Μιχάλης Μυρογιάννης νεκρός - Ντερτιλής: με τη μία τον πέτυχα στο κεφάλι, με παραδέχεσαι ρε;
Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12:00 το μεσημέρι, στις 18/11/1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του στρατού (συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του ΕΕΣ (Γ΄ Σεπτεμβρίου) σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
Η κατάθεση του Μίμη Τραϊφόρου:
Όπως αναφέρει στην κατάθεσή του, "περί ώραν 2:15 της Κυριακής 18/11/1973 ευρισκόμουν εις το μπαλκόνι του σπιτιού μου επί της οδού Πατησίων και αντελήφθην έναν νεαρό άνδρα, ύψους περίπου 1,80 μ. με μακριά μαλλιά, να κατέρχεται την οδόν Στουρνάρη, ήσυχος και αδιάφορος. Καθώς είχεν φθάσει εις το μέσον της διασταυρώσεως των άνω οδών, φαίνεται ότι κάποιος από το Πολυτεχνείο του φώναξε κάτι, εγώ δεν άκουσα τίποτε, αλλά το συμπεραίνω, διότι τον είδα να επιταχύνη το βήμα του και στον τρίτο - τέταρτο βηματισμό του άκουσα δύο πυροβολισμούς.
Εκ των υστέρων έμαθα ότι ο ανωτέρω αποβιώσας ωνομάζετο Μυρογιάννης, υιός θυρωρού, ο οποίος πήγαινε να επισκεφθή τον πατέρα του εις κάποιαν πολυκατοικίαν επί της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου. Ο πατέρας του επεσκέφθη την σύζυγόν μου, Σοφίαν Βέμπο, και της άφηκε μιαν φωτογραφίαν του νεκρού με αφιέρωσιν, εγώ έλειπα κατά την επίσκεψιν του ανωτέρω.

Ο ίδιος έδινε διαταγές με το περίστροφο στο χέρι λέγοντας: “Βαράτε στο ψαχνό, πέντε παληόπαιδα θα μας κάνουν ό,τι θέλουν;” Μετά από λίγο, οι ΛΟΚατζήδες κατέβασαν τριάντα περίπου άτομα και τους έβαλαν επάνω σε καμιόνια και τους πήραν. Από το σημείο εκείνο φύγαμε και πήγαμε στην οδό Γ΄ Σεπτεμβρίου και Μάρνη, σε μια υπηρεσία της Χωροφυλακής. Το διεπίστωσα αυτό, γιατί μόλις κατέβηκε ο Ντερτιλής έτρεξαν οι Χωροφύλακες και τον υποδέχτηκαν. Αυτός όμως τους είπε, σαν να τους μάλωνε, “τι φοβάστε ρε; Βαράτε στο ψαχνό, εγώ έκανα την αρχή.”. Τότε κατάλαβα ότι είχε μαθευτεί η πράξις του Ντερτιλή. Μετά από μέρες με ρώτησε ο Ντερτιλής: “Θυμάσαι ρε, αυτόν που πυροβόλησα στο Πολυτεχνείο; Ε, τη γλύτωσε τελικά.” Φυσικά ήταν προφανής ο σκοπός του, ήθελε να απαλύνει την τρομερή εντύπωση που μου είχε δημιουργήσει με τον φόνο που έκανε εν ψυχρώ και να τον λησμονήσω. Αλλά το φοβερό αυτό γεγονός θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή. Έκανα πως τον πίστεψα αλλά δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι ο νεαρός ήταν νεκρός. Πράγμα που το διάβασα αργότερα στις εφημερίδες. Μετά από αρκετές μέρες μ’ έδιωχναν με δυσμενή μετάθεση στο Πολύκαστρο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου