Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

«Δεν πρέπει να αυτοαπομονώνεται ο μειονοτικός»

Μειονότητες
http://www.enet.gr/
Του ΑΡΗ ΑΜΠΑΤΖΗ
Ο συγγραφέας Μιγκιρντίτς Μαρκοσιάν γεννήθηκε το 1938 στο Ντιγιάρμπακιρ της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Μετά το τουρκικό δημοτικό σχολείο στο Ντιγιάρμπακιρ, συνέχισε σε αρμενικά γυμνάσια και λύκεια στην Πόλη. Υπήρξε στη συνέχεια καθηγητής και διευθυντής ενός από τα σχολεία αυτά.
Το συγγραφικό του έργο άρχισε το 1984 με συλλογή διηγημάτων στην αρμενική γλώσσα. Στη συνέχεια άρχισε να γράφει και στην τουρκική. Το 1992 κυκλοφόρησε το πρώτο τουρκικό βιβλίο. Το 2006 κυκλοφόρησε το τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο «Χάντρες Κομπολογιού».
Υπήρξε διευθυντής (1966-1972) της αρμενικής Θεολογικής Σχολής στην Κωνσταντινούπολη, της παρόμοιας με τη Σχολή της Χάλκης σχολής Θεολογίας, το κλείσιμο της οποίας προηγήθηκε μάλιστα κατά μερικά χρόνια αυτού της σχολής της Χάλκης. Εκφράζει με το έργο του ένα χαμένο πολιτισμό της Μικρασίας, τον αρμενικό.
Να φανταστεί κανείς ότι πρόκειται για συγγραφέα που έμαθε τη μητρική του γλώσσα στο γυμνάσιο. Αυτό και πολλά άλλα, όπως η πορεία των Αρμενίων και η σχέση τους με τη θρησκεία, ήταν θέματα που κουβεντιάσαμε με τον Μαργκοσιάν στην Κωνσταντινούπολη.
Ποιοι ήταν οι λόγοι για την ίδρυση της Θεολογικής Σχολής στην Πόλη;
«Η σχολή ιδρύθηκε το 1953 και λειτούργησε με σκοπό να μάθουν οι Αρμένιοι της Μικρασίας τη μητρική τους γλώσσα. Στο Ντιγιάρμπακιρ, για παράδειγμα, οι μεγάλοι μιλούσαν αρμενικά, δίχως να έχουν πάει σε κάποιο σχολείο. Εμείς οι μικροί δεν ξέραμε την αρμενική. Είχαμε πάει σε τουρκικά σχολεία. Οι μεγάλοι μιλούσαν και κουρδικά. Αυτό ίσχυε στο Ντιγιάρμπακιρ, στο Σίιρτ, στη Μαλάτια, στο Τόκατ, στο Ελαζιγ. Η Θεολογία όμως δεν προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν υπήρχαν και εκπαιδευτικοί. Δεν ικανοποίησε κανέναν.
Εκλεισε το 1967. Δεν υπήρχαν μαθητές και οι αρχές έκλεισαν τη σχολή προβάλλοντας αυτό ώς δικαιολογία».
Πρώτα η ταυτότητα
Μπορούμε όμως να πούμε ότι οι Αρμένιοι υπήρξαν κάπως πιο «κοσμικοί» σε σχέση με τους Ελληνες της Πόλης;
«Οι παπάδες έρχονταν τότε στο Ντιγιάρμπακιρ για να συγκεντρώσουν παιδιά ώστε να πάνε αυτά στο σχολείο στην Πόλη. Ο κόσμος δεν ήθελε να γίνουν παπάδες τα παιδιά. Ηδη έχουμε σχεδόν τελειώσει, σκέφτονταν, να γίνουν και παπάδες τα παιδιά; Το 1915, όπως θέλετε ονομάστε το, προκάλεσε μεγάλο πόνο. Το αποτέλεσμα ήταν να κλειστούν οι Αρμένιοι στον εαυτό τους. Και εκεί στηρίχθηκαν στην εκκλησία. Σχεδόν δίπλα σε κάθε εκκλησία υπήρχε και ένα σχολείο. Ηταν η εκκλησία στήριγμα για την ταυτότητα του Αρμένιου. Αλλά περισσότερο από την πίστη, αυτό είχε να κάνει με την ταυτότητά του. Δηλαδή, οι Αρμένιοι δεν υπήρξαν έντονα πιστοί. Πάντα υπήρχε μια διαφορά μεταξύ Αρμενίων και Ελλήνων. Θυμάμαι, όταν και τότε στην Πόλη οι Αρμένιοι, τα νέα παιδιά, μεταξύ τους μιλούσαν τουρκικά, όταν περνούσα μπροστά από ελληνικά σχολεία άκουγα τα Ρωμιόπαιδα να μιλούν ελληνικά».
Πώς είναι να μαθαίνει κανείς τη μητρική του γλώσσα αργότερα ή να γράφει λογοτεχνικά κείμενα και σε δύο γλώσσες μαζί;
«Είναι κάπως πληκτικό να μαθαίνεις τη μητρική σου γλώσσα αργότερα. Οταν ήρθαμε στην Κωνσταντινούπολη από το Ντιγιάρμπακιρ, άρχισα να μαθαίνω μια γλώσσα που δεν ήξερα. Πρώτα απ' όλα υπάρχει το ψυχολογικό πρόβλημα του παιδιού που προσπαθεί να μάθει τη γλώσσα του. Σε απομονώνουν, γίνεσαι περίγελος και ορισμένες φορές δεν καταλαβαίνουν οι άλλοι αυτά που λες. Εγώ προσπάθησα να το ξεπεράσω αυτό διαβάζοντας όλο και περισσότερο. Διαβάζοντας ακόμη και βιβλία που δεν καταλάβαινα. Προσπαθούσα να μάθω τη γλώσσα μου και τα κατάφερα. Αρχισα να γράφω αρμενικά. Μετά δύο χρόνια προσπάθησα να γράψω κάποια λογοτεχνικά κείμενα. Τα πρώτα μου βιβλία είναι αρμενικά. Μετά ήρθε μια πρόταση να βγουν τα βιβλία στα τουρκικά. Και έγινε καλό, γιατί τα ξαναέγραψα, δεν τα μετέφρασα. Πρόσθεσα και κάποια πράγματα. Στο σχολείο, στη Θεολογική Σχολή, 13 χρόνια μετά την αποφοίτησή μου διορίστηκα καθηγητής και δίδαξα αρμενική γλώσσα και φιλολογία».
«Η κουλτούρα έχει εξαφανιστεί»
Είχαν απήχηση τα βιβλία σας στην Αρμενία;
«Πωλήθηκαν πολύ λίγα».
Γιατί;
«Είναι θέμα ενδιαφέροντος. Για πολλά χρόνια δεν υπήρχαν σχέσεις με την Αρμενία. Κάποτε έρχονταν κάποια βιβλία από την Αρμενία, επί Σοβιετικής Ενωσης. Μετά όμως φυσικά υπήρξε ενδιαφέρον. Πήγα μάλιστα και στην Αρμενία και μίλησα για τα βιβλία. Εδώ όμως στην Πόλη, τα αρμενικά βιβλία μου έχουν κάνει πέντε εκδόσεις. Το μήνυμα που βγαίνει από το βιβλίο μου είναι η κουλτούρα που έχει εξαφανιστεί στο Ντιγιάρμπακιρ. Αυτό περιγράφω. Σαν να έβγαλα κάτι μέσα από τη λάσπη και το ανέδειξα. Εάν έγραφα κάτι με τη φαντασία μου, δεν θα είχε τόσο ενδιαφέρον».
Σας έχουν χαρακτηρίσει Αρμένιο Γιασάρ Κεμάλ ή Καζαντζάκη...
«Ναι, το έχουν πει αυτό για μένα».
Αυτό που λέτε ότι τελείωσε, όταν πάρει τη μορφή λογοτεχνίας, και έχοντας υπόψη και τους σημερινούς Αρμένιους, μήπως δεν τελείωσε;
«Οταν έχετε απώλειες, βάζετε τα πράγματα σε μια ζυγαριά. Εάν δούμε τη ζυγαριά μέσα στην ιστορική πορεία, έχουμε χάσει πολλά πράγματα. Πράγματα δίχως επιστροφή, υλικά και ηθικά. Αυτά που περιγράφω εγώ, είναι πολύ μικρό μέρος αυτών που έχουμε χάσει. Παρ' όλα αυτά, προκαλεί ενδιαφέρον».
Εάν δεν υπάρχει όμως κάποιος άλλος που το κάνει, τότε αυτό έχει μεγάλη αξία.
«Δεν υπάρχει, αλλά ως εξής. Μέχρι το 1915 δεν υπήρχαν Αρμένιοι λογοτέχνες, που να ασχολούνται λογοτεχνικά με το θέμα αυτό της υπαίθρου. Λόγου χάρη, ο Χαγκόπ Μιντζούρι. Εγώ είμαι ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα αυτή».
Κατά κάποιον τρόπο μιλάμε για μια αλυσίδα της αρμενικής εκδοχής στην ονομαζόμενη «λογοτεχνία της υπαίθρου» στην Τουρκία;
«Ναι, αλλά αυτά που περιγράφω εγώ, είναι μεν το Ντιγιάρμπακιρ, αλλά δεν είναι το χωριό. Δεν γράφω τον αγρό. Γράφω για το σιδεράδικο του θείου μου και φτιάχνω εκεί δρεπάνια. Κατά κάποιον τρόπο αλλάζω κοινωνική τάξη. Είναι μεν ύπαιθρος, αλλά, έστω και σε μικρές διαστάσεις, μιλάμε για πόλη. Γράφω για τους μικροεπαγγελματίες και τα μαγαζιά. Για τον μπακάλη, τον μυλωνά, τον ράφτη».
Ο πολιτισμός των μειονοτικών
Τι λέτε για τις μειονότητες στην Τουρκία και την ιστορία τους στα πολιτιστικά πράγματα της χώρας;
«Από πλευράς χριστιανικών μειονοτήτων ήταν, για παράδειγμα, φυσιολογική η παρουσία της γυναίκας στο θέατρο, πράγμα που δεν μπορούσε να γίνει για την πλειοψηφία, δηλαδή τους μουσουλμάνους. Αλλά πιστεύω ότι όσο λάθος είναι να παραπονιέται ο μειονοτικός για την όποια απομόνωσή του, άλλο τόσο λάθος είναι και να περηφανεύεται γι' αυτή του την παρουσία στα καλλιτεχνικά πράγματα. Δηλαδή, είναι λάθος να είναι εσώκλειστες οι μειονότητες, οι μειονοτικοί να κρύβουν τα ονόματά τους κ.λπ. Το ζητούμενο είναι να είναι κανείς συνειδητός. Σαφώς υπήρξαν φάσεις σημαντικές που προκάλεσαν φόβο. Υπάρχει το 1915, τα γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955, ο Φόρος Περιουσίας κ.λπ. Πρέπει να είναι συνειδητοποιημένος ο μειονοτικός, να γνωρίζει την όποια αξία του και να μην αυτοαπομονώνεται. Σαφώς και υπάρχουν ζητήματα δικαιωμάτων. Και σε αυτό πιστεύω ότι επιδρά θετικά η ευρωπαϊκή διαδικασία της Τουρκίας». *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου