Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Συνομιλία με τον συνάδελφο Ιησού για τη Μακρόνησο

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ ΤΙΠΟΤΕ... ΓΙΑΤΙ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ...
Του Γ. Γ
Το παρακάτω ποίημα είναι δημιούργημα ενός μεγάλου ηθοποιού, ποιητή και δοκιμιογράφου (δυστυχώς υποτιμημένου), ο οποίος μέχρι την τελευταία πνοή της ζωής του υπηρέτησε το λαϊκό κίνημα βρισκόμενος πάντα στο πρώτο μετερίζι κάθε πολιτικού και κοινωνικού αγώνα. Του Τζαβελά Καρούσου

Την επιλογή του να υπηρετεί την στρατευμένη τέχνη, να βρίσκεται μπροστάρης στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση την «πλήρωσε» με φυλακίσεις, εξορίες και βασανιστήρια, στην Ικαρία, τη Μακρόνησο, στον Αϊ-Στράτη και στη Γυάρο (επί χούντας). 

(Περισσότερα γι’ αυτόν τον κομμουνιστή καλλιτέχνη μπορείτε να διαβάσετε εδώ).



Το ποίημα που παραθέτουμε, σύμφωνα με τον δημιουργό του, είναι «Αφιερωμένο στον παγκόσμιον ήρωα της Μακρόνησου υποπλοίαρχο Τατάκη».  Έναν κομμουνιστή από τα πρώτα στελέχη της Ενωσης Ναυτίλων Αξιωματικών κι αργότερα της θρυλικής Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕNO) που τα καθεστωτικά καθάρματα δολοφόνησαν στις 9 προς 10 Γενάρη του 1950 με φρικτά βασανιστήρια που κράτησαν 33 ολόκληρες μέρες.  (Σχετικό δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη»).



Μεγάλη Παρασκευή



Συνομιλία με τον συνάδελφο Ιησού για τη Μακρόνησο



Αφιερωμένο στον παγκόσμιον ήρωα της Μακρόνησου υποπλοίαρχο Τατάκη




Κατά εξάδας μας παρέλαβαν

Της Μακρονήσου οι Εκατόνταρχοι.

Κατά εξάδας γίνουνται όλα εδώ.

Κατά εξάδας και οι στιγμές του χρόνου αγκομαχάνε...



Μας επλαισίωσαν οι άψογοι βασανιστές μας πάνοπλοι κι εδώ

σ’ αυτό το πλάτωμα μας έφεραν
να μελετήσουμε τα πάθη σου, Χριστέ μου.
Απνοη εσπέρα του Απριλίου γιομάτη από αναμνήσεις αρωμάτων...

Φέρνει στη θύμηση επιτάφιους ολάνθιστους που τρέχαμε
από λουλούδια και λύπη ζαλισμένοι,
 κι η λύπη και τα λούλουδα κι η λάμψη από τα κεράκια ευωδιαστές επιθυμίες
εφούντωσαν μες στο γλυκό το βράδυ...

Εδώ σ’ αυτήν την κορυφή άμμος
το λιγοστό της χώμα
 και κάποιες τούφες χαμολούλουδα μαβιά
της ερημιάς το πένθος...

Η θλίψη μας βαθύτατη
σαν τη σιωπή του πόντου και λογιάζουμε
Μπαμπού και πανοπλίες που δεν χρειάζονται
για να μας φέρουν στην κηδεία σου, Αδερφέ μου.

Γιατ’ είσαι ο αδερφός μας, Ιησού
Εσέν’ ακολουθούσαμεν ακόμα
όταν βρισκόμαστε
μες στης ανυπαρξίας τα χάη...

Εμβρυα μες στη μήτρα που μας γέννησε
Ειρήνη ονειρευόμαστε κι’ Αγάπη...

Και τη χαρά που έταξες κάπου,
σε ένα άγνωστο Ουρανό
να βρουν να ξεδιψάσουν οι κακόμοιροι εμείς
ονειρευτήκαμε στη Γη μας που πατούμε να τη βρούνε...

Σε κλαίμε από παιδάκια, ω Αδερφέ.
Σε κλαίμε όπως Σε κλάψανε των μαρτυρίων οι νύχτες
στο διάβα μέσα των Αιώνων κ’ οι υπάρξεις,
που ολοκλήρωσαν στον πόνο τους τον Ανθρωπο και τη Θυσία...

Σ’ έκραξαν οι βασανιστές Θεό.
Στα παντοδύναμα συμφέροντα κι αυτοί οι Θεοί χρωστάνε να υποκύπτουν.
Μόνο που γίνηκες Θεός γιατ’ ήσουν Ανθρωπος κι Αγάπη γλυκύτατε συνάδελφε,
και να βαστάξης μπόρεσες τα βάσανα
που μαρτυρήσανε φριχτά το δυνατό ως το τέλος του κορμί σου...

Είναι καλή του Απρίλη αυτή η βραδυά
γιομάτη απ’ αναμνήσεις αρωμάτων...

Κ’ είναι η ιδική σου συντροφιά, καλέ μας Αδερφέ,
στην πονεμένη συλλογή της, όσο ποτέ δεν είχαμε γνωρίσει...
Το Τρισανέμι καταλόγιασε.

Και σιγανά στην ηρεμία του μπορούμε τα δικά μας να μιλήσουμε,
ενώ οι τυφλοί βασανιστές’ οι μαύροι Αρχιερείς σου κορδώθηκαν
εκεί να περιπαίζουν το μεγάλο, τον ανείπωτο πόνο πασών των γενεών
Και της βραδυάς τη θλίψη...

Απλά θα σου ιστορήσουμε σ' αυτήν την ησυχία μαρτύρια
που δε μπόρεσες ποτέ σου να γνωρίσεις... [...]
Κάθε στιγμή και κάθε ώρα φάλαγγες ατέλειωτες, φάλαγγες ρυθμικές [...]
τα σκαρφαλώνουνε και κουβαλούνε τα βουνά στον ώμο τους
την απεραντοσύνη του πελάγου να μαλώσουν



Και μπουκωμένο θάλασσα έπειτα το στεγνωμένο στόμα τους

τροχάδη ν’ αναβούν ξανά στην κορυφή του Γολγοθά

με την αψι’ αγωνία τους να σβύσουν τον ασβέστη

να στολίσουνε να σβύσουν τον ασβέστη ν’ ανθρωπέψουνε τον τάφο τους,

τον τάφο τους που εκεί

πορνοβοσκοί καννίβαλοι πασκίσανε την Ανθρωπιά,

τη Λεβεντιά, τη Δύναμη να θάψουν... [...]

Μα ο ύπνος έχει φύγει απ’ τάγριο τούτο κάτεργο...
Κι’ απαίσια φαντάσματα έρχουνται μες στα πηχτά μεσάνυχτα!

Μας σέρνουνε κατάγυμνους μες στις χαράδρες που μας ζώνουν...
Να μπόραγες ν’ ακούσης πώς γιομόζουν τα μεσάνυχτα Ανθρώπινη οδύνη...
Να μπόραγες ν’ ακούσης, Ναζωραίε μου,
πώς ολολύζουν οι ώρες οι μικρές, πώς βογγούνε κι’ ουρλιάζουν οι χαράδρες...

Να μπόραγες να δης κοράκια, θυμωμένα σύγνεφα,
που πειναλέα ζυγιάζουνται από πάνω μας
ακαρτερώντας το συμπόσιο που έχουν μάθει...
Να μπόραγες να βάσταγες, καλέ μου,
να το βάσταγες να μπόραγες πού χάνεται η μιλιά από τις χαράδρες
κι’ ο Λόγος πού μαζεύεται σ’ ένα ατέρμονο «Οχι...» [...]

Ω Ναζωραίε μου Αδερφέ!
Και νάξερες, καλέ μου πόσο καλοί ήταν οι δικοί σου οι Εκατόνταρχοι.
Σε σταύρωσαν,
μια φορά μονάχα, ω Αδερφέ μου.
Κι’ όταν εδίψασες αργά το δειλινό να δροσιστής σου δώσαν λίγο ξύδι.

Αλάτι μοναχό δεν σε ταΐσανε και δεν σου δείξανε ύστερα το
πέλαγο τη δίψα σου να σβύσης...

Κι’ όταν ελίγωσες
κοντά στο ηλιοβασίλεμμα
λίγη σπλαχνιάν οι άσπλαχνοι τη βρήκαν
να λογχίσουνε την τρυφερή καρδιά σου...

Ηρθε καλός και γρήγορος ο θάνατος
της σάρκας τον αβάσταχτο να γαληνέψη πόνο...
Κολώνες δεν εφάσκιωσαν με το γυμνό κορμί σου
μερόνυχτα... μερόνυχτα πολλά στον ήλιο και στ’ αγιάζι.
Αψυχη δεν εσώριασαν τη λιανισμένη σάρκα σου
και νασελγουν απάνω της λυσσώδικα
χιλίαρχοι διεστραμμένοι...
Καϋμένε μου Αδερφέ!...

Να οργώσης δεν σε βάλανε τα ριζιμιά λιθάρια κήπους της Βαβυλώνας να κρεμάσης!...
Σε κάρρα υποζύγιο δε σε ζέψανε με χώμα τις χαράδρες να γιομόσης!...
Δεν σ’ έστησαν ορθό να κοιμηθής κατάφορτο σα ζώο και δεν κατάντησαν ποτές τα χέρια σου ποδάρια!...
Δε σ’ άλειψαν με πίσσα και πετρόλαδο
και σα φυτίλι δε σ’ ανάψανε, καλέ μου,
και δε σε ρίξανε ύστερα στη θάλασσα
σαν το δαυλί να σβήσης!...

Το κορμάκι πούγινε καψάλα πληγιασμένη πώς τάφισαν
κατάκοιτο στο χιόνι της πλαγιάς  να γιάνη μοναχό του!... 

Νάξερες πόσο ήταν καλοί
ακόμα ως κι' οι ληστές ! που κρέμασαν στα πλάγια σου, Αδερφέ μου.
Δεν ήτανε... ποτές... πότες η εξαγριωμένη πείνα κ’ η τρελή
και λυσσασμένη δίψα!...

Κι’ όταν το φως βασίλεψε στα λυπημένα μάπα σου,
Αδερφέ μου, βρέθηκε κάποιο μέτρο γης νεκρό να σε χωρέση
και μια γυναίκα ευρέθη δίπλα σου να λουλουδίση
με τα δάκρυά της το νιοσκαμμένο χώμα...

Ηταν καλοί οι δικοί σου Εκατόνταρχοι!
Μέσα στον κρύο βυθό δε σ’ έστειλαν
με τα λιθάρια σου αγκαλιά των μαρτυρίων
πύργο να κάνης την απέραντη Μεσόγειο
όπου φαιδρό κι’ αμέριμνο το έγκλημα να ευωχήται...

Ηρθες πρώτος, συνάδελφε, και διάβηκες...
Δεν είδες και δεν άκουσες...
Νάξαιρες τι είναι να γρικάς και να κυττάζης...
Κι’ όταν ζύγωσε η υπέρτατη στιγμή μπόρεσες το «τετέλεσται» να σιγοψιθυρίσης.

Είχες φωνή και φρόνηση ακόμα...
Δε σούκοψεν ο τρόμος τη λαλιά και δε σε χτύπησεν η τρέλλα μας η αλλόκοτη
που ξαίρη να πονάη και να γνωρίζη...
Δε σούτυχαν οι πόρνοι κ’ οι δειλοί την Αρετή και την Αντρεία να σε διδάξουν!
Ω, η στυγνή η υποκρισία τους!

Πώς την αδράζουνε ταλλόφρονα μεγάφωνα
και την ξερνάν παραφροσύνη... [...]
Υποκριτές και λαίμαργοι και μέθυσοι,
βασανιστές και βρωμεροί και φαύλοι
κύναιδοι, ψεύτες κι’ ασελγείς αλλάζουν σχήμα στους καιρούς
για να μπορούν να υμνούν μετέπειτα μαρτύρια που έχουν επιβάλει...

Ετσ ήσαν πάντα, ω Αδερφέ μου, οι Αρχιερείς! [...]
Μα ήρθανε τώρα άλλοι καιροί!...
Το τέλος των Καισάρων έφτασε αδυσώπητο!
Κ’ είναι γι’ αυτό
σκληρότεροι οι Πιλάτοι σήμερα κ’ οι Αρχιερείς [...]!
Σκληροί όμως γίναμε κ’ εμείς!

Και την Ανάσταση που ετάξαμε
θα φέρουμε στ’ Αδέρφια μας τα κακομοιριασμένα
Και πιο σκληροί από Σε κι’ Αρχιερείς και Καίσαρες
θα κάνουμε Παράδεισο τη Γη μας που πατούμε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου