Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η επαναπροσέγγιση Ρωσίας και Τουρκίας Μην περιμένετε μια ισότιμη εταιρική σχέση Jeffrey Mankoff

Η εξομάλυνση των σχέσεων της Τουρκίας με την Ρωσία στα τέλη Ιουνίου αποτέλεσε ένα σπάνιο δείγμα καλών ειδήσεων για την χώρα. Υπό την πίεση ενός κύματος τρομοκρατικών επιθέσεων από Κούρδους αντάρτες [2] και το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος ή ISIS [3], μιας μαζικής εισροής προσφύγων από την Συρία [4], αυξανόμενων οικονομικών προβλημάτων [5] επιδεινούμενων από τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και αυξανόμενων τριβών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται να έχει αποφασίσει ότι η χώρα του δεν μπορούσε πλέον να αντέξει έναν ψυχρό πόλεμο με τη Μόσχα.
Με το να ζητήσει συγνώμη για την κατάρριψη του ρωσικού πολεμικού αεροπλάνου από την Τουρκία, τον Νοέμβριο του 2015, ο Ερντογάν άνοιξε τον δρόμο για την επανασύνδεση των οικονομικών δεσμών και την αυξημένη συνεργασία για την ασφάλεια μεταξύ των δύο χωρών. Η απολογία, ωστόσο, δεν θα μειώσει την αυξανόμενη επιρροή της Ρωσίας στην αυλή της Τουρκίας. Περισσότερο από την κατάρριψη, αυτή η ευρύτερη γεωπολιτική στροφή –που δείχνει την Ρωσία να γίνεται πιο ισχυρή στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου, και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής [6], συχνά εις βάρος της Άγκυρας- θέτει ένα τέλος στην βραχύβια στρατηγική εταιρική σχέση Ρωσίας- Τουρκίας που προέκυψε κατά την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα.

Στα επόμενα χρόνια, η αυξανόμενη επιρροή της Ρωσίας στην αυλή της Τουρκίας θα συνεχίσει να περιορίζει τις ευκαιρίες για πραγματική εταιρική σχέση μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας. Και παρ’όλο που η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν έχει δημιουργήσει την ευκαιρία για αυξημένη ρωσο-τουρκική συνεργασία βραχυπρόθεσμα λόγω της έντασης των σχέσεων της Άγκυρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, έχει επίσης κάνει την Τουρκία πιο αδύναμη και, συνεπώς, πιο ευάλωτη σε ρωσικές πιέσεις. Οι εξελίξεις αυτές θα περιορίσουν περαιτέρω τις μακροπρόθεσμες προοπτικές για τα πάντα εκτός από μια εξαιρετικά άνιση εταιρική σχέση μεταξύ των δύο χωρών.


Ένα ρωσικό πολεμικό πλοίο πλέει στον Βόσπορο, τον Απρίλιο του 2016. MURAD SEZER / REUTERS
--------------------------------------------------

ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΑΛΙ

Η πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα είδε μια στενή ρωσο-τουρκική συνεργασία που ανέτρεψε αιώνες αντιπαράθεσης. Οι στρατηγικές φιλοδοξίες των δύο χωρών άρχισαν να συγκλίνουν: Αμφότερες ήλπιζαν να διαδραματίσουν έναν μεγαλύτερο ρόλο στην παγκόσμια τάξη και γίνονταν όλο και πιο απογοητευμένες με αυτό που έβλεπαν ως άρνηση της Δύσης να τους δώσει μια αποφασιστική θέση. Και με αμφότερες τις οικονομίες τους να αγωνίζονται, η Άγκυρα και η Μόσχα άρχισαν να επικεντρώνονται στην οικονομική συνεργασία, εμβαθύνοντας τους εμπορικούς και επενδυτικούς τους δεσμούς. Μέχρι το 2015, η Ρωσία ήταν ο τρίτος μεγαλύτερη εμπορικός εταίρος της Τουρκίας [7], η τέταρτη μεγαλύτερη πηγή ξένων επενδύσεων και ο κύριος προμηθευτής φυσικού αερίου, και οι Ρώσοι τουρίστες είχαν γίνει ένα κοινό θέαμα στα τουρκικά θέρετρα.

Η απόφαση της Ρωσίας τον Νοέμβριο του 2015 να επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία για την κατάρριψη του πολεμικού αεροσκάφους της, έβλαψε σοβαρά την τουρκική οικονομία. Η Μόσχα επικέντρωσε τις κυρώσεις στους τρεις πυλώνες της διμερούς οικονομικής σχέσης: Την γεωργία, τις κατασκευές και τον τουρισμό. Μεταξύ άλλων μέτρων [8], η Ρωσία απαγόρευσε τις εισαγωγές πολλών τουρκικών τροφίμων, περιόρισε τις δραστηριότητες των τουρκικών κατασκευαστικών εταιρειών στην Ρωσία, έθεσε εκτός νόμου τις πτήσεις τσάρτερ μεταξύ των δύο χωρών και ακύρωσε μια συμφωνία για ταξίδια χωρίς βίζα που είχαν συνάψει η Μόσχα και η Άγκυρα το 2010. Ο ρωσικός γίγαντας φυσικού αερίου Gazprom έβαλε στο ράφι [9] τα σχέδιά του για την κατασκευή ενός νέου αγωγού κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας στην Τουρκία, και η Rosatom, μια κρατική πυρηνική εταιρεία, ανέστειλε τις εργασίες [10] σε έναν αντιδραστήρα που έχτιζε στην τουρκική πόλη Ακούγιου. Στο σύνολό τους, σύμφωνα με μια εκτίμηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD), οι κυρώσεις θα μείωναν το ΑΕΠ της Τουρκίας κατά 0,7% το 2016, αν παρέμεναν εν ισχύι για ολόκληρο το έτος.

Εξίσου επιβλαβείς για την Τουρκία ήταν οι συνέπειες της αντιπαράθεσης με την Ρωσία σχετικά με τις προσπάθειες της Άγκυρας να αντιμετωπίσει την κρίση στην Συρία. Αυτή η σύγκρουση έθεσε την Ρωσία (η οποία μαζί με το Ιράν και την σιιτική μαχητική ομάδα Χεζμπολάχ στηρίζει την κυβέρνηση του προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ) εναντίον της Τουρκίας, η οποία μαζί με μια σειρά από αραβικά κράτη του Κόλπου και Δυτικές χώρες υποστηρίζει διάφορες σουνιτικές ομάδες ανταρτών που επιδιώκουν την αποπομπή του Άσαντ. Στους μήνες μετά το περιστατικό της κατάρριψης του μαχητικού αεροσκάφους, η Μόσχα ενέτεινε τις δράσεις της κατά των τουρκικών συμφερόντων στην Συρία, χρησιμοποιώντας την πολεμική αεροπορία της για να επιτεθεί σε ομάδες ανταρτών που υποστηρίζονται από την Τουρκία. Με την σειρά τους, περισσότεροι Σύριοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για την Τουρκία, η οποία φιλοξενεί σήμερα πάνω από τρία εκατομμύρια [4] προσφύγων.

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία παρείχε επιπλέον στήριξη στο Κουρδικό Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD) που εδρεύει στην Συρία -μια αιτία αγωνίας μεταξύ των Τούρκων ηγετών, οι οποίοι βλέπουν το PYD ως προέκταση του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), την ομάδα που αγωνίζεται σε μια αιματηρή αυτονομιστική σύγκρουση στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας, που αναζωπυρώθηκε κατά το τελευταίο έτος. Η Ρωσία επέτρεψε στο PYD, το οποίο έχει συστήσει ένα de facto κρατίδιο στην βόρεια Συρία, να ανοίξει [11] ένα γραφείο αντιπροσωπείας στην Μόσχα, και η ρωσική πολεμική αεροπορία πραγματοποίησε αποστολές βομβαρδισμού που άνοιξαν τον δρόμο στους Κούρδους της Συρίας να αδράξουν επιπλέον έδαφος. (Η Άγκυρα επίσης διατύπωσε την κατηγορία ότι φορτία ρωσικών όπλων προς το PYD είχαν περάσει λαθραία από τα σύνορα Συρίας-Τουρκίας, καταλήγοντας στα χέρια του ΡΚΚ).

Στο πλαίσιο αυτό, δεν θα πρέπει να αποτελέσει καμία έκπληξη ότι ο Ερντογάν κινήθηκε τόσο γρήγορα για να αποκαταστήσει τους δεσμούς της Τουρκίας με την Ρωσία. Μαζί με μια έξαρση των επιθέσεων του ISIS στην Τουρκία, η αποτυχία της στρατηγικής της Τουρκίας στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, η εμβάθυνση της διεθνούς απομόνωσης της Άγκυρας, η επιδείνωση της σύγκρουσης με το PKK και το οικονομικό και στρατηγικό κόστος των αντιποίνων της Ρωσίας φαίνεται να έχουν πείσει την τουρκική κυβέρνηση ότι δεν μπορεί πλέον να αντέξει την αντιπαράθεση με την Μόσχα. Η έκφραση της λύπης του Ερντογάν [για το περιστατικό της κατάρριψης του μαχητικού τζετ] φάνηκε να έχει σχεδιαστεί [12] έτσι ώστε να ανοίξει τον δρόμο στην Τουρκία να αποσύρει το αίτημά της για την άμεση ανατροπή του Άσαντ (κάτι που φαίνεται απίθανο εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα) ως αντάλλαγμα για τον τερματισμό των ρωσικών κυρώσεων και την απόσυρση της υποστήριξης της Ρωσίας προς το PYD. Αν το τέχνασμα πετύχει, η Άγκυρα θα είναι σε θέση να επικεντρωθεί στις πιο άμεσες προκλήσεις του PKK και του ISIS -στην τελευταία αυτή περίπτωση, ίσως σε συνδυασμό με την Ρωσία.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η Ρωσία απέσυρε τις απαγορεύσεις που είχε επιβάλλει στις πτήσεις τσάρτερ προς τα τουρκικά θέρετρα και ενέκρινε την εκκίνηση συνομιλιών με στόχο την επανέναρξη των κανονικών οικονομικών σχέσεων. Και στον απόηχο της επίθεσης αυτοκτονίας στο διεθνές αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης από το ISIS στις 28 Ιουνίου, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ρωσίας και της Τουρκίας συναντήθηκαν στο Σότσι και συμφώνησαν να επαναλάβουν τις επαφές μεταξύ των δύο στρατών και την αντιτρομοκρατική συνεργασία.


Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, τον Ιούνιο του 2016. MURAT CETINMUHURDAR / PRESIDENTIAL PALACE / HANDOUT VIA REUTERS
------------------------------------

ΑΝΤΙΟ ΣΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ

Η οποιαδήποτε ρωσο-τουρκική [πολιτική] ύφεση, ωστόσο, πιθανώς δεν θα αποκαταστήσει την στρατηγική εταιρική σχέση που καθόρισε την σχέση μεταξύ της Άγκυρας και της Μόσχας πριν από την συριακή σύγκρουση. Τα πρώτα σπέρματα της εν λόγω συνεργασίας είχαν ήδη σπαρθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αλλά δεν ήταν παρά όταν ο Ερντογάν ανέλαβε την εξουσία το 2003 που πραγματικά άνθισε. Τότε, όπως και τώρα, ο Ερντογάν και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, αμφότεροι αυταρχικοί ισχυροί άνδρες που έχουν μεταξύ τους κάποια προσωπική χημεία [13], μοιράζονταν μια απογοήτευση για την κυριαρχούμενη από την Δύση διεθνή τάξη που αγωνιζόταν να ενσωματώσει πλήρως τις δύο χώρες τους. Και τόσο η Τουρκία του Ερντογάν όσο και η Ρωσία του Πούτιν μοιράζονται κάποια οικονομικά συμφέροντα -για παράδειγμα, την αποστολή ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω αγωγών που διέρχονται από την Τουρκία.

Ωστόσο, αυτό που πραγματικά έκανε δυνατή την ρωσο-τουρκική συνεργασία, ήταν η υποχώρηση της στρατιωτικής δύναμης της Μόσχας από τα σύνορα της Τουρκίας μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Από τον Κριμαϊκό πόλεμο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο [14], η ανασφάλεια της Τουρκίας απέναντι στην στρατιωτική δύναμη της Ρωσίας ανάγκαζε την Τουρκία να προσδένεται στα πιο ισχυρά κράτη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής -την Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο στην δεκαετία του 1850, την Γερμανία κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και το ΝΑΤΟ αρχής γενομένης από το 1950. Αυτό άλλαξε το 1991, όταν η κατάρρευση του στρατού της Μόσχας και η εξασθένηση της επιρροής της Ρωσίας [15] στα Βαλκάνια, την ανατολική Μεσόγειο και τον Νότιο Καύκασο ήρε την απειλή της Ρωσίας προς την Τουρκία για πρώτη φορά εδώ και αιώνες, επιτρέποντας στην Τουρκία να ακολουθήσει μια πιο φιλόδοξη εξωτερική πολιτική και να εμβαθύνει τον ρόλο της στην Μέση Ανατολή.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο στρατός της Ρωσίας έχει βελτιωθεί, κυρίως ως αποτέλεσμα ενός τεράστιου αμυντικού προγράμματος εκσυγχρονισμού [16] που η χώρα ξεκίνησε το 2008. Και στην γειτονιά της Τουρκίας, η Μόσχα ενισχύει την στρατιωτική της παρουσία. Η Ρωσία έχει δημιουργήσει ζώνες αντι-πρόσβασης /άρνησης περιοχής (anti-access/area denial zones, A2/AD) στην Μαύρη Θάλασσα, όπου από τότε που προσάρτησε την Κριμαία το 2014 εργάζεται για την αναβάθμιση των ναυτικών δυνάμεών της, και, επίσης αναπτύσσει έναν θόλο A2/AD στην ανατολική Μεσόγειο [17] . Η Ρωσία έχει μετακινήσει πρόσθετες δυνάμεις και εξοπλισμό στην ναυτική βάση της στην συριακή πόλη Ταρτούς [18], και συμφώνησε με την κυβέρνηση Άσαντ να σταθμεύσει δυνάμεις σε άλλες περιοχές σε όλη την χώρα, κυρίως στην Λατάκια [19]. Τον Δεκέμβριο του 2015, υποσχέθηκε να ενισχύσει [20] την 5000 ανδρών στρατιωτική της δύναμη στην Αρμενία, στα τουρκικά σύνορα, και καθιέρωσε ένα κοινό σύστημα αεράμυνας [21] με την χώρα αυτή. (Μερικά από αυτά τα βήματα, όπως η ανάπτυξη πρόσθετων δυνάμεων στην Αρμενία, μπορεί να πραγματοποιηθούν στον απόηχο της ρωσο-τουρκικής προσέγγισης, αλλά τα περισσότερα από αυτά πιθανότατα θα αντέξουν).

Αυτές οι αλλαγές έχουν κάνει για άλλη μια φορά την Άγκυρα ευάλωτη στις ρωσικές πιέσεις [22]. Την ίδια στιγμή, τα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας και της Τουρκίας έχουν αποκλίνει: Όχι μόνο στην Συρία, αλλά και στην Ουκρανία [23], την οποία η Ρωσία έχει εργαστεί για να διαμελίσει ενώ η Τουρκία έχει συσφίξει τους δεσμούς της, και στον Καύκασο όπου η αναζωπύρωση των συγκρούσεων [24] μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν έχει επιδεινώσει την αντιπαλότητα μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας στην εν λόγω περιοχή.

Το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία μπορεί να βελτιώσει ορισμένες από αυτές τις εντάσεις βραχυπρόθεσμα, δεδομένου ότι η Μόσχα, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους συμμάχους της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, θα είναι πρόθυμη «να κάνει τα στραβά μάτια» καθώς ο Ερντογάν εκκαθαρίζει τους εγχώριους αντιπάλους του. Πράγματι, η Ρωσία πιθανώς θα εκμεταλλευθεί την αποξένωση της Τουρκίας από την Δύση για να προσπαθήσει να την τραβήξει πιο κοντά της. Ούτε βλάπτει ότι η τουρκική πολεμική αεροπορία [25] η οποία από καιρό εκνευρίζεται με τις ρωσικές παραβιάσεις του εναέριου χώρου της και έχει ενθαρρύνει ισχυρές απαντήσεις σε αυτές, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με την οργή του Ερντογάν για τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε στο σχέδιο ανατροπής του. (Στην πραγματικότητα, οι πιλότοι [26], οι οποίοι κατέρριψαν το ρωσικό τζετ είναι μεταξύ εκείνων που συνελήφθησαν μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος).

Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, ο αχός από το πραξικόπημα θα επιδεινώσει την σχετική ανασφάλεια της Τουρκίας. Το ξεκοίλιασμα του στρατού από τον Ερντογάν θα τον καταστήσει λιγότερο ικανό να αντισταθεί στην επέκταση της ρωσικής ισχύος, ακόμη και καθώς η καταστολή που επιχειρεί εναντίον των υποτιθέμενων αντιπάλων του κινδυνεύει να τον αποξενώσει από τους Δυτικούς συμμάχους της Τουρκίας. Με την Τουρκία να αντιμετωπίζει την βαθύτερη αβεβαιότητα που έχει δει εδώ και δεκαετίες, ο Ερντογάν δεν είναι σε θέση να αντιδρά ενάντια στην Μόσχα. Η Ρωσία θα συνεχίσει να επεκτείνει την επιρροή της στην κοινή γειτονιά των δύο χωρών, ενώ θα προσφέρει στην Άγκυρα μόνο την προοπτική μιας άνισης σχέσης.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.


Σύνδεσμοι:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου