Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η θεοκρατική αυτοκρατορία που μετέτρεψε τους πειθήνιους υπηκόους της σε εγκληματίες πολέμου

Μια θεοκρατική αυτοκρατορία του 20ου αιώνα εκπαίδευε τους υπηκόους της από τη σχολική ηλικία στην πλήρη υποταγή και αποδοχή οποιασδήποτε τιμωρίας από τους ανωτέρους τους, και στην εκτέλεση κάθε εντολής, ακόμη και όταν αυτή αφορούσε τη δολοφονία εκατομμυρίων αμάχων. 
Οι υπήκοοι της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας πίστευαν ότι οι διαταγές που λάμβαναν είχαν θεϊκή προέλευση και δεν μπορούσαν να τις αμφισβητήσουν. Αυτή η ιδεολογία, η οποία αφενός δημιούργησε πειθήνιους υπηκόους και αφετέρου κατέστησε τους Ιάπωνες στρατιώτες βάναυσους υπηρέτες των συμφερόντων των ελίτ της χώρας τους, δεν έχει εξαλειφθεί εντελώς μέχρι σήμερα. 
Οι ιδιαιτερότητες του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού
Οι Ιάπωνες στρατιώτες που κατέλαβαν πολλές χώρες του Ειρηνικού τα μέσα του περασμένου αιώνα είχαν ανατραφεί και εκπαιδευτεί βάσει της παραπάνω ιδεολογίας. Ένας κύριος στόχος αυτής ήταν η στρατιωτική κατάκτηση περιοχών με άφθονους φυσικούς και ορυκτούς πόρους - καθότι η Ιαπωνία διέθετε πολύ λίγους - όπως κάρβουνο από την Κορέα και την Κίνα, πετρέλαιο από την Ινδονησία, κασσίτερο από τη Μαλαισία, ζαχαροκάλαμο από τις Φιλιππίνες, και ρύζι από την Ινδοκίνα.

Οι δύο κύριες ιδιαιτερότητες του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού που διευκόλυναν την απόκτηση και εκμετάλλευση των παραπάνω πόρων ήταν η διαθεσιμότητα πειθήνιου εργατικού και στρατιωτικού δυναμικού και ο στενός έλεγχος που εξασκούσαν οι επιχειρήσεις στην πολιτική. Οι μεγάλες εταιρείες ήταν οργανωμένες σε Zaibatsu, εταιρικούς ομίλους ελεγχόμενους από πλούσιες οικογένειες. Τα Zaibatsu των ομίλων Mitsubishi και Mitsui έλεγχαν τα δύο πολιτικά κόμματα, το Kenseikai και το Seiyukai, αντίστοιχα. Πιο σημαντικό ήταν το Zaikai, ο ολιγομελής πυρήνας αντιπροσώπων των ελίτ, χωρίς νομική ή επίσημη υπόσταση, που κατεύθυνε την οικονομία της χώρας, επηρέαζε άμεσα την πολιτική εξουσία, και προετοίμαζε το έδαφος για τον ιαπωνικό επεκτατισμό.

Ο ιαπωνικός στρατός κατέλαβε την κινεζική χερσόνησο Λιαοντόνγκ και την Ταϊβάν το 1895, την Κορέα το 1905, και την επαρχία Μαντσουρία της Κίνας το 1931. Το 1937 άρχισε τον πόλεμο με την Κίνα, όταν οι Κινέζοι αντιστάθηκαν στα ιαπωνικά στρατεύματα που καταλάμβαναν ολοένα μεγαλύτερες εκτάσεις. Μετά την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ιαπωνικές κατακτήσεις επεκτάθηκαν μέχρι τα σύνορα της Ινδίας. 

Οι Ιάπωνες στρατηγοί χρησιμοποιούσαν τους άνδρες κατοίκους των κατακτημένων περιοχών για καταναγκαστική εργασία, και τις γυναίκες τους ως άμισθες πόρνες για τους στρατιώτες τους. Οι κατακτητές θεωρούσαν αναμφισβήτητο προνόμιο τους καθημερινούς ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια και δολοφονίες εν ψυχρώ, ακόμα και παιδιών.

Η σφαγή του Νανκίνγκ

Στις 18 Δεκεμβρίου 1937, ένας Ιάπωνας αξιωματικός στο Νανκίνγκ τηλεφώνησε στον ανώτερό του στο Στρατηγικό Αρχηγείο: «Εξοχότατε, έχουμε μαζέψει 12 με 13 χιλιάδες Κινέζους εδώ. Τι να τους κάνουμε;» Η απάντηση του ανωτέρου του, του αντισυνταγματάρχη Isamu Cho, ήταν οργισμένη και κοφτή: «Ξεπαστρέψτε τους. Καθαρίζω εγώ».Η εν λόγω διαταγή αποτέλεσε μέρος της πρώτης μεγάλης και πιο γνωστής θηριωδίας του πολέμου που έλαβε μέρος στην τότε πρωτεύουσα της Κίνας, το Νανκίνγκ, κάτω από τα βλέμματα ξένων διπλωματών και απεσταλμένων. Μέσα σε 6 βδομάδες, από τον Δεκέμβριο του 1937 μέχρι τον Ιανουάριο του 1938, ο ιαπωνικός στρατός σκότωσε, λεηλάτησε και βίασε εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους της πόλης.
Φωτογραφία δύο Ιαπώνων αξιωματικών στο Νανγκίνγκ δίπλα στην επικεφαλίδα: «Ο διαγωνισμός ποιος θα αποκεφαλίσει πρώτος 100 Κινέζους συνεχίστηκε όταν και οι δύο αγωνιστές πέρασαν το στόχο – ο Mukai σκόραρε 106 και ο Noda 105».

Ο ανταποκριτής των New York Times έγραφε τότε ότι «οι Ιάπωνες φαίνεται ότι θέλουν να παραμείνει η φρίκη όσο το δυνατόν περισσότερο, να πείσουν τους Κινέζους πόσο τρομερές θα είναι οι συνέπειες κάθε αντίστασης στους κατακτητές». Ενώ ο πρέσβης της Ιαπωνίας στο Βερολίνο δήλωνε υπερήφανα στον Αμερικανό ομόλογό του ότι η Ιαπωνία είχε σκοτώσει 500.000 Κινέζους στο Νανκίνγκ. Ωστόσο, οι θηριωδίες στο Νανκίνγκ αποτέλεσαν μόνο το προοίμιο για την μετέπειτα έκρηξη της στρατιωτικής βίας.


Η εντολή «Τα Τρία Πάντα»
Στις 3 Δεκεμβρίου 1941 το Αυτοκρατορικό Αρχηγείο της Ιαπωνίας εξέδωσε την εντολή 575. Η εντολή έμεινε γνωστή ως «Τα Τρία Πάντα», καθότι διέταζε τον στρατό «να σκοτώσει τα πάντα, να λεηλατήσει τα πάντα, και να κάψει τα πάντα» στην Κίνα: δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια εντολή γενοκτονίας. Η διαταγή εκτελέστηκε ανελέητα στην βορειοανατολική Κίνα. Σύμφωνα με Ιάπωνες ιστορικούς, 2.700.000 Κινέζοι πέθαναν λόγω της εφαρμογής της.

Παρόμοιες θηριωδίες έλαβαν μέρος σε πολλά μέρη της Κίνας που ήταν υπό ιαπωνική κατοχή. Ο αριθμός των Κινέζων που πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου έχει υπολογιστεί σε τουλάχιστον 20 εκατομμύρια, από τα οποία 17 εκατομμύρια ήταν άμαχοι. Πάνω από 80 εκατομμύρια Κινέζοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για να διαφύγουν από τους εισβολείς και κατέληξαν πρόσφυγες καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Επιπλέον, περίπου 3.000 Κινέζοι χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα στη μυστική «Μονάδα 731». Η μονάδα κατασκευάστηκε από τον στρατό κατοχής στην Κίνα για τη παραγωγή βιολογικών όπλων. Για τις «επιστημονικές» έρευνες της μονάδας τα ανθρώπινα πειραματόζωα εκτέθηκαν σε άνθρακα, πανώλη, χολέρα και άλλα μικρόβια ή τοποθετήθηκαν σε θαλάμους υψηλής πίεσης. Ο στρατός ισοπέδωσε τις εγκαταστάσεις της μονάδας λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, για να μην υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για τη δράση της.

Η «τέλεια καταιγίδα»
Ο ιαπωνικός στρατός συμπεριφέρθηκε με βαναυσότητα προς τους κατοίκους όλων των χωρών που κατέλαβε, όπως και προς όλους τους αιχμαλώτους πολέμου, Ασιάτες, Αμερικανούς και Ευρωπαίους. Οι προσπάθειες της Ιαπωνίας να πείσει τους κατακτημένους λαούς ότι θα ευημερούσαν υπό την προστασία της αποδείχθηκαν άκαρπες όταν αυτοί βίωσαν την βαναυσότητα των κατοχικών δυνάμεων.

Προπαγανδιστική γιαπωνέζικη αφίσα παριστάνει χειραψία χαμογελαστού ιθαγενή της Ινδονησίας με το τεράστιο χέρι της Ιαπωνίας κάτω από τις ακτίνες του γιαπωνέζικου ήλιου, ενώ η αποικιοκρατική Ολλανδία υποχωρεί στο σκοτάδι.

Ο συνδυασμός των διαφόρων παραγόντων που είχε ως αποτέλεσμα την εκδήλωση της στρατιωτικής βίας και έκανε τον ιαπωνικό στρατό να συμπεριφερθεί με παντελή έλλειψη συμπόνοιας προς κάθε συνάνθρωπο έχει χαρακτηριστεί από τον ιστορικό Mark Felton ως μια «τέλεια καταιγίδα».

Κύριοι παράγοντες ήταν ο ακραίος εθνικισμός, η πεποίθηση για την απόλυτη ανωτερότητα του ιαπωνικού λαού, η κουλτούρα των σαμουράι, η αυστηρότατη στρατιωτική εκπαίδευση, η θεοποίηση του αυτοκράτορα, και η αντίληψη περί «έντιμου θανάτου». Ο ιαπωνικός στρατός θεωρούσε δειλό και ανέντιμο όποιον παραδίνονταν και δεν πολεμούσε μέχρι θανάτου, και αντιμετώπιζε με βαναυσότητα κάθε αντίπαλο που αιχμαλώτιζε. Ο αυτοκράτορας θεωρείτο θεότητα και συνεπώς οι εντολές του ιδίου και των αντιπροσώπων του, στρατηγών και πολιτικών, είχαν θεϊκή προέλευση για τους Ιάπωνες: ήταν απαράβατες και δεν αμφισβητούνταν, όσο απάνθρωπες και να ήταν.


Ο λησμονημένος σύμμαχος
Οι Κινέζοι αντιστάθηκαν στωικά στα στρατεύματα κατοχής και κατάφεραν να τα περιορίσουν κυρίως σε περιοχές γύρω από τις μεγάλες παραλιακές πόλεις της χώρας. Καθώς μεγάλο τμήμα της ενδοχώρας της Κίνας παρέμεινε στα χέρια της κινεζικής αντίστασης, οι Ιάπωνες αναγκάστηκαν να διατηρήσουν το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους στην Κίνα. Στην πιο κρίσιμη περίοδο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, 35 μεραρχίες, τα 2/3 του συνόλου του στρατού της Ιαπωνίας, βρίσκονταν καθηλωμένα στην Κίνα για να αντιμετωπίσουν την αντίσταση των Κινέζων κομμουνιστών και εθνικιστών.

Η καθήλωση τόσων στρατευμάτων στην Κίνα περιόρισε τη δυνατότητα της Ιαπωνίας να συνεχίσει την προέλασή της στον Νότιο Ειρηνικό και να εισβάλει στην Αυστραλία, και συνέβαλε σημαντικά στην τελική έκβαση του πολέμου στην Ανατολική Ασία. Εν τούτοις, οι Δυτικές Δυνάμεις δεν αναγνώρισαν τη συμβολή της Κίνας στον πόλεμο: η Κίνα αποτελεί τον λησμονημένο σύμμαχο των νικητών του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.


Η πλήρης αναγνώριση εκκρεμεί
Παρότι πολλοί πρωτεργάτες της στρατιωτικής βαναυσότητας καταδικάστηκαν μετά το τέλος του πολέμου και αρκετοί από αυτούς εκτελέστηκαν, οι νικητές παράβλεψαν το γεγονός ότι οι βιαιότητες είχαν διαπραχθεί βάσει εντολών του αυτοκράτορα, ο οποίος δεν καταδικάστηκε για την πρωτοκαθεδρία του κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Η σφαγή του Νανκίνγκ αναφέρεται σήμερα μόνο σε μια υποσημείωση στα σχολικά βιβλία ιστορίας στην Ιαπωνία. Πολλοί Ιάπωνες πολιτικοί έχουν εκφράσει τύψεις για τη μεταχείριση των Κινέζων κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά κανείς δεν έχει απολογηθεί ανεπιφύλακτα. Το 2015, ο Γιαπωνέζος πρωθυπουργός Shinzo Abe εξέφρασε «βαθιά τύψη» και «ειλικρινή συλλυπητήρια» για τα κινεζικά θύματα της ιαπωνικής βίας, τονίζοντας όμως ότι οι μετέπειτα γενεές δεν πρέπει να απολογούνται για τις πράξεις των προγόνων τους.


Τα κατάλοιπα της ιδεολογίας παραμένουν
Ο Shinzo Abe είναι αρχηγός του συντηρητικού κόμματος των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, το οποίο έχει κυβερνήσει την Ιαπωνία για 64 από τα τελευταία 68 χρόνια. Ένας από τους προκατόχους του, ο Yoshiro Mori, είχε δηλώσει το 2001 ενόσω ήταν πρωθυπουργός ότι η Ιαπωνία είναι «η Γη των θεών, με τον αυτοκράτορα στο κέντρο της», αντικατοπτρίζοντας τη γνώμη πολλών σκληροπυρηνικών εθνικιστών ψηφοφόρων του κόμματός του, οι οποίοι δεν έχουν απορρίψει εντελώς την προπαγάνδα που καθοδηγούσε τους προγόνους τους στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Συγγραφείς όπως η Tamari Matsuoka, η οποία έγραψε για τη σφαγή στο Νανκίνγκ βάσει συνεντεύξεων με Ιάπωνες αυτόπτεις μάρτυρες που συμμετείχαν στις θηριωδίες, έχουν λάβει απειλές θανάτου από εθνικιστές.

Ο προοδευτικός Ιάπωνας διανοούμενος Kazuo Watanabe έχει τονίσει την «παραφροσύνη του ιερού πολέμου», την οποία δεν αποδίδει αποκλειστικά στον μιλιταρισμό και τις θηριωδίες, αλλά και στο ότι οι έννοιες της ισότητας και της ατομικής ευθύνης παραμένουν άγνωστες για πολλούς συμπολίτες του. Οι σύγχρονοι Ιάπωνες μπορεί να μην ευθύνονται για τις πράξεις των προγόνων τους, αλλά όσοι από αυτούς δεν παραδέχονται ότι τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν ήταν αποτρόπαια και δεν τα καταδικάζουν ανεπιφύλακτα, παραμένουν παγιδευμένοι σε μια νοοτροπία που μπορεί εκ νέου να δικαιολογήσει βίαιες πράξεις και περιορισμό των ατομικών ελευθεριών για την προώθηση των συμφερόντων του μοντέρνου ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών.

Πηγές

(1) Chang, I. (1998). The Rape of Nanking – The Forgotten Holocaust of World War II. Penguin, London.

(2) Dover, J.W. (2002). An Aptitude for Being Unloved – War and Memory in Japan. Chapter 12 in Bartov, O., Crossmann, A. and Nolan, M. [Eds.], Crimes of War – Guilt and Denial in the Twentieth Century. The New Press, New York.

(3) Felton, M. (2015). The Perfect Storm – Japanese Brutality during World War Two. Chapter 8 in Carmichael, C. and Maguire, R.C. [Eds.], The Routledge History of Genocide, Routledge.

(4) Kushner, B. (2015). Men to Devils, Devils to Men. Harvard University Press, Harvard.

(5) Matsuura, M. (2000). Analysing the Relationship between Business and Politics in Pre-War Japan. http://eprints.lse.ac.uk/6914/1/Politics_and_the_Economy_in_Pre-War_Japan.pdf
(τελευταία πρόσβαση 1 Ιουλίου 2017).

(6) Minichiello, S. (1998). [Ed.] Japan’s Competing Modernities: Issues in Culture and Democracy 1900-1930. University of Hawai Press, Manoa, Hawai.

(7) Mitter, R. (2013). China’s War with Japan, 1937-1945. Allen Lane, London.

(8) Peng, X. (2005). China in the World Antifascist War. China Intercontinental Press.

(9) Yamamoto, M. (2000). Nanking - Anatomy of an Atrocity. Praeger, Westport, Connecticut.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου