της Μαριάννας Τζιαντζή
Αφήστε που τα παιδιά ξέρουν να μετράνε την αξία της λαμπάδας ανάλογα με το παιχνίδι που τη συνοδεύει, και το οποίο μπορεί να είναι από επώνυμο τερατάκι μέχρι λαμπαδοπατίνι. Όσο για τα παπούτσια, κι εδώ ισχύει η αξιολόγηση. Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά, πώς να τα ξεγελάσεις;
Πέρασε η εποχή του Παπαδιαμάντη, όταν η θεια-Σοφούλα η Σαραντανού, μια εβδομηντάχρονη νησιώτισσα, ζύμωνε και φούρνιζε κάθε Μεγάλη Εβδομάδα δεκάδες αβγοκουλούρες, τις «κοκκώνες» για τα σαράντα τόσα βαφτιστήρια της. Αυτό εξηγεί και το προσωνύμιό της: ήταν αυτή που είχε γίνει σαράντα φορές νονά. Άρχισε βαφτίζοντας πέντ’ έξι νήπια, γειτονόπουλα, και ύστερα έγινε περιζήτητη, καθώς αποδείχτηκε ότι είχε «καλό χέρι», δηλαδή «τα παιδιά τής ζούσανε», δεν πέθαιναν, καθώς εκείνη την εποχή θέριζε η παιδική θνησιμότητα. Σήμερα όμως νονοί και νονές αναγκάζονται να βάλουν νερό στο πασχαλινό κρασί τους, είτε να αγνοήσουν την υποχρέωση είτε να αγοράσουν φτηνά παπούτσια από τα κινέζικα. Πράγματι η φτώχεια είναι σχετική, έχει ιστορική διάσταση: σήμερα η Σαραντανού θα τρελαινόταν αν έπρεπε να αγοράσει σαράντα ζευγάρια παπούτσια για τα βαφτιστήρια της.
Τότε μπορούσε να τα ξεπετάξει με μια «κοκκώνα», σήμερα όχι. Δύσκολοι καιροί για μισθωτούς και ανέργους, ακόμα πιο δύσκολοι για νονούς και νονές. Η πικρή αλήθεια είναι ότι η ανεργία, η οικονομική ασφυξία δεν οδηγούν στο «έξω φτώχεια και καλή καρδιά» ούτε στην αναβίωση των παραδόσεων, π.χ., στις αυγοκουλούρες. Οδηγεί στην αμηχανία, την απομόνωση, την αποξένωση. Γιατί και η κοινωνική ζωή συνεπάγεται κάποιο κόστος: για μετακίνηση, για κέρασμα, για ένα παιχνίδι σε συσκευασία λαμπάδας. ΠΗΓΗ ΠΡΙΝ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου