Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΙΑΣ

Στρατός
http://www.enet.gr

Μοιάζει με καλοκαιρινό κατασκοπευτικό ανάγνωσμα: επικίνδυνοι πράκτορες στην καρδιά της Αμερικής, θαμμένα κουτιά με χρήματα, παράνομες συναντήσεις σε πάρκα, συζητήσεις με κωδικούς, ειδικοί υπολογιστές με κρυπτογραφημένα μηνύματα στις οθόνες, σημειώματα με αόρατο μελάνι, η απαραίτητη εκρηκτική καλλονή κάθε άξιας ταινίας Τζέιμς Μποντ και μια θεαματική ανταλλαγή κατασκόπων, η μεγαλύτερη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η «επιτυχής έκβαση» της υπόθεσης εξηγεί γιατί ξαφνικά συνελήφθησαν τύποι για τους οποίους η επί δεκαετία παρακολούθηση δεν κατάφερε να συγκεντρώσει επαρκείς ενδείξεις ώστε να στοιχειοθετήσει ούτε καν την κατηγορία της κατασκοπίας και παραπέμφθηκαν για συνωμοσία ως «παράνομοι πράκτορες» (δηλαδή μη δηλωμένοι στις αμερικανικές αρχές) και για ξέπλυμα χρήματος (γιατί δεν δήλωσαν τις αμοιβές τους από τη Ρωσία ώστε να φορολογηθούν!). Η «βόμβα ασφαλείας» για την οποία έκανε λόγο το FBI μιλώντας για τη «συμμορία των 11» αποδείχθηκε ένα νεροπίστολο χρήσιμο στο σχέδιο της «θερμής επανεκκίνησης των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων».

Σύμφωνα με το FBI όλα ξεκίνησαν κάπου πριν από 20 χρόνια, όταν άρχισαν να φτάνουν στις ΗΠΑ άτομα και ζευγάρια που δρούσαν για λογαριασμό των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Εστησαν μια νέα ζωή, με νέα ταυτότητα, δουλειά, οικογένεια και ζούσαν όπως ο μέσος Αμερικανός, οι περισσότεροι διατηρώντας ένα χαμηλό προφίλ, προσαρμοζόμενοι εύκολα στην άνεση του αμερικανικού τρόπου ζωής και αφομοιώνοντας τις αξίες της πίστης στο χρήμα και την ατομική ιδιοκτησία, ιδίως ενός σπιτιού, που διεκδίκησαν με πάθος να τους παραχωρήσει η «υπηρεσία» στη νέα τους πατρίδα.

Περιφερειακοί παίκτες

Οι αρχές τούς παρακολουθούσαν, έμπαιναν στα σπίτια τους, έβαζαν κοριούς για να καταγράφουν τις συνομιλίες τους, διάβαζαν τα μέιλ τους και αντέγραφαν τους σκληρούς τους δίσκους. Παρά τις παρακολουθήσεις όλων αυτών των ετών, το FBI δεν έχει καταθέσει την παραμικρή απόδειξη ότι μπορεί να έδωσαν στη SVR, διάδοχο της σοβιετικής KGB, κάποια μυστική πληροφορία ή να έθεσαν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Ο ερασιτεχνισμός τους είναι παροιμιώδης (φτάνουν ακόμη και να χάνονται στα ραντεβού τους), τα τεχνικά τους μέσα εξαιρετικά περιορισμένα, ακόμη και οι υποτιθέμενες σύντομες επαφές που είχαν κάποιοι από αυτούς με περιφερειακούς «παίκτες» του συστήματος είναι ασήμαντες και απέχουν παρασάγγας από τη βασική αποστολή τους, που, σύμφωνα με το FBI, ήταν «η διείσδυση στα κέντρα εξουσίας».

Οσα είδαν το φως της δημοσιότητας θυμίζουν μάλλον κατάσκοπους όχι με άδεια να σκοτώνουν αλλά να «μπλογκάρουν», που ελλείψει «απόρρητων πληροφοριών» φαίνεται πως έστελναν στη Μόσχα περισσότερο τις δικές τους απόψεις για την αμερικανική πολιτική και αυτοσχέδιες αναλύσεις χωρίς πηγές, υλικό μηδαμινής αξίας, που κυκλοφορούσε στον κυβερνοχώρο, όπως έγραψε ο Αλεξάντερ Κόκμπουρν στο counterpunch. Ο αμερικανός αναλυτής ήταν ο πρώτος που επεσήμανε ότι τέτοιοι μικροί πράκτορες είναι αναλώσιμοι και η αιφνίδια σύλληψή τους προτού το FBI στοιχειοθετήσει την κατηγορία της κατασκοπίας το μόνο που προμήνυε ήταν μια ανταλλαγή κατασκόπων αντάξια της εποχής του ψυχρού πολέμου.

Οι ενδείξεις ήταν σαφείς. Κρεμλίνο και Λευκός Οίκος υποβάθμισαν ένα θέμα που άλλοτε θα είχε σημάνει κόκκινο συναγερμό, τονίζοντας με κάθε ευκαιρία και με κάθε αξιωματούχο ότι δεν θα έχει αντίκτυπο στη θετική πορεία των σχέσεων των δύο χωρών. Οπως αποκάλυψαν οι «Νιου Γιορκ Τάιμς», όταν ο Ομπάμα συνάντησε τον Μεντβέντεφ στη Σύνοδο των G8, λίγο πριν απ' τη σύλληψη του δικτύου, ήταν ενημερωμένος για το θέμα. Δεν είναι γνωστό αν τότε ή αργότερα συμφώνησαν ότι αυτή η ιστορία θα μπορούσε να λήξει με μια αμοιβαία επωφελή ανταλλαγή κατασκόπων. Ισως οι Ρώσοι να ήθελαν να διαλύσουν το αναποτελεσματικό δίκτυο. Ισως το FBI έσπευσε να πάρει λίγη δόξα και δημοσιότητα. Πάντως ρωσικές και αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, όπως δήλωσε το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας συνεργάστηκαν άψογα σε μια υπόθεση «που καταδεικνύει τη γενικότερη βελτίωση των ρωσο-αμερικανικών δεσμών, δίνοντάς τους νέα δυναμική».

Μετά βαΐων και κλάδων

Οι δέκα, έπειτα από δίκη-αστραπή όπου ομολόγησαν ένοχοι για «συνωμοσία» απελάθηκαν την περασμένη Πέμπτη στη Μόσχα, εκτός από τη δημοσιογράφο Βίκι Πελάες που παρά την προσφορά της Ρωσίας για βοήθημα 2.000 δολαρίων το μήνα, σπίτι και επιδόματα στα παιδιά της για να μπορούν να την επισκέπτονται, προτίμησε να επιστρέψει στην πατρίδα της το Περού.

Σε αντάλλαγμα, με διάταγμα του προέδρου Μεντβέντεφ απελευθερώθηκαν τέσσερις Ρώσοι που είχαν καταδικαστεί ως κατάσκοποι της Δύσης. Ο Αλεξάντρ Ζαπορόσκι, πρώην συνταγματάρχης της εξωτερικής κατασκοπίας που καταδικάστηκε για προδοσία επειδή αποκάλυψε ρώσους πράκτορες στη CIA, ο Γκενάντι Βασιλένκο, πρώην πράκτορας της KGB που δούλεψε στην Ουάσιγκτον, συνελήφθη στην Αβάνα και καταδικάστηκε ως κατάσκοπος της Δύσης, ο Σεργκέι Σκριπάλ, πρώην συνταγματάρχης των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών που καταδικάστηκε ως πράκτορας της βρετανικής Μ16 και ο Ιγκόρ Σουτγιάγκιν, ερευνητής στρατηγικών οπλικών συστημάτων που κατηγορήθηκε ότι έδωσε απόρρητες πληροφορίες σε βρετανική εταιρεία που ήταν βιτρίνα της CIA, έπειτα από πολλά χρόνια σε ρωσικές φυλακές πήραν το δρόμο για τη Δύση.

Ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, τους ρώσους πράκτορες υποδέχθηκαν μετά βαΐων και κλάδων στη Μόσχα. Το Κρεμλίνο θέλει να ξεχαστεί όσο γίνεται συντομότερα αυτή η υπόθεση, που το έφερε σε δύσκολη θέση και του στοίχισε σκωπτικές κριτικές για τους «ανίκανους» πράκτορές του και το χαμηλότατο επίπεδο εκπαίδευσής τους.

Οι συνωμότες τριών πολιτειών

Ο Ρίτσαρντ και η Σίνθια Μέρφι, στην πραγματικότητα ο Βλαντιμίρ και η Λίντια Γκουργκίεφ, εγκατεστημένοι στις ΗΠΑ από τα μέσα της δεκαετίας του '90, εκείνη υπάλληλος χρηματιστηριακής εταιρείας που δικαιολογεί τη βαριά προφορά της λόγω «σκανδιναβικών ριζών», εκείνος αγνώστου επαγγέλματος, γονείς δύο κοριτσιών και λάτρεις του μπάρμπεκιου και της σαπουνόπερας, γνωστοί ως «συνωμότες του Νιου Τζέρσεϊ», θεωρούνται από το FBI ως οι πιο παραγωγικοί πράκτορες από το δίκτυο.

Σημαντικότερο εύρημα: η Μέρφι λόγω της δουλειάς της είχε μια σύντομη επαφή με Αλαν Πάτρικοφ, χρηματιστή με σχέσεις με το Δημοκρατικό Κόμμα και στον στενό κύκλο του ζεύγους Κλίντον.

Ο Ντόναλντ Χίθφιλντ, πτυχιούχος του Χάρβαρντ που συναναστρεφόταν με ακαδημαϊκούς κύκλους, σύμβουλος μάνατζμεντ και η σύζυγός του Τρέισι Λι Αν Φόλεϊ, κτηματομεσίτρια, που ζουν στο Χάρβαρντ από το 1999, γνωστοί ως «συνωμότες της Βοστόνης». Η σημαντικότερη επαφή του Χίθφιλντ υποτίθεται ότι ήταν μια συνάντηση με κυβερνητικό υπάλληλο σχετικά «με έρευνα για πυρηνικά όπλα», ενώ ως πειστήριο κατατέθηκε γενικόλογο μήνυμα της Μόσχας που τους ζητούσε το 2006 να ερευνήσουν για «το προσωπικό της CIA και τις εκλογές του 2008».

Ο Μάικλ Ζοτόλι και η σύζυγός του Πατρίσια Μιλς (τα πραγματικά τους ονόματα φέρονται να είναι Μιχαήλ Κουτζίκ και Νατάλια Περεβέρσεβα), γνωστοί ως «συνωμότες του Σιτάλ», στις ΗΠΑ από το 2001 και 2003 αντίστοιχα, με δύο παιδιά και προσφάτως μετακομίσαντες στο Αρλινγκτον της Βιρτζίνια, ήταν τόσο επιδέξιοι... ώστε ο Ζοτόλι, που δεν φειδόταν αντιαμερικανικών κορονών, κατάφερε να χαθεί σε συνωμοτικό ραντεβού του στο Σέντραλ Παρκ.

Ο Μιχαήλ Σεμένκο, που δούλευε σε ρωσικό ταξιδιωτικό πρακτορείο και δήλωνε ειδήμων στην κινεζική οικονομική πολιτική, παγιδεύτηκε την ίδια ημέρα με την Τσάπμαν, από άλλον πράκτορα του FBI που παριστάνοντας τον ρώσο αξιωματούχο του έδωσε πακέτο με 5.000 δολάρια για να το αφήσει σε συγκεκριμένη τοποθεσία, όπως και έπραξε την ημέρα που έγιναν οι συλλήψεις.

Ελάχιστα, τέλος, είναι γνωστά για τον Κρίστοφερ Ρόμπερτ Μέτσος, που φέρεται ως ο «ταμίας» που επί χρόνια μετέφερε τα χρήματα του δικτύου και ενώ συνελήφθη στην Κύπρο, αφέθηκε ελεύθερος με καταβολή εγγύησης και εξαφανίστηκε. Η πιο περιπετειώδης του δράση ήταν να τυλίξει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό με ειδική ταινία και να το θάψει σε έρημη τοποθεσία της Νέας Υόρκης σημαδεύοντάς το με ένα μισοθαμμένο μπουκάλι μπίρας, ώστε να το βρουν δύο χρόνια αργότερα οι συνωμότες....

Η κοκκινομάλλα του Μανχάταν

«Η κοκκινομάλλα 007», όπως την αποκαλούν οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» είναι η απαραίτητη femme fatale κάθε καλού κατασκοπευτικού μυθιστορήματος.

Χάρη στη ματαιοδοξία της και τις αναρτήσεις της στον κοινωνικό ιστό (από όπου δεν λείπουν και αισθησιακά βίντεο), ξέρουμε ότι η 28χρονη Αννα Τσάπμαν γεννήθηκε ως Ανια Κούστσενκο στο Βόλβογκραντ, κόρη ρώσου διπλωμάτη και καθηγήτριας μαθηματικών, σπούδασε οικονομικά και φέρεται να στρατολογήθηκε στο πανεπιστήμιο και εκπαιδεύτηκε για να γίνει μια «ραζβέντσικι», μια ρωσίδα ικανή να περάσει για δυτική. Το προφίλ που της φτιάχνουν είναι της κοσμικής, ικανής να διεισδύσει στους κύκλους των οικονομικά ισχυρών.

Φτάνει στο Λονδίνο το 2002, ύστερα από πέντε μήνες παντρεύεται τον Αλεξ Τσάπμαν αποκτώντας τη βρετανική υπηκόοτητα και τρία χρόνια μετά τον χωρίζει. Δουλεύει σε μια τράπεζα, συνεργάζεται με εταιρεία του Γουόρεν Μπάφετ και με ομίλο hedge funds, συζεί με τον επιχειρηματία Λοράν Τεγέρ, επιστρέφει στη Μόσχα και στις αρχές του χρόνου εγκαθίσταται στη Νέα Υόρκη, σ' ένα πολυτελές διαμέρισμα του Μανχάταν και ιδρύει τη διαδικτυακή κτηματομεσιτική εταιρεία Property Finder, καλή βιτρίνα για να αποκτήσει «ιδιαίτερες σχέσεις» με μεγιστάνες της Γουόλ Στριτ. Διατηρεί σχέση με τον 60χρονο γενναιόδωρο επιχειρηματία Μάικλ Μπάιταν, κυκλοφορεί σε δεξιώσεις, φιλανθρωπικά γκαλά και μπαρ όπου συχνάζουν οι οικονομικά ισχυροί.

Εφοδιασμένη με έναν υπολογιστή με ειδικό software κάποιες Τετάρτες καθόταν σε κεντρικά καφέ και έστελνε κωδικοποιημένα μηνύματα στη Μόσχα με τις πληροφορίες που έχει συλλέξει. Η υποτιθέμενη «εξαιρετικά εκπαιδευμένη πράκτορας» έπεσε στην παγίδα ενός πράκτορα του FBI που παριστάνοντας ρώσο αξιωματούχο της ζήτησε να μεταφέρει ένα πλαστό διαβατήριο. Οταν η Αννα εκ των υστέρων υποψιασμένη δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού της επομένης, το FBI, όπως υποστηρίζει, φοβούμενο ότι θα διαφύγει από τη χώρα εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τα μέλη του δικτύου. Τώρα και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες ερευνούν την ύπαρξη ενός δικτύου κάπου 20 «παράνομων πρακτόρων» που ίσως στρατολόγησε η Αννα πριν φύγει από τη χώρα.

Οι μαρξιστές του Γιορκ

Λένε πως όλα όσα είναι γνωστά γι' αυτόν ίσως είναι ψέματα, εκτός από την επαναστατικότητα και τον αντιαμερικανισμό του.

Ο Χουάν Λαζάρο ομολόγησε εξαρχής πως δούλευε για τη Μόσχα αλλά όχι και την ταυτότητά του εξηγώντας πως «δεν θα θέσω σε κίνδυνο την ασφάλεια της Υπηρεσίας ούτε για το γιο μου».

Γεννημένος στην Ουρουγουάη, μεγαλωμένος στη Ρωσία, φωτογράφος στο επάγγελμα, μετρ του καράτε, παθιασμένος μαρξιστής, συνάντησε στην περουβιανή Βίκι Πελάες μια σύζυγο και το έτερο επαναστατικό του ήμιση, που πίσω στο 1984, όταν δούλευε ως τηλεοπτική ρεπόρτερ, είχε κατηγορηθεί ότι είχε σκηνοθετήσει την απαγωγή της από τους αντάρτες Τουπάκ Αμάρου για να προβάλει τις θέσεις τους.

Το 1989 το ζευγάρι μετακόμισε στις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε κοντά στη Νέα Υόρκη, όπου η Πελάες δούλευε ως δημοσιογράφος στην ισπανόφωνη εφημερίδα «El Diario» γράφοντας πύρινα άρθρα κατά της πολιτικής των και ο Λαζάρο, ως καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Κολέγιο Μπάρουχ, από όπου απολύθηκε λόγω των θέσεών του για τις ληστρικές οικονομικές πρακτικές των ΗΠΑ.

Γνωστοί ως «συνωμότες του Γιορκ», για πράκτορες δεν έχουν δράσει διόλου διακριτικά, πόσω μάλλον αποτελεσματικά καθώς οι υποκλοπές του FBI αποκαλύπτουν ένα αμίμητο διάλογο ανάμεσά τους. Οταν εκείνος παραπονιέται ότι «η υπηρεσία είναι δυσαρεστημένη γιατί δεν αναφέρω τις πηγές μου», εκείνη του απαντά αφοπλιστικά «δώσε το όνομα κάποιου πολιτικού εδώ»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου