ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Η οικονομική κρίση εξαναγκάζει τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη να προβούν σε πρωτοφανείς μειώσεις των αμυντικών τους δαπανών. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις της Γαλλίας, η οποία θα περικόψει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Αμυνας κατά 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ την επόμενη τριετία, της Γερμανίας, όπου το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων θα συρρικνωθεί κατά 40% και της Βρετανίας, η οποία έχει ήδη εξαγγείλει εξοικονόμηση πόρων της τάξης του 15% στους εξοπλισμούς, στο πλαίσιο του έκτακτου σχεδίου δημοσιονομικής προσαρμογής.
Σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, η περιοριστική πολιτική που ακολουθείται –και που αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια– ενδεχομένως να αποδειχθεί ευεργετική για τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και ιδιαίτερα για την υιοθέτηση κοινής αμυντικής πολιτικής.
Εκτιμάται ότι οι μεγάλες δυνάμεις της Ε.Ε. θα βρεθούν προ της επιλογής είτε να απολέσουν σημαντικό μέρος της ικανότητας προβολής στρατιωτικής ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, είτε να τη διατηρήσουν συγχωνεύοντας τους πόρους που έχουν στη διάθεσή τους με τους αντίστοιχους των Eυρωπαίων εταίρων τους. «Λόγοι οικονομίας και ασφάλειας θα εντείνουν τις πιέσεις προς τα ευρωπαϊκά κράτη να εμβαθύνουν την κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας», δήλωσε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters η Ελκε Χοφ, τομεάρχης αμυντικών υποθέσεων στους Γερμανούς Φιλελεύθερους Δημοκράτες. Ο υπουργός Αμυνας της χώρας, Καρλ - Τίοντορ τσου Γκούτενμπεργκ, ανακοίνωσε μάλιστα ότι θα συστήσει άτυπη ομάδα εργασίας με τον Γάλλο ομόλογό του, Χερβ Μορέν, προκειμένου να εξευρεθούν τρόποι εξοικονόμησης χρημάτων, μέσω του επιμερισμού δαπανών και της συνδιαχείρισης πόρων, μεταξύ των δύο κρατών.
Η συνεργασία θεωρείται απαραίτητη από τη στιγμή που η Γερμανία εμφανίζεται αποφασισμένη να μειώσει τη δύναμη των ενόπλων δυνάμεων της, από 250.000 άτομα που είναι σήμερα, σε 150.000 με 180.000, τη στιγμή μάλιστα που επεκτείνει τις αποστολές της Bundeswehr» στο εξωτερικό. Ανάλογες δηλώσεις για την αναγκαιότητα της συνεργασίας «με συμμάχους που είναι διατεθειμένοι και να πληρώσουν, αλλά και να πολεμήσουν μαζί μας» έκανε και ο Βρετανός υπουργός Αμυνας, Λίαμ Φοξ.
Σύμφωνα με τον Νικ Γουίτνεϊ, πρώην διοικητή της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Υπηρεσίας, «όταν κατακαθήσει η σκόνη της κρίσης, οι Ευρωπαίοι θα αντιληφθούν ότι δεν είναι δυνατόν να τα αγοράζουν όλα διπλά, γιατί έτσι μειώνεται η συνολική ισχύς τους». Ετσι, δεν αποκλείεται στο μεσοπρόθεσμο μέλλον, τα γερμανικά μαχητικά να χρησιμοποιούνται από βρετανικά αεροπλανοφόρα, τα οποία θα συνοδεύονται σε αποστολές από γαλλικές φρεγάτες, στο πλαίσιο μιας κοινής ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης. Με τον τρόπο αυτό και θα εξοικονομηθούν πολύτιμα κεφάλαια, αλλά και θα πολλαπλασιαστούν οι επιχειρησιακές δυνατότητες των Ευρωπαίων.
Πιο οικονομικές αγορές
Προς το παρόν, πάντως, η συνεργασία περιορίζεται σε αποφάσεις για αμοιβαίες περικοπές δαπανών και αγορές οικονομικότερου εξοπλισμού. Για παράδειγμα, η Βρετανία μελετά την προοπτική να προμηθευτεί τα γαλλικά μαχητικά Rafale, τα οποία είναι κατά πολύ φθηνότερα από το αμερικανικό μαχητικό πέμπτης γενιάς F35, μέσα στο πλαίσιο συμφωνίας, κατά την οποία η Γαλλία θα αναθέσει σε βρετανικές εταιρείες συμβόλαια για τον εναέριο ανεφοδιασμό των αεροσκαφών της. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήδη συνεργάζονται στην κατασκευή αμυντικών συστημάτων, όπως το μαχητικό «Eurofighter» και το μεταγωγικό αεροσκάφος «Α400Μ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου