Slider

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η Τουρκία ως «τρίτος πόλος» στην Μέση Ανατολή Οι διεθνείς ανακατατάξεις και η Δύση By Ζήνωνας Τζιάρρας

Η σχέση της Τουρκίας με την Δύση υπήρξε ανέκαθεν πολύπλοκη και παράδοξη. Άλλοτε σχέση ιδεολογικής «έμπνευσης» ή εξάρτησης για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αργότερα την Τουρκία, άλλοτε φιλική και συμμαχική, και άλλοτε συγκρουσιακή. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα δεσμό που ήταν και παραμένει σημαντικός και για τα δύο μέρη, παρά τις προκλήσεις που αναδύονται με αυξημένη συχνότητα.
Αδιαμφισβήτητα, οι σχέσεις αυτές βρίσκονται σε καινούργιο σταυροδρόμι ως αποτέλεσμα των κρίσεων που εκτυλίσσονται στην Μέση Ανατολή από το ξέσπασμα τον αραβικών εξεγέρσεων, την κλιμάκωσή τους με την επιδείνωση του συριακού πολέμου και την ανάδυση του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ). Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται ότι η περιπλοκότητα της συριακής κρίσης εκφράζει και αποκρυσταλλώνει ολοένα και περισσότερο την διάσταση συμφερόντων που υπάρχει μεταξύ Τουρκίας και Δύσης, ενώ η Τουρκία βρίσκεται όσο ποτέ άλλοτε αντιμέτωπη με μια πολυεπίπεδη κρίση ταυτότητας που οφείλεται σε διάφορους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες.

Για να ξετυλίξουμε το κουβάρι της γεωπολιτικής κατάστασης στην οποία περιήλθε η Τουρκία και η εξωτερική της πολιτική τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα του τελευταίους μήνες, θα ήταν χρήσιμο να κοιτάξουμε τις αλλαγές που συντελούνται γενικότερα στο διεθνές σύστημα, το πώς αυτές εκφράζονται σε περιφερειακό επίπεδο και κυρίως στην περίπτωση της Συρίας, τις επιδιώξεις του ρωσικού παράγοντα και τον ρόλο της Τουρκίας υπό το φως των γεωστρατηγικών της στόχων και των ιστορικών της σχέσεων με την Δύση.

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑ ΣΕ ΝΕΑ ΦΑΣΗ

Η σημερινή διεθνοπολιτική συγκυρία προσομοιάζει αρκετά – μολονότι με διαφορετικούς όρους – με αυτήν που οδήγησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Α’ΠΠ). Με άλλα λόγια, είμαστε μάρτυρες ενός διεθνούς συστήματος που, μετά από περίπου 100 χρόνια, φαίνεται να «επιστρέφει» σταδιακά στην πολυπολικότητα και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό ή και στην σύγκρουση μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Βεβαίως η αναρχία στο διεθνές σύστημα είναι μια πραγματικότητα που δεν «εμφανίζεται» ή «εξαφανίζεται» ανάλογα με το πόσοι είναι οι πόλοι του. Μπορεί ωστόσο να «ρυθμιστεί» όταν και εφόσον επιτευχθεί ισορροπία ισχύος μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και όχι μόνο. Η ιστορική εμπειρία υποδεικνύει πως ένα διπολικό (π.χ. ψυχροπολεμικό) ή και ένα μονοπολικό (μεταψυχροπολεμικό) διεθνές σύστημα είναι πολύ πιο σταθερό από ένα πολυπολικό ή απολικό – που βρίσκεται δηλαδή σε διαδικασία μετάβασης. Και ενώ σήμερα το διεθνές χάος που υπάρχει μπορεί να οφείλεται σε μια τέτοια μετάβαση, είναι, υπό μια ή περισσότερες έννοιες, χειρότερο από αυτό που υφίστατο στις αρχές του 20ου αιώνα.

Τα διάφορα επίπεδα παγκοσμιοποίησης που εκφράζονται μέσα από την πρωτοφανή πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και τεχνολογική αλληλεξάρτηση και διασυνδεσιμότητα στο διεθνές σύστημα, προσδίδουν σε έναν ανταγωνισμό ισχύος τύπου 1914 εντελώς καινούργιες διαστάσεις. Προσθέτουν στην εξίσωση, για παράδειγμα, νέες ταχύτητες και είδη επικοινωνίας, πληροφόρησης, συναλλαγών, μετακίνησης, και πολεμικών επιχειρήσεων που αφενός συντείνουν στην ανάδυση ενδυναμωμένων και βίαιων μη-κρατικών δρώντων και, αφετέρου, διαβρώνουν και αποκεντρώνουν την συνοχή του έθνους-κράτους.

Σε συνάφεια με αυτές τις εξελίξεις βρίσκονται οι μεταβολές στις διεθνείς ισορροπίες ισχύος. Για παράδειγμα οι ΗΠΑ μετακινούν το ενδιαφέρον και τους πόρους τους στην Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό, όπου καλούνται να περιορίσουν την μακροπρόθεσμη και σημαντική απειλή της ραγδαία αναδυόμενης κινεζικής ισχύος. Παράλληλα, η αποκέντρωση του διεθνούς συστήματος επιτρέπει σε ανερχόμενες δυνάμεις να εγκαθιδρύσουν περιορισμένες σφαίρες επιρροής με απώτατο σκοπό την διεκδίκηση ηγεμονικού ρόλου σε περιφερειακό επίπεδο (βλ. π.χ. Ρωσία, Κίνα, Βραζιλία, Ινδία, Νότιος Αφρική, Γερμανία, Ιράν, Σαουδική Αραβία, Τουρκία, κτλ.).

Αν και οι ΗΠΑ παραμένουν το ισχυρότερο κράτος παγκοσμίως, η απουσία μιας αδιαμφισβήτητης παγκόσμιας ηγεμονίας αποθρασύνει κρατικούς και μη δρώντες διάφορων μεγεθών, οδηγώντας τους σε προσπάθειες μεγιστοποίησης της ισχύος και των οφελών τους. Το φαινόμενο της εκμετάλλευσης του πολυπολικού συστήματος και του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων από μεσαίες ή μικρότερες δυνάμεις το βρίσκουμε και κατά την περίοδο του Α’ΠΠ. Παρ’όλα αυτά, θα μπορούσε να πει κανείς πως αυτές οι δυνάμεις παρουσιάζονται σήμερα πιο διεκδικητικές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το άμεσο εξωτερικό τους περιβάλλον. Δεν αρκούνται μόνο στο να ακολουθούν (bandwagon) μεγαλύτερα κράτη. Έχουν μάλλον περάσει σε μερική «επίθεση», ενίοτε προκαλώντας και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων-συμμάχων τους.

Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία περιφερειακών συστημάτων γεωπολιτικού και γεωοικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ δύο ή περισσότερων δυνάμεων που φιλοδοξούν να καταστούν ηγετικές ή ηγεμονικές δυνάμεις περιορισμένης εμβέλειας, βάσει όχι μόνο υλικών συνιστωσών ισχύος (π.χ. στρατός και οικονομία), αλλά και ιδεολογικών χαρακτηριστικών (π.χ. σουνιτικό ή σιιτικό πολιτικό Ισλάμ). Έτσι βλέπουμε να διαμορφώνονται νέες, συχνά παράδοξες συμμαχίες-συνεργασίες και αντιμαχίες.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Για τους ίδιους λόγους (κενό ισχύος, πολλαπλές διεκδικήσεις) αυξάνονται οι εστίες ένοπλων – και σχετικά μικρής ή μεσαίας έντασης – συγκρούσεων σε περιφερειακό επίπεδο στις οποίες, ωστόσο, συμμετέχουν ποικιλοτρόπως και διεθνείς δυνάμεις. Η Μέση Ανατολή είναι μια περιφέρεια όπου οι προαναφερθείσες δυναμικές εκφράζονται ξεκάθαρα προκαλώντας εμφανείς γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Απτά παραδείγματα αποτελούν οι συγκρούσεις στην Υεμένη, την Συρία, το Ιράκ και την Λιβύη. Σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν αντικρουόμενα πολιτικά, οικονομικά ή και ιδεολογικά συμφέροντα. Εξ άλλου, ο πλούτος της περιοχής σε ενεργειακούς πόρους, οι ενεργειακοί διάδρομοι που περνούν μέσα από αυτήν και η γεωγραφική της θέση που μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως στρατιωτική βάση όσο και ως βάση για διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, δεν είναι δυνατόν να αφήσουν τις Μεγάλες Δυνάμεις αδιάφορες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι βασικοί γεωπολιτικοί «άξονες» που συγκρούονται στην Μέση Ανατολή (και αλλού) σχετίζονται με τον ανταγωνισμό ισχύος που υφίσταται σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ της Δύσης και, σε γενικές γραμμές, της Ανατολής. Σε περιφερειακό επίπεδο τα συμφέροντα του Δυτικού στρατοπέδου φαίνεται να εκφράζονται από σουνιτικές δυνάμεις όπως είναι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ αλλά και το εβραϊκό κράτος του Ισραήλ. Από την άλλη, το στρατόπεδο της Ανατολής που περιλαμβάνει κυρίως την Ρωσία αλλά και την Κίνα σχετίζεται περισσότερο με τις σιιτικές δυνάμεις, όπως το Ιράν, το καθεστώς Άσαντ της Συρίας, την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης στο Ιράκ και την Χεζμπολάχ του Λιβάνου.

Παρ’όλα αυτά, υπάρχουν δρώντες που δεν εμπίπτουν ξεκάθαρα σε ένα από τα δύο στρατόπεδα. Η Αίγυπτος, ενώ είναι σουνιτική χώρα και θεωρείται Δυτικός εταίρος, έχει επίσης προσφάτως αναπτύξει σχέσεις τόσο με την Ρωσία όσο και με την Κίνα. Παρομοίως, οι Κούρδοι ενώ γενικά διάκεινται φιλικά προς την Δύση και πολλές φορές τυγχάνουν υποστήριξης από αυτή, ιδιαίτερα στο Ιρακινό Κουρδιστάν και την Συρία, δέχονται τελευταίως υποστήριξη και από την Ρωσία η οποία ανταγωνίζεται τα Δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. Ταυτόχρονα, το Ιράν, ένας κατ’ εξοχήν αντι-Δυτικός δρώντας ήδη από την ισλαμική επανάσταση του 1979, προχωρεί σε σταδιακή ομαλοποίηση των σχέσεων του με την Δύση, αρχής γενομένης από την συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, χωρίς όμως να υποβαθμίσει την στρατηγική του συνεργασία με την Ρωσία. Συνεπώς, οι ισορροπίες είναι πλέον πολύ εύθραυστες και η διαχείρισή τους ιδιαίτερα δύσκολη.

Ακριβώς λόγω του πώς έχει διαμορφωθεί o γεωπολιτικός χάρτης της Μέσης Ανατολής μέσα από την ιστορία και τις σημερινές ιδιαιτερότητές του, η εμπλοκή ενός κράτους σε μια εστία σύγκρουσης ή ανταγωνισμού πρέπει αναγκαστικά να λάβει υπόψη ολόκληρο το μοτίβο των σχέσεων της περιοχής.


Νεαρές Κούρδισες μαχητές με τις Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) που πολεμούν στο πλευρό των Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας, γιορτάζουν την ανακατάληψη της περιοχής κοντά στην πόλη al Houl στην επαρχία Hasaka province, στις 14 Νοεμβρίου 2015. REUTERS/Rodi Said
---------------------------------------------

Η ΣΥΡΙΑ ΩΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΡΕΝΑ

Ο πόλεμος που διεξάγεται στην Συρία, συμπυκνώνει όλες τις παραπάνω δυναμικές και αντιθέσεις, κάτι που τον καθιστά κομβικής σημασίας για το μέλλον της χώρας, της Μέσης Ανατολής και πιθανόν για τις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της σύγκρουσης έπαιξε η άμεση εμπλοκή της Ρωσίας η οποία επέτρεψε στο καθεστώς Άσαντ να ανακτήσει χαμένα εδάφη από διάφορες αντάρτικες ομάδες και το Ισλαμικό Κράτος, αλλάζοντας υπέρ του το ισοζύγιο δυνάμεων. Οι ΗΠΑ, και γενικότερα ο Δυτικός συνασπισμός που συγκροτήθηκε κατά του ΙΚ, έχουν ως διακηρυγμένο στόχο την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ, παρ’όλο που από τα τέλη του 2014 παρατηρείται μερική υποχώρηση από αυτόν τον στόχο λόγω της διαφοροποιημένης ιεράρχησης των απειλών ασφάλειας. Το ΙΚ αποτελεί πλέον πρωταρχικό στόχο και οι επιχειρήσεις του καθεστώτος Άσαντ παίζουν υποβοηθητικό ρόλο στην αντιμετώπισή του. Ωστόσο, θεωρείται δεδομένο πως η «νέα» Συρία δεν μπορεί να περιλαμβάνει την παραμονή του Άσαντ στην εξουσία, καθώς δεν είναι αποδεκτός όχι μόνο από τις Δυτικές δυνάμεις αλλά και από την συριακή ένοπλη και μη αντιπολίτευση.

Για την Ρωσία, το διακύβευμα φαίνεται να είναι μεγαλύτερο καθότι το ζήτημα της Συρίας συνδέεται με υψηλότερους στρατηγικούς της στόχους. Γίνεται δηλαδή αντιληπτό πως η Συρία αποτελεί ένα κομμάτι του παζλ ή ένα πιόνι στην σκακιέρα της Ρωσίας. Ο Βλαδίμηρος Πούτιν βρίσκεται ενώπιον μιας προβληματικής που απορρέει από τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γεωστρατηγικές του φιλοδοξίες που δεν είναι άλλες από την ανάδυση της Ρωσίας ως Μεγάλης Δύναμης του διεθνούς συστήματος και την δυνατότητα να επηρεάζει επί ίσοις όροις την διαμόρφωση της ατζέντας της διεθνούς πολιτικής. Με άλλα λόγια, αντιλαμβάνεται πλήρως την μεταβατική φάση του διεθνούς συστήματος και επιζητεί κεντρικό ρόλο στην επόμενη μέρα.

Βασικό εμπόδιο αποτελούν οι ΗΠΑ, που αν και αναδιαμορφώνουν την παγκόσμιά τους στρατηγική, δεν έχουν σκοπό να παραχωρήσουν γεωπολιτικούς χώρους επιρροής στην Ρωσία. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, οι προσπάθειες εξάπλωσης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, την Ανατολική Ευρώπη, τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, είτε μέσω νέων μελών, είτε μέσω επιχειρήσεων και συνεργασιών με τρίτα κράτη καθιστούν το έργο της Ρωσίας πιο δύσκολο. Τόσο ο πόλεμος της Γεωργίας (2008) όσο και η τελευταία ουκρανική κρίση που υφίσταται από το 2014 αποδεικνύουν την αποφασιστικότητα της Ρωσίας να αντισταθεί στον Δυτικό ηγεμονισμό και να εξισορροπήσει τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ στο εγγύς εξωτερικό της και όχι μόνο.

Κάπου εδώ προκύπτει και το ζήτημα της Συρίας. Με όρους καθαρά (ψυχροπολεμικής) στρατηγικής, η Συρία είναι ζωτικής σημασίας καθώς αποτελεί ρωσικό «κάστρο», μια προωθημένη βάση στην Μέση Ανατολή που δίνει στην Μόσχα πρόσβαση στην Μεσόγειο (βλ. αεροπορική βάση Λατάκειας και ναυτική βάση Ταρτούς). Έχοντας όμως κατά νου το παιχνίδι της μεγάλης σκακιέρας, ο διεθνής ανταγωνισμός ισχύος που διεξάγεται στην Συρία μπορεί να χαρίσει στον δυνατότερο παίκτη ανταλλάγματα που ξεπερνούν τα συριακά σύνορα. Η επιτυχημένη ρωσική εμπλοκή στην Συρία έναντι της Δυτικής στρατηγικής για την ανατροπή του Άσαντ, δύναται να επιτρέψει στην Ρωσία να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος τόσο το μέλλον της Συρίας όσο και τον παγκόσμιο ρόλο της.

Αυτό ακριβώς επιδιώκει η Μόσχα θέλοντας να ανταλλάξει μια διευθέτηση στην Συρία, που πιθανόν να περιλαμβάνει την απόσυρση του Άσαντ μετά από κάποια μεταβατική περίοδο, με την υποχώρηση τουλάχιστον κάποιων ΝΑΤΟϊκών πιέσεων από τα σύνορά της. Σε αυτούς τους υπολογισμούς αποδίδονται και τα διαφαινόμενα ρήγματα στις σχέσεις Μόσχας-Άσαντ [1]. Ο Άσαντ διεκδικεί την παραμονή στην εξουσία απλώς μη αποδεχόμενος έναν μεταβατικό ρόλο, ενώ φιλοδοξεί να ανακαταλάβει όλα τα χαμένα εδάφη της Συρίας. Από την άλλη, η Ρωσία δεν παρουσιάζεται διατεθειμένη να στηρίξει τον Άσαντ σε κάτι τέτοιο και φαίνεται πρόθυμη να συζητήσει την αποχώρησή του, δεδομένου ότι ακόμα και μερικά Δυτικά κράτη είναι ανοιχτά στο ενδεχόμενο ενός μεταβατικού ρόλου για τον Άσαντ.

Έχοντας υπόψη το πώς εξελίσσεται η σχέση μεταξύ του διεθνούς και του περιφερειακού επιπέδου και το πώς αυτή αντικατοπτρίζεται στο παράδειγμα της Συρίας, δεν μπορούμε παρά να τοποθετήσουμε την ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής μέσα σε αυτό το πλαίσιο

ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ

Με βάση τους ίδιους διεθνείς και περιφερειακούς όρους, η Τουρκία διεκδικεί τον δικό της ρόλο και, καθώς βρίσκεται στην καρδιά της σύγκρουσης και του ανταγωνισμού, προσπαθεί να παίξει τα χαρτιά της όσο καλύτερα μπορεί – ή όσο καλύτερα νομίζει. Η στάση της είναι αποτέλεσμα μιας καινούργιας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που απορρέει βεβαίως από τον εσωτερικό κοινωνικο-πολιτικό και οικονομικό μετασχηματισμό της χώρας τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια. Ο νέος ρόλος που διεκδικεί στην ευρύτερη περιοχή σε συνάρτηση με το πώς εξελίσσονται οι σχέσεις της με την Δύση αλλά και με την Ανατολή καταδεικνύουν μια προσπάθεια στρατηγικής ανεξαρτητοποίησης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από την Δύση η οποία αντιμετωπίζει μεγάλα εμπόδια, αντιθέσεις και πισωγυρίσματα.

Ταυτόχρονα, η κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με το «Ανατολικό στρατόπεδο» του οποίου, τουλάχιστον στη Συρία, ηγείται η Ρωσία, τοποθετεί την Άγκυρα μεταξύ συμπληγάδων. Σταδιακά η Τουρκία δεν ταυτίζεται πλήρως με κανένα από τα δύο στρατόπεδα της αντιπαράθεσης. Αυτή η δυναμική σε συνάρτηση με τους δικούς της στόχους, την καθιστά ως έναν επίδοξο «τρίτο πόλο» στην Συρία και την Μέση Ανατολή γενικότερα. Η διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας σηματοδοτεί μια νέα εποχή στην τουρκική εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από ανοικτό αναθεωρητισμό, εφαρμοσμένη μεγαλομανία και πρόκληση αστάθειας.

Η υπάρχουσα τάση για ανεξαρτητοποίηση στην τουρκική εξωτερική πολιτική δεν είναι καινούργια στην σύγχρονη τουρκική ιστορία αλλά ποτέ ξανά δεν ευοδώθηκε με τόση συνοχή και, μέχρι πριν μερικά χρόνια, με τόση επιτυχία. Υπήρξε προϊόν της ανάδειξης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία της Τουρκίας από το 2002 μέχρι και σήμερα. Πολιτικοί απόγονοι παραδοσιακών ισλαμιστικών κινημάτων όπως το Κίνημα Εθνικής Άποψης του Νετζμετίν Εμπρακάν, οι ιδρυτές του ΑΚΡ προσπάθησαν να αποστασιοποιηθούν από τις σκληροπυρηνικές θέσεις που τους χαρακτήριζαν παλαιότερα, υιοθετώντας στοιχεία ρητορικής και πολιτικής από το κεμαλικό κατεστημένο. Σε αντίθεση με τον Ερμπακάν, για παράδειγμα, προέβαλαν μια φιλο-Δυτική και φιλο-ευρωπαϊκή στάση χωρίς να κάνουν συμβιβασμούς σε ό,τι αφορούσε τις θρησκευτικές και πολιτισμικές τους αξίες. Αυτή η τακτική τούς βοήθησε να κατευνάσουν μερικώς τους Κεμαλιστές καταφέρνοντας έτσι να παραμείνουν στην εξουσία και να μην ανατραπούν από άλλο ένα πραξικόπημα.

Ενόσω το ΑΚΡ διατηρούσε μια μετριοπαθή στάση κατάφερε μέσα από μεταρρυθμίσεις και συνταγματικές αλλαγές να εκδημοκρατίσει την χώρα και να ενισχύσει την οικονομία της, υποσκάπτοντας παράλληλα τις δομές εξουσίας των Κεμαλιστών και εγκαθιδρύοντας τις δικές του. Στην εξωτερική πολιτική στράφηκε στην Μέση Ανατολή και τον Μουσουλμανικό κόσμο για ιδεολογικούς και οικονομικούς λόγους αλλά και με αφορμή το σχετικά «βολικό» γεωπολιτικό περιβάλλον που την περιέβαλλε, και επίσης την επιδείνωση των σχέσεων της με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανέπτυξε σχέσεις οικονομικές και διπλωματικές σε πρωτοφανή βαθμό και διεκδίκησε τον ρόλο της χώρας-μοντέλου για τις υπόλοιπες μουσουλμανικές χώρες της περιοχής, ως πετυχημένο παράδειγμα σύνθεσης δημοκρατικών, φιλελεύθερων και συντηρητικών αξιών. Κατά εκείνη την περίοδο αυτά υπήρξαν τα μέσα με τα οποία η Τουρκία επεδίωκε τους στρατηγικούς της στόχους στην περιοχή.

Η προσέγγιση του ΑΚΡ ήρθε σε ρήξη με την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική του – τουλάχιστον μερικού – απομονωτισμού και της διατήρησης του status quo που ακολουθείτο μέχρι τότε, με λίγες μόνο εξαιρέσεις, από το κεμαλικό κατεστημένο. Αποτελεί πλέον κοινοτυπία η αναφορά στο βιβλίο του πρώην υπουργού Εξωτερικών και πρωθυπουργού της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, «Στρατηγικό Βάθος» για την απόδειξη του διαφοροποιημένου οράματος που χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική του ΑΚΡ. Μεταξύ πολλών άλλων ο Νταβούτογλου γράφει: «Η Τουρκία δεν έχει πια την ευχέρεια δημιουργώντας ένα εσωστρεφές σύστημα να διατηρήσει την ύπαρξή της ως ενός απλού μέλους της παγκόσμιας πολιτικής γεωγραφίας. Είτε θα επιδοθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες δυσκολίες αυτού του στρατηγικού προσανατολισμού, στην δημιουργία ενός δυναμικού πολιτισμικού άξονα είτε θα αλλοιωθεί η προσωπικότητά της και θα χαθεί η φήμη της ως παθητικοπεριφερειακού στοιχείου ενός πολιτισμικού άξονα, ο οποίος έχει δημιουργηθεί από άλλους» [2].


Ο Τούρκος πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου σε Συνέντευξη Τύπου στο Ελσίνκι, στην Φινλανδία, στις 6 Απριλίου 2016. REUTERS/Markku Ulander/Lehtikuva
------------------------------------------------

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Νταβούτογλου θεωρεί λανθασμένη την εσωστρέφεια που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της ιστορίας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ορίζοντας, μάλιστα, αυτή την προβληματική ως υπαρξιακό ζήτημα. Λέει ότι τα πράγματα πρέπει να κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση πιστεύοντας πως η Τουρκία θα μπορέσει να ξεφύγει από την θέση του παθητικού/περιφερειακού υποκειμένου, μόνο αν δρομολογήσει μια προσπάθεια ανανέωσης, που θα εκμεταλλευτεί καλώς αυτήν την μεταβατικότητα και την αλληλεξάρτηση μεταξύ των γεωπολιτικών ζωνών, ενσωματώνοντάς τις στην πολιτική της κουλτούρα. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν η σημερινή [σσ. κεμαλική] ελίτ συνεχίσει να βλέπει την γεωπολιτική της χώρας ως παράγοντα τακτικής των στρατηγικών ρυθμίσεων άλλων κέντρων πολιτικής ισχύος, όχι μόνο θα χάσει το κύρος της σε αυτές τις γεωπολιτικές ζώνες, αλλά θα γίνει δέσμια ενός status quo που δεν θα μπορεί να υπερασπιστεί ακόμα και την ενότητά της [3].

Η διάγνωση του Νταβούτογλου δεν έχει να κάνει μόνο με την εξωστρέφεια που θεωρεί ότι πρέπει να αποκτήσει η Τουρκία η οποία, κατά τον ίδιο, πρέπει να τεθεί σε μια γεω-πολιτισμική βάση. Επιπρόσθετα, διεκδικεί έναν ρόλο που θα είναι ανεξάρτητος από εξωτερικά κέντρα πολιτικής ισχύος και αποφάσεων, εννοώντας βεβαίως την Δύση και τις ΗΠΑ στις οποίες βασίστηκε εν πολλοίς το κεμαλικό κατεστημένο. Όμως η αντίληψή του, που ήταν μάλλον επαναστατική για τα δεδομένα της Τουρκίας και της συγκυρίας του 2001 που γράφτηκε το βιβλίο, προχωράει ακόμα πιο πέρα. Προς αυτή την κατεύθυνση διαφωτιστικό είναι ένα άλλο βιβλίο του, το «Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες», που συχνά παραβλέπεται. Πρόκειται για ένα βιβλίο που προέκυψε από τη διδακτορική του διατριβή, γραμμένο πριν από το «Στρατηγικό Βάθος», κατά βάση θεωρητικό και φιλοσοφικό και, κατά τον γράφοντα, σημαντικότερο, παρ’όλο που δεν επικεντρώνεται στην Τουρκία. Εκεί ο Νταβούτογλου ισχυρίζεται πως, «Σήμερα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι, έπειτα από ένα ορισμένο στάδιο εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού, οι μουσουλμανικές μάζες ως σύνολο θα υιοθετήσουν Δυτικούς τρόπους σκέψης και ζωής και αυτό γιατί στην πραγματικότητα το όλο πρόβλημα είναι κάτι παραπάνω από πρόβλημα σταδίου εξέλιξης. Η εν λόγω αντίδραση πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα ότι στην πραγματικότητα το Ισλάμ γίνεται αντιληπτό ως μια κοσμοθεωρία (Weltanschauung) εναλλακτική προς την δυτική φιλοσοφικοπολιτική παράδοση» [4].

Και συνεχίζει: «…οι συγκρούσεις και αντιθέσεις μεταξύ της ισλαμικής και της Δυτικής πολιτικής σκέψης πηγάζουν κυρίως από το φιλοσοφικό, μεθοδολογικό και θεωρητικό τους υπόβαθρο και όχι από απλές θεσμικές και ιστορικές διαφορές» [5].

Άρα, ο Νταβούτογλου και η Άγκυρα, δεν επιζητούν μόνο την εξωστρέφεια ή την ανεξαρτητοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τον ρόλο του εκπροσώπου της Δύσης. Όπως συνάγεται από τα προαναφερθέντα αποσπάσματα αλλά και κείμενα και ομιλίες άλλων παραγόντων του ΑΚΡ, προσβλέπουν στην ενοποίηση του γεω-πολιτισμικού και γεωπολιτικού μετα-οθωμανικού χώρου δίχως όμως αυτό να είναι αυτοσκοπός. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκουν να αναδείξουν το πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό σύστημα, που ονειρεύονται ότι θα προκύψει, ως εναλλακτικό του υπερισχύοντος Δυτικού. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Νταβούτογλου υιοθετεί έναν αντίστροφο Οριενταλισμό, ένα ουτοπικό εξεψιοναλισμό (exceptionalism) ξεκάθαρα αναθεωρητικό, που εδράζεται στη αντίληψη ότι Ισλάμ και Δύση (με ό,τι αυτή συνεπάγεται) είναι δύο αλληλοαποκλειόμενα συστήματα σε όλα τα επίπεδα και ότι η Τουρκία είναι ο νομιμοποιημένος φορέας αυτής της αλλαγής.

Βεβαίως, μεταξύ της σύλληψης και της υλοποίησης ενός οράματος υπάρχει μεγάλο χάσμα. Αλλά αυτό το ιδεολογικό και γεωπολιτικό σχήμα είναι ουσιαστικής σημασίας για να καταλάβουμε τους επιδιωκόμενους στόχους και την στάση της Τουρκίας σήμερα. Τα οικονομικά και διπλωματικά μέσα και γενικότερα τα μέσα «ήπιας» ισχύος που χρησιμοποίησε η Άγκυρα προς επίτευξη των στόχων της κατά την δεκαετία του 2000, ανατράπηκαν με το ξέσπασμα της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης η οποία απέκοψε τις σχέσεις που είχε κτίσει στην περιοχή με διάφορα καθεστώτα και μαζί τους την πολιτική και οικονομική της επιρροή.

Παράλληλα, καθώς η συριακή κρίση μετατρεπόταν σε έναν πόλεμο δια αντιπροσώπων με πολλά μέτωπα, κατέστη αναγκαίο για την Άγκυρα να ανταλλάξει την διεκδικητική και ανεξάρτητη εξωτερική της πολιτική με την «επιστροφή» της προς την Δύση, αναζητώντας αμερικανική και ΝΑΤΟϊκή υποστήριξη. Παρ’όλα αυτά, η ανάδυση του ΙΚ και οι διαφορές για το ζήτημα της Συρίας έφεραν την Τουρκία για ακόμα μια φορά σε αντίθεση με τα Δυτικά συμφέροντα. Κατ’ ακρίβεια, η Άγκυρα ενίοτε κλιμακώνει την σύγκρουση ή υποσκάπτει διεθνείς προσπάθειες για έναν συμβιβασμό στην Συρία. Η αμφιλεγόμενη στάση της προς το ΙΚ, η κατάρριψη του ρωσικού Su-24 τον Νοέμβριο του 2015 και ο βομβαρδισμός θέσεων του κουρδικού YPG (Μονάδες Προστασίας του Λαού) στην βόρεια Συρία είναι μόνο μερικά παραδείγματα.

Το YPG συγκεκριμένα έχει αποδειχτεί ένας από τους πιο σημαντικούς συμμάχους της Δύσης (αλλά και της Ρωσίας) κατά του ΙΚ και υποστηρίζεται τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την Ρωσία. Συνεπώς, αποτελεί ένα από τα λίγα πράγματα που το Δυτικό και ρωσικό στρατόπεδο έχουν κοινά στην περίπτωση της Συρίας, κάτι που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για περισσότερη συνεργασία και αποκλιμάκωση. Αλλά η Τουρκία βλέπει τους Σύριους Κούρδους του YPG ως παρακλάδι και προέκταση του PKK (Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν), το αποσχιστικό κουρδικό κίνημα που μάχεται κατά του τουρκικού κράτους από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αντίθετα με το YPG και την πολιτική του πτέρυγα (το PYD – Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας), το PKK είναι καταγραμμένο ως τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ και όχι μόνο. Το γεγονός ότι οι Σύριοι Κούρδοι κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν ένα de facto αυτόνομο κρατίδιο (ονόματι Ροζάβα) στην βόρεια Συρία κατά μήκος του τουρκο-συριακού συνόρου δημιουργεί μεγάλες ανασφάλειες στους Τούρκους.

Μετά από τις προσπάθειες του YPG να συνδέσει τα τρία καντόνια της Ροζάβα (το Αφρίν, το Κομπανί, και το Τζαζίρα) με επιχειρήσεις μεταξύ του Αφρίν και του Κομπανί κατά αντάρτικων ομάδων που υποστηρίζονται από την Τουρκία, η Άγκυρα ξεκαθάρισε ότι θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Επιπλέον, ο Ερντογάν διεμήνυε στην Ουάσιγκτον ότι πρέπει να επιλέξει ή την Τουρκία ή τους Κούρδους «τρομοκράτες», όπως τους αποκάλεσε [6].

Ο «ΝΕΟΣ ΑΝΤΙΔΥΤΙΚΙΣΜΟΣ» ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Η στάση της Τουρκίας προς τους Σύριους Κούρδους ξεσήκωσε κύμα αντιδράσεων με κάποιους να φτάνουν στο σημείο να υποστηρίξουν μέχρι και την αποπομπή της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ [7]. Σε αυτή την συγκυρία, οι σχέσεις της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ και την Δύση γενικότερα είναι πράγματι χωρίς ιστορικό προηγούμενο, χωρίς να υπονοείται ότι ήταν πάντοτε εύκολες. Μπορεί κανείς να θυμηθεί τα προβλήματα που υπήρχαν τις δεκαετίες του 1960 και 1970 με την κρίση της Κούβας και της Κύπρου ή την επιδείνωση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων μετά τον πόλεμο του Ιράκ το 2003. Όλες αυτές τις φορές η Τουρκία αναζήτησε εναλλακτικές εξωτερικής πολιτικής στην Σοβιετική Ένωση και αργότερα στην Ρωσία και την Μέση Ανατολή. Ωστόσο, πότε δεν προκάλεσε την συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και ποτέ δεν διέκοψε εντελώς τις σχέσεις της με την Δύση. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με την ίδια την εθνική της ταυτότητα η οποία έχει μέσα από τα χρόνια εμποτιστεί με Δυτικές ιδέες και αρχές παρακινώντας την επιθυμία της για περισσότερη ενσωμάτωσή της στην Δύση.

Όμως, πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Καθώς η τουρκική εθνική ταυτότητα αναδιαμορφώνεται από την «επανάσταση» του ΑΚΡ και οι εσωτερικές πραγματικότητες επηρεάζονται από ένα εκ των άνω επιβαλλόμενο σχέδιο συντηρητικής κοινωνικής μηχανικής, αλλάζουν και οι προτιμήσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία υπό το ΑΚΡ δεν είναι πλέον αφοσιωμένη σε Δυτικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ για τους ίδιους λόγους. Τα φιλο-Δυτικά ιδεολογικά κίνητρα δεν είναι το ίδιο σημαντικά διότι έχουν εν πολλοίς αντικατασταθεί από τα αντίστοιχα πολιτικο-ισλαμικά. Η Άγκυρα βλέπει πλέον αυτές τις σχέσεις μέσα από ένα φακό οπορτουνισμού. Μπορεί να μην έχουν πια σημασία ως πηγή έμπνευσης στο ιδεολογικό της όραμα αλλά έχουν σίγουρα πολλά να προσφέρουν στους τομείς της οικονομίας και της ασφάλειας.

Τα έγγραφα που διέρρευσαν από τις συζητήσεις της Τουρκίας με την ΕΕ για το προσφυγικό αποκαλύπτουν πως ο Ερντογάν απείλησε ευθέως τους Ευρωπαίους αξιωματούχους. Τους είπε πως αν δεν δώσουν στην Τουρκία την χρηματική βοήθεια των τριών δισ. ευρώ ετησίως που ζήτησε (αντί του συνολικού ποσού των τριών δισ. για δύο χρόνια), «Μπορούμε να ανοίξουμε τις πόρτες προς την Ελλάδα και την Βουλγαρία οποιαδήποτε στιγμή και μπορούμε να βάλουμε πρόσφυγες σε λεωφορεία» [8].

Μια παρόμοια στρατηγική χρησιμοποιήθηκε και στην περίπτωση της Συρίας. Το Φεβρουάριο του 2016, η Τουρκία προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την αντεπίθεση του συριακού καθεστώτος στην βόρεια Συρία (επαρχία του Χαλεπιού) και τους δικούς της βομβαρδισμούς κατά Σύριων Κούρδων ως μοχλό πίεσης για να πείσει το ΝΑΤΟ να εγκαθιδρύσει ζώνη ασφαλείας υποστηριζόμενη από ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στην Συρία. Παρ’όλο που το βασικό πρόσχημα ήταν το ΙΚ, τα κύματα των προσφύγων αλλά και η προέλαση του συριακού καθεστώτος, ο απώτατός της στόχος ήταν να εμπλακούν δυνάμεις του ΝΑΤΟ προς εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, βοηθώντας την να αποκόψει την επέκταση του συριακού Κουρδιστάν, να καταστείλει το YPG και να ανατρέψει τον Μπασάρ αλ Άσαντ.

Τόσο στην περίπτωση της ΕΕ όσο και του ΝΑΤΟ, η Τουρκία δεν έδρασε ως εταίρος αλλά με ένα μάλλον επιτήδειο και εγωιστικό τρόπο. Όσο επιτρέπεται στην Άγκυρα να χειραγωγεί δρώντες όπως το ΝΑΤΟ και την ΕΕ προς δικό της όφελος, δεν θα παρουσιάζει οποιαδήποτε προθυμία να απομακρυνθεί από αυτούς. Αντιθέτως, θα παραμένει φαινομενικά αφοσιωμένη στην σχέση τους ενώ θα συνεχίσει να την προκαλεί και να επιζητεί στρατηγική ανεξαρτησία. Κάτι τέτοιο, από μόνο του, δεν θα αποτελούσε πρόβλημα κατ’ ανάγκη. Και όμως, όπως έχουμε δει επανειλημμένα, αυτή η ανεξαρτησία αποκτάται εις βάρος των ΝΑΤΟϊκών και Δυτικών συμφερόντων.

Μια αργή αλλά καλά σχεδιασμένη πολιτική αλλαγή όπως αυτή που λαμβάνει χώρα στην Τουρκία για περισσότερα από δέκα χρόνια, είναι πολλές φορές δύσκολο να αξιολογηθεί μέχρι να είναι πολύ αργά. Κατά την διάρκεια αυτής της διαδικασίας το κράτος ταλαντεύεται μεταξύ δύο πραγματικοτήτων δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι η θέση του βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο διότι καμία από τις άλλες δύο επιλογές δεν φαίνεται να είναι μόνιμη. Κάποιες φορές όμως οι εσωτερικές πολιτικές αλλαγές παραμένουν στην αφάνεια μέχρι να τεθούν σε ενέργεια από εξωγενή γεγονότα που απαιτούν κάποια αντίδραση. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει και με την Τουρκία που, εντός περίπου δέκα χρόνων, κατάφερε να μετατραπεί από αυτόκλητος δρώντας προώθησης της ειρήνης και της συνεργασίας, σε ένα καθόλα αναθεωρητικό κράτος.

Όταν, μάλιστα, οι τακτικές «ήπιας» ισχύος που χρησιμοποιήθηκαν προς επίτευξη των αναθεωρητικών στόχων της Τουρκίας απέτυχαν, δεν υποχώρησε από τις προσπάθειές της να υλοποιήσει το γεωπολιτικό της όραμα και προχώρησε στην χρήση «σκληρής» (στρατιωτικής) ισχύος. Εξ άλλου, όπως το έθεσε ο Νταβούτογλου σε συζήτηση που αφορούσε σχεδιασμούς για επέμβαση στην Συρία η οποία διέρρευσε το 2014, «Πάντοτε λέω στον πρωθυπουργό [σσ: Ερντογάν]…, δεν μπορείς να μείνεις σε εκείνα τα εδάφη [σσ. Συρία] χωρίς σκληρή ισχύ. Χωρίς σκληρή ισχύ, δεν μπορεί να υπάρξει ήπια ισχύς» [9]. Αξίζει δε να αναφερθεί πως η Τουρκία αυξάνει την χρήση στρατιωτικής ισχύος στις αναθεωρητικές της πολιτικές με απτά παραδείγματα να είναι η δημιουργία στρατιωτικών βάσεων στο Κατάρ και την Σομαλία όπως και η στρατιωτική της παρουσία κοντά στην Μοσούλη του Ιράκ, για στρατηγικούς λόγους. [10]

Από αυτή την άποψη φαίνεται ότι οι Δυτικοί δεσμοί της Άγκυρας και η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την ριζοσπαστικοποίηση της εξωτερικής της πολιτικής. Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι διαφορετικό: Η Τουρκία κατάφερε να γίνει ένας – προς το παρόν σιωπηρά – αντι-Δυτικός δρώντας χωρίς να αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε επιπλοκές ακριβώς λόγω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ και τις αυξανόμενες σχέσεις της με την Ευρώπη. Κατ’ ακρίβεια, επειδή η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ κατάφερε να συντείνει στο να φέρει το ΝΑΤΟ και την Ρωσία στο χείλος ενός πολέμου πλήρους κλίμακας. Αν κάποιο άλλο κράτος της περιοχής ακολουθούσε παρόμοιες πολιτικές με αυτές της Τουρκίας, οι ΗΠΑ θα συζητούσαν ήδη στρατηγικές εξισορρόπησης και ανάσχεσης.

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΩΣ «ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΛΟΣ»

Συμπερασματικά, μπορούμε να δούμε πώς οι διεθνείς ανακατατάξεις και οι εσωτερικές αλλαγές στην Τουρκία οδήγησαν την τουρκική εξωτερική πολιτική στην σημερινή της φάση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Μέση Ανατολή. Όπως αναλύθηκε, η κρίση στις σχέσεις της με την Δύση είναι χωρίς προηγούμενο. Υπάρχει σοβαρή διάσταση συμφερόντων και απόψεων ενώ η Άγκυρα συχνά αντιστέκεται στην εφαρμογή των στρατηγικών προτεραιοτήτων των Δυτικών της εταίρων. Το ίδιο συμβαίνει και από την πλευρά των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ καθώς αρνούνται να αλλάξουν τις προτεραιότητες και τους σχεδιασμούς τους προς όφελος της Τουρκίας, τουλάχιστον στην περίπτωση της Συρίας.

Η ειδοποιός διαφορά σε αυτή την συγκυρία είναι το γεγονός πως η Τουρκία δεν έχει προβληματικές σχέσεις μόνο με την Δύση αλλά και με το στρατόπεδο της Ρωσίας, η οποία σε παλαιότερες εποχές αποτελούσε εναλλακτική επιλογή όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Το πρόβλημα με την Ρωσία δεν είναι καινούργιο, έχει αντιθέτως μακρά ιστορία. Σήμερα η κακή τουρκο-ρωσική σχέση δεν αφορά μόνο την Συρία και δεν πρόκειται για μια επιφανειακή ή εφήμερη κατάσταση πραγμάτων. Έχει πιο βαθιές ρίζες που σχετίζονται με τον ρωσο-τουρκικό γεωπολιτικό ανταγωνισμό τόσο στην Μέση Ανατολή όσο και στον Καύκασο, την Κεντρική Ασία, και τα Βαλκάνια [11], πάντα στο πλαίσιο του κενού ισχύος που προκύπτει στο διεθνές σύστημα από την μετακίνησή του προς τον πολυπολισμό. Μετά από πέντε χρόνια πολέμου στην Συρία, η Τουρκία λαμβάνει πλέον ανοιχτά και συνειδητά μέρος σε αυτόν τον ανταγωνισμό με την Ρωσία αφού οι αναθεωρητικοί της στόχοι δεν της επιτρέπουν να δεχτεί την υλοποίηση των ρωσικών στρατηγικών στόχων.

Συνεπώς, ευρισκόμενη μεταξύ του «Δυτικού» και του «Ανατολικού» στρατοπέδου, η Τουρκία προκύπτει ως ένας «τρίτος πόλος» που προκαλεί επιδιώκοντας ένα διαφορετικό «πακέτο» συμφερόντων και από τα δύο στρατόπεδα. Επειδή, όμως, η σχέση της με την Δύση παραμένει ισχυρή και πάνω απ’ όλα αναγκαία για την Τουρκία, την χρησιμοποιεί για να αυξήσει τις δυνατότητές της και να υποστηρίξει τις βλέψεις της στην Μέση Ανατολή. Όπως αναφέρθηκε, ασκεί πιέσεις στους συμμάχους της με την χρήση στρατιωτικής ισχύος (βομβαρδισμοί) κατά των φιλο-Δυτικών Κούρδων, με την ενίσχυση δικών της αντιπροσώπων εντός της Συρίας (ενίοτε περιλαμβανομένου και του ΙΚ), και με την δημιουργία συμμαχιών (π.χ. με την Σαουδική Αραβία).

Σκοπός της Άγκυρας είναι η ευθυγράμμιση του Δυτικού στρατοπέδου με τους δικούς της στρατηγικούς στόχους και την άμεση εμπλοκή του στον συριακό πόλεμο προς αυτή την κατεύθυνση. Άρα, παραδόξως, ο αντι-Δυτικισμός, ο αναθεωρητισμός και γενικά ο «τρίτος πόλος» της Τουρκίας περνά μέσα από την ίδια την Δύση. Είναι αναγκαίο οι βασικοί δρώντες της τελευταίας να αντιληφθούν έστω και με καθυστέρηση το τι πραγματικά συμβαίνει και να λάβουν τα δικά τους μέτρα.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως η λύση είναι η αποπομπή της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ καθώς κάτι τέτοιο πιθανόν να έκανε τα πράγματα χειρότερα. Θα ήταν, όμως, τουλάχιστον αφελές από την πλευρά των κρατών της Δύσης εάν συνέχιζαν να επιτρέπουν στην Άγκυρα να τα χειραγωγεί χωρίς μάλιστα να προχωρούν σε άσκηση πιέσεων για να περιορίσουν και να προλάβουν τις ζημιές του τουρκικού αναθεωρητισμού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

* Το κείμενο βασίζεται σε εισήγηση του Δρ. Ζήνωνα Τζιάρρα που έγινε στα πλαίσια της ημερίδας «Η Τουρκία, το Ισλαμικό Κράτος και η Μέση Ανατολή», του Τμήματος Τουρκικών & Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.
[1] Anna Borshchevskaya, “Are Putin and Assad Playing Good Cop, Bad Cop?”, The Washington Institute, 21/02/2016, http://www.washingtoninstitute.org/policy-analysis/view/are-putin-and-as....
[2] Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό Βάθος: Η Διεθνή Θέση της Τουρκίας, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010, σ. 159.
[3] Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό Βάθος, όπ. π., σσ. 193-194.
[4] Αχμέτ Νταβούτογλου, Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες: Η Επίδραση της Ισλαμικής και της Δυτικής Κοσμοθεωρίας στην Πολιτική Θεωρία, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2011, σ. 21.
[5] Νταβούτογλου, Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες, όπ. π., σ. 22.
[6] “Erdoğan to US: Choose either Turkey or the PYD as your partner”, Today’s Zaman, 07/02/2016,http://www.todayszaman.com/diplomacy_erdogan-to-us-choose-either-turkey-....
[7] Stanley Weiss, “It's Time to Kick Erdogan's Turkey out of NATO”, Huffington Post, 23/02/2016,http://www.huffingtonpost.com/stanley-weiss/its-time-to-kick-erdogans_b_....
[8] “A Syria Marshall Plan: Too Soon or Too Late?”, Middle East Briefing, http://mebriefing.com/?p=2180.
[9] Jack Moore, ”Turkey YouTube Ban: Full Transcript of Leaked Syria 'War' Conversation Between Erdogan Officials”, International Business Times, 27/03/2014, http://www.ibtimes.co.uk/turkey-youtube-ban-full-transcript-leaked-syria....
[10] “Turkey to open first base in Middle East in Qatar”, Middle East Eye, 17/12/2015,http://www.middleeasteye.net/news/turkey-open-first-base-middle-east-qat.... “First Turkish military base in Africa to open in Somalia”, Daily Sabah, 19/01/2016,http://www.dailysabah.com/diplomacy/2016/01/19/first-turkish-military-ba.... Stephen Kalin, “Dispute over Turkish troops throws future of Mosul into question”, Reuters, 07/01/2016,http://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-iraq-turkey-idUSKBN0UL1.... Sofia Barbarani, “Turkish troops taking on Isil in 'secret battle' in Iraq”, The Telegraph, 25/02/2016,http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/islamic-state/12172521/Turkish....
[11] Guy Taylor, “Armenia Pulled into Russia-Turkey Clash”, The Washington Times, 02/03/2016,http://www.washingtontimes.com/news/2016/mar/2/armenia-pulled-into-russi.... Şener Aktürk, “The Crisis in Russian–Turkish Relations, 2008–2015” στο Russian Analytical Digest, Center for Security Studies, no. 179, Φεβρουάριος 2016, σσ. 2-5, http://www.css.ethz.ch/content/dam/ethz/special-interest/gess/cis/center....

Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου