγκαία θεραπευτική αγωγή για την εξάλειψη του στρατιωτικού αρχιμανδριτισμού. Κατά παρόμοιο τρόπο, για την εξάλειψη του εκκλησιαστικού αρχιμανδριτισμού, είχαμε προτείνει στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, με την ιδιότητά μας ως ειδικού συνεργάτη του στα διεθνολογικά θέματα, τη θεσμοθέτηση των ακόλουθων κριτηρίων για την εκλογή των ηγητόρων-επισκόπων της Εκκλησίας: διετής, τουλάχιστον, ιεραποστολική, και ισόχρονη μοναστηριακή και ακριτική διακονία, καθώς και απόκτηση δεύτερου πτυχίου, σε συνδυασμό με γνώση ξένης γλώσσας.
Εκτιμούμε πως, μεταπολιτευτικά, η κατάσταση στις ΕΔ δεν έχει εξελιχθεί πυραμιδοειδώς, ώστε οι βάσεις της να είναι στέρεες και εδραιωμένες, με συνέπεια να καθιερωθεί μια πορεία με θολούς, εάν όχι αντιφατικούς, στόχους. Στο πνεύμα αυτό, καλλιεργήθηκε η εμμονική αντίληψη ανωτατοποίησης των παραγωγικών Σχολών, ώστε να καταστούν ισοδύναμες των πανεπιστημίων, μεταφέροντας τις παθογένειες του ελληνικού πανεπιστημίου και στις ΕΔ. Η νέα νόσος της «ανωτατοποίησης» προσέβαλε τόσο την ΑΔΙΣΠΟ όσο και τη ΣΕΘΑ, και επέφερε την παθογένεια της πτυχιομανίας. Λόγω έλλειψης εξειδίκευσης από τις Σχολές, η χορήγηση Μεταπτυχιακού ανατέθηκε σε πανεπιστήμια με το εφεύρημα της υπεργολαβίας. Για παράδειγμα, η ΑΔΙΣΠΟ ανέθεσε στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου τη χορήγηση Μεταπτυχιακού στις Στρατηγικές Σπουδές, η οποία Νομική, στερούμενη εξειδικευμένου στη Στρατηγική προσωπικού, αναθέτει υπεργολαβικά σε τρίτους τη διδασκαλία και αυτή χορηγεί το «χαρτί». Και όσο η νοοτροπία τής μαζικής χορήγησης Μεταπτυχιακών εδραιώνεται και οι παραγωγικές Σχολές εξελίσσονται με νομοθετικές ρυθμίσεις σε ιδρύματα πανεπιστημιακής αναφοράς, με τις ίδιες των πανεπιστημίων παθογένειες, τόσο αυξάνει η απροθυμία των νέων να ενταχθούν σε αυτές.
Οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις του υπουργείου Άμυνας, όχι μόνο δεν ομαλοποιούν την κατάσταση αλλά δυνάμει επιφέρουν κάτι το οδυνηρότερο: αναποδογυρίζουν την πυραμίδα με άμεσο κίνδυνο την κατάρρευσή της. Ή παραστατικότερα, οι στρατηγοί επιβάλλονται στους ηγέτες και παραγκωνίζουν τους στρατηγιστές, με δόλωμα μια βιομηχανία Μεταπτυχιακών, που θα χορηγούν, κατ΄ αποκλειστικότητα, με το εφεύρημα της υπεργολαβίας οι παραγωγικές Σχολές, αφού οι ίδιες στερούνται εμπειρίας, στελεχών και υποδομών. Έτσι, θεσμοθετείται μια νέα γραφειοκρατική υπερδομή, που διαιωνίζει την παθογένεια του στρατιωτικού αρχιμανδριτισμού με την εξευγενισμένη μορφή του ακαδημαϊσμού.
Η εδραιωμένη αδράνεια
Η κατάσταση που αδρομερώς περιγράφομε, αποδίδεται επακριβώς με τον παπαδιαμάντειο όρο «ἑδραιωμένη ἀδράνεια», την οποία ο κοσμοκαλόγερος εξηγεί στο άφθαρτο από τον χρόνο διήγημά του, «Ἡ Γυφτοπούλα», ως εξής: «…τὰ ἄλυτα ἐκεῖνα ζητήματα, τὰ ἄψαυστα καὶ συγκεχυμένα, ἅτινα ἔχουσι τὴν ἰδιότητα ὅσον πλειότερον τὰ κινεῖ τις, τόσον ἀδρανῆ νὰ μένωσι, καὶ ὅσο μᾶλλον ἐπιμόνως ζητεῖ τις νὰ τὰ διαφωτίσει τόσον νὰ καθίστανται σκοτεινότερα». Ο θυμόσοφος λαός αποδίδει την εδραιωμένη αδράνεια με απλούστερο και παραστατικότερο τρόπο, λέγοντας ότι «βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο».
Η εν λόγω αδράνεια δεν θεραπεύεται με την αποδόμηση του κάρου ούτε με τον θάνατο του αλόγου, τουτέστιν, με σαρωτικές νομοθετικές ρυθμίσεις αλλά με στοχευμένες, ήπιες, σταθερές και καλά μελετημένες προσαρμογές. Καταφεύγουμε σε δύο ενδεικτικά παραδείγματα, για να διαφωτίσουμε επαρκώς τη σκέψη μας. Πρώτον, επί υπουργίας Αντώνη Τρίτση, στο υπουργείο Παιδείας, είχε επιχειρηθεί η ανωτατοποίηση και η υπαγωγή των παραγωγικών Σχολών στο υπουργείο του. Ο τότε Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, ένας ιδιαίτερα οξύνους αξιωματικός, που μας τιμά με την πολύχρονη φιλία του, προσκάλεσε τον υπουργό στη Σχολή, για να σχηματίσει ιδία αντίληψη του εκπαιδευτικού προγράμματος, από την έναρξη μέχρι το πέρας της ημέρας, πριν προβεί στη σχετική νομοθέτηση. Όπερ και εγένετο, με αποτέλεσμα την άμεση ακύρωση της πρωτοβουλίας του. Το δεύτερο παράδειγμα αναφέρεται στη διεθνή εμπειρία και, συγκεκριμένα, στον πρώτο ΥΕΘΑ του νεοσύστατου κράτους της Σιγκαπούρης, τον Γκοχ Κενγκ Σουΐ (Goh Keng Swee), ο οποίος αν και δικηγόρος στο επάγγελμα, εντρύφησε με περισσή φιλομάθεια στους μεγάλους στρατηγιστές –Θουκυδίδη, Κλαούζεβιτς, Λίντελ Χαρντ, μεταξύ των άλλων- ως αυτοδίδακτος, με συνέπεια οι εισηγήσεις του προς τον πρωθυπουργό να είναι τόσο τεκμηριωμένες, δομημένες πάνω σε επιστημονική επιχειρηματολογία, που έκανε την επιλογή της καταλληλότερης, εύκολη υπόθεση.
Οι αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις, όταν παραβιάζουν τη διαχρονικής αξίας αρχή «Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου ἀποσαφηνίζειν», οξύνουν τα συμπτώματα της υποκείμενης θεσμικής παθογένειας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ΣΕΘΑ δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση, που μπορεί να θεραπευτεί αφ΄ εαυτής αλλά μέρος ενός πολύπλοκου πλέγματος αλληλοεξαρτώμενων θεσμών του κράτους, που, όταν ο ένας εξ αυτών υποχωρεί, προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στο όλον, τουτέστιν, στην εθνική ασφάλεια. Σε αυτή την περίπτωση ομιλούμε για εκφυλισμό, όπως αναλύει με μοναδική ενάργεια ένας εκ των διασημότερων ιστορικών των αγγλοσαξονικού κόσμου, ο καθηγητής Niall Ferguson, στο βιβλίο του, Ο Μεγάλος Εκφυλισμός-Πώς παρακμάζουν οι θεσμοί και πεθαίνουν οι οικονομίες (μτφ Νίκος Ρούσσος, Αθήνα: Παπαδόπουλος 2013, σ. 45, 142-144, κ.α.). Σύμφωνα με τον καθηγητή, στον πυρήνα του προβλήματος, είναι οι νόμοι, συνήθως, μακροσκελείς, μπερδεμένοι, ασαφείς και αντιφατικοί. Και όσο οι νόμοι πληθαίνουν τόσο αυξάνει η δυσλειτουργικότητα των θεσμών με μια παραλυτική γραφειοκρατία. Πρόκειται, ουσιαστικά, για κράτος δικηγόρων και όχι στρατηγιστών, πολλώ δε μάλλον ηγετών. Έτσι, με νόμους και μεταρρυθμίσεις των νομικών, οδηγούμαστε στη σφαίρα των φθινουσών αποδόσεων και όχι απλώς της αδράνειας, που ο καθηγητής Ferguson, αποκαλεί «ο μεγάλος εκφυλισμός» (Στο ίδιο, σ. 57, 87 κ.ε., 160-162).
Το δέον
Ανατρέχω στον Θουκυδίδη, για να μας υποδείξει τον δρόμο του δέοντος που, όπως μας υπενθυμίζει η σημαντικότερη ελληνίστρια του περασμένου αιώνα, Ζακελίν Ρομιλύ (Jacqueline de Romilly), στο πόνημά της, Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη (μτφ Ελένη Κακριδή, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 1988, σ. 53), δεν είναι ο δρόμος της ευφυΐας, όσο ο δρόμος του ορθολογισμού. Και ορθολογισμός, σύμφωνα με ένα λαμπρό πνεύμα του Μεσοπολέμου, τη συμπατριώτισσά της φιλόσοφο Σιμόν Βέιλ (Simone Weil), στο ευσύνοπτο πόνημά της, Μην ξαναρχίσουμε τον Τρωικό Πόλεμο (μτφ Γερ. Λυκιαρδοπούλου, Αθήνα: Έρασμος 2024, σ. 16), είναι οι στοιχειώδεις αρχές της (κοινής) λογικής: οι έννοιες του ορίου, του μέτρου, της αναλογίας, της σχέσης, της σύγκρισης, της αλληλεξάρτησης μέσων και σκοπών.
Και οι αρχές της λογικής είναι φωλιασμένες στην κοινή λογική, στο αριστοτελικό μεσεύειν και στις θουκυδίδειες αντιλογίες, που καλλιεργούν την κριτική σκέψη. Οι αντιλογίες είναι ένας πρακτικός τρόπος αναζήτησης της κοινής λογικής με την αντιπαράθεση των υπέρ και των κατά, ώστε να οδηγηθούμε στην αλήθεια (Jacqueline de Romilly, ό.π., σ. 220-221).
Το παρόν κείμενο δεν είναι καταγγελτικό αλλά μια θουκυδίδεια αντιλογία, ήτοι η αντιπαράθεση αντίθετων απόψεων, η «γνωμέων ἀντιέων», κατά τον Ηρόδοτο, για να οδηγηθούμε στην πολυπόθητη ορθοπραξία. Και η αντιπαράθεση δεν είναι πολεμική με νικητή και ηττημένο αλλά αριθμητική, που την εκφράζει ο Πλάτωνας με δύο λέξεις: «ἀριθμεῖν καὶ μετρεῖν». Δηλαδή, μια αριθμητική πράξη πρόσθεσης των θετικών και αφαίρεσης των αρνητικών, ή άλλως, ένα μέτρημα των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων, για να βρούμε τον πλεονάζοντα αριθμό με αυστηρή ακρίβεια. Πρόκειται για την αριθμητική των επιχειρημάτων, για να είναι αυστηρά ακριβόλογος ο λόγος μας (Στο ίδιο, σ. 221 κ.ε.). Και στη θουκυδίδεια αντιλογία καταφύγαμε προς αναζήτηση του δέοντος.
Η αγωνία μας για τις συνέπειες του στρατιωτικού αρχιμανδριτισμού δεν περιορίστηκε στον ελλαδικό χώρο αλλά επεκτάθηκε και στον κυπριακό Ελληνισμό. Γνωρίζοντας και την κυπριακή πραγματικότητα, προβήκαμε στη σύνταξη λεπτομερούς υπομνήματος, που το τιτλοφορήσαμε «Εκπαίδευση στελεχών των Κυπριακών ΕΔ στην εποχή διαμόρφωσης της Νέας Τάξης Πραγμάτων στην ευρύτερη περιοχή» (Ιαν 2020), το οποίο εγχειρίστηκε προσωπικά στον Κύπριο ΥΕΘΑ από ανώτατο πολιτειακό παράγοντα της Μεγαλονήσου, χωρίς ανταπόκριση.
Το καταληκτικό συμπέρασμά μας είναι ότι οι ΕΔ κατατρύχονται από δύο μεγάλες ασθένειες, που οι νομοθετικές ρυθμίσεις οξύνουν παρά θεραπεύουν: τον αρχιμανδριτισμό και τον διοικητικό υπερσυγκεντρωτισμό. Και οι ασθένειες αυτές εκδηλώνονται εντονότερα στο πιο κρίσιμο σημείο των ΕΔ, την εκπαίδευση. Είναι το πεδίο που απαιτείται η «Έφοδος του Ύψους», σύμφωνα με τη σοφή παραίνεση του Άγγελου Σικελιανού, στο ποίημά του «Κλεισούρα». Ὀψόμεθα!
* Συνδύασε τις πανεπιστημιακές σπουδές του στη Βρετανία, καθώς και σε μεταπτυχιακά Σχολεία στη Νορβηγία, Γερμανία, Ιταλία και Ταΐβάν, με την πληθωρική συγγραφική παραγωγή -13 βιβλία και δεκάδες επιστημονικά άρθρα-, και τη βιωματική εξοικείωσή του με το διεθνές περιβάλλον, επισκεπτόμενος δεκάδες χώρες σε κάθε γωνιά της υφηλίου. Η επαγγελματική πορεία του είναι πολυσχιδής και καλύπτει όλες, σχεδόν, τις πτυχές του «βαθέως κράτους»: Αστυνομία, Πληροφορίες, Πολεμική Βιομηχανία, ΓΕΕΘΑ, Επιτελείο υπουργού ΥΕΘΑ, ΣΕΘΑ. Υπηρέτησε, επί τριετίαν, ως ειδικός συνεργάτης, του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου