Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Ανταγωνισμός στρατιωτικής ισχύος στην νοτιοανατολική Ασία

♦ του Ιπποκράτη Δασκαλάκη
Έχει κατά επανάληψιν λεχθεί ότι ο 21ος αιώνας θα ανήκει στην λεκάνη του Ειρηνικού, με πρωταγωνιστές τις χώρες της Νοτιανατολικής Ασίας. 
Η Ευρασία θα διατηρήσει την πρωτεύουσα γεωπολιτική της σημασία, αλλά το κέντρο βάρους των εξελίξεων εκτιμάται ότι θα μετακινηθεί ανατολικώτερα, από την Ευρώπη στην Νοτιανατολική Ασία.
Η Νοτιανατολική Ασία (τμήμα της οποίας είναι και η Άπω Ανατολή) εκτείνεται από την Ινδική χερσόνησο στα δυτικά μέχρι το νησιωτικό σύμπλεγμα της Ιαπωνίας ανατολικά, και νότια έως την Ινδονησία, με την πολυπληθή Κίνα να καταλαμβάνει την κεντρική θέση και να ορίζει συγχρόνως και τα βόρεια σύνορα της περιοχής. Αναμφισβήτητα η Κίνα αποτελεί την ανερχόμενη παγκόσμια υπερδύναμη και ήδη προκαλεί σιωπηλά τις ΗΠΑ με την αξίωσή της να καταστεί ο περιφερειακός ηγεμόνας της περιοχής. Πλέον, όμως, της ανάδειξης της Κίνας, χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η ύπαρξη ικανού αριθμού κρατών με δυναμικά χαρακτηριστικά και σημαντικές ικανότητες προβολής σκληρής και ήπιας ισχύος σε τοπικό για την ώρα επίπεδο. Οι μεταξύ των κρατών της Νοτιανατολικής Ασίας αντιπαλότητες-συνεργασίες, σε συνδυασμό με την εμπλοκή ξένων εξισορροπητών (κυρίως ΗΠΑ και Ρωσσίας), δημιουργούν συνθήκες ισορροπίας ισχύος αλλά και ειρηνικής συνύπαρξης, που επί του παρόντος συντελούν στην ανάπτυξη και στην προώθηση των τοπικών οικονομιών.

Η αξιόλογη αυτή οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια αντίστοιχη ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος όλων σχεδόν των χωρών της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, επί του συνόλου των 10 ισχυρότερων στρατιωτικών δυνάμεων του κόσμου για το έτος 2014, οι 4 εξ αυτών (Κίνα 3η θέση, Ινδία 4η θέση, Νότιος Κορέα 9η θέση, Ιαπωνία 10η θέση) ευρίσκονται στην Νοτιανατολική Ασία και 3 χώρες της περιοχής ήδη διαθέτουν και πυρηνικά όπλα (Κίνα, Ινδία, Βόρειος Κορέα) (1). Αναμφισβήτητα, η ενδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος των χωρών της Νοτιανατολικής Ασίας, τα τελευταία χρόνια, είναι στενά συνδεδεμένη με την σημαντική οικονομική ανάπτυξή τους (και με την εξαίρεση της Βορείου Κορέας), την τεχνολογική εξέλιξή τους και την δημογραφική τους μεγέθυνση (πλην Ιαπωνίας), παράλληλα με την ενδυνάμωση των κρατικών θεσμών τους. Στην παρούσα ανάλυση, θα περιοριστούμε στην συνοπτική σύγκριση της στρατιωτικής ισχύος των ισχυρότερων κρατών της περιοχής (Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία, Βόρειος και Νότιος Κορέα, Βιετνάμ, Ινδονησία, Φιλιππίνες, Ταϋλάνδη, Ταϊβάν).

Κίνα: συνεχίζει με αμείωτο ρυθμό την αύξηση των ετήσιων αμυντικών δαπανών της (για το 2014: 188 δις USD, ετήσια αύξηση δαπανών 7.4%). Είναι γεγονός ότι οι τεράστιοι αριθμοί του προσωπικού και των μέσων των ενόπλων της δυνάμεων δεν ανταποκρίνονται αντίστοιχα και στην μαχητική τους ισχύ. Κύριοι λόγοι είναι η τεχνολογική υστέρηση αλλά και η εσωστρέφεια, που σε συνδυασμό με την μακρόχρονη ειρηνική περίοδο δεν έχουν επιτρέψει την ανάπτυξη τακτικών και ικανοτήτων διεξαγωγής συγχρόνων πολεμικών επιχειρήσεων.

Η εμπειρία των απελευθερωτικών πολέμων αλλά και των συγκρούσεων με την Ινδία (1962) και με το Βιετνάμ (1979), έχει ατονήσει και έχει υπερκεραστεί από τις εξελίξεις της στρατιωτικής τεχνολογίας. Επιπλέον, ο ασφυκτικός κομματικός έλεγχος των ενόπλων δυνάμεων δημιουργεί βάσιμες υποψίες αναξιοκρατίας και προσανατολισμού σε καθήκοντα διατήρησης του καθεστώτος σε βάρος των επιχειρησιακών ικανοτήτων. Η περικύκλωση της χερσαίας κινέζικης επικράτειας από δυνητικούς αντιπάλους (Ινδία, Βιετνάμ, Κορέα), με παρελθόν τριβών και συγκρούσεων, αναγκάζει σε διατήρηση πολυάριθμων δυσκίνητων σχηματισμών, κατάλληλων όμως μόνον για διεξαγωγή κλασσικών επιχειρήσεων σε εκτεταμένα πολεμικά πεδία και με αντιπάλους σχετικά χαμηλής μαχητικής ισχύος.

Οι συντριπτικοί όμως αριθμοί, σε συνδυασμό με το αντίστοιχο τεχνολογικό και μαχητικό επίπεδο των πιθανόν αντιπάλων (Ινδία, Βιετνάμ), εξασφαλίζουν όχι μόνον αξιόπιστη αποτροπή, αλλά θέτουν έντονη και την κινεζική απειλή επί των γειτόνων. Ανάλογη είναι και η κατάσταση των αεροπορικών δυνάμεων, που βασίζονται σε αγορές ρωσικού υλικού και σε πολυάριθμες-περισσότερο ή λιγώτερο επιτυχημένες- αντιγραφές τους. Εντυπωσιακές αγορές οπλικών συστημάτων που συχνά ανακοινώνονται, υλοποιούνται με καθυστέρηση και με δυσκολίες υποστήριξης και ένταξης στην λογιστική αλυσσίδα για δεκάδες λόγους. Εντυπωσιακή προσπάθεια έχει δοθεί στην οικοδόμηση ισχυρού πολεμικού ναυτικού. Η πρόσφατη ενεργοποίηση (2012) του εκπαιδευτικού αεροπλανοφόρου Liaoning και πυραυλοφόρων σκαφών επιφανείας, σηματοδοτεί την προσπάθεια προβολής της κινεζικής ισχύος στις πέριξ θαλάσσιες οδούς, που διασφαλίζουν το εμπόριο της χώρας. Παράλληλα, αποτελούν και τον μοχλό πίεσης προς την Ταϊβάν, με στόχο την εκπλήρωση της επανένωσής της με την μητέρα πατρίδα.

Η διατήρηση ισχυρού (αλλά τεχνολογικά ξεπερασμένου) στόλου υποβρυχίων –συμπεριλαμβανομένων και 12 πυρηνικών υποβρυχίων- αποσκοπεί στον εκφοβισμό του αμερικανικού στόλου και την απομάκρυνσή του από τις κινεζικές ακτές και την θαλάσσια δίοδο προς την Ταϊβάν. Παρόμοιο ρόλο έχει και η ανάπτυξη κατευθυνόμενων βλημάτων εδάφους-επιφανείας, επιφανείας-επιφανείας και αέρος επιφανείας, με κύριο στόχο το αμερικανικό ναυτικό (2). Η κινεζική ηγεσία έχει διαπιστώσει ότι οι μελλοντικές προκλήσεις της χώρας και η προβολή της ισχύος της θα λάβουν χώρα στις ανοικτές θάλασσες και η οικοδόμηση ισχυρών αεροναυτικών δυνάμεων είναι μονόδρομος (3).

Οι κινεζικές αεροναυτικές δυνάμεις επί του παρόντος υστερούν συντριπτικά έναντι των αμερικανικών, αλλά επιπλέον δεν μπορούν να εξασφαλίσουν εγγυημένη θαλάσσια υπεροχή έναντι της Ινδίας ή της Ιαπωνίας, παρά την έμφαση που έχει δοθεί στην ανάπτυξή τους. Διαχρονικά έχει αποδειχθεί ότι η οικοδόμηση ισχυρών θαλασσίων δυνάμεων, πλέον του κόστους, απαιτεί και σημαντικό χρόνο για την ανάπτυξη ναυτικών επιδεξιοτήτων και παράδοσης, που η χρόνια και εν μέρει ανεξήγητη απομόνωση της κινεζικής αυτοκρατορίας έχει αποδομήσει.

Η πυρηνική ισχύς της Κίνας είναι αξιόλογη, παρά την υστέρηση των μέσων εκτόξευσης των πυρηνικών όπλων και της τρωτότητας των εγκαταστάσεών της, συγκρινόμενων με τις αντίστοιχες αμερικανικές και ρωσικές. Τα πυρηνικά της όμως όπλα αποτελούν ικανή αποτρεπτική δύναμη για τα αντίστοιχα συστήματα της Ινδίας και για τα αντίστοιχα αρκετά υποδεέστερα της Βορείου Κορέας.

Ινδία: παραπλήσια είναι και η πορεία της Ινδίας, που, έχοντας αποκτήσει σημαντικό προβάδισμα σε στρατιωτική ισχύ έναντι του πατροπαράδοτου αντιπάλου της, του Πακιστάν, αναζητεί την αναβάθμισή της σε περιφερειακή δύναμη, παρακολουθώντας ανταγωνιστικά και εκ του σύνεγγυς τις αντίστοιχες κινήσεις της Κίνας. Τεράστιες αμυντικές δαπάνες και αγορές συγχρόνων οπλικών συστημάτων από ανατολικές και δυτικές πηγές (μεγαλύτερος εισαγωγέας πολεμικού υλικού για την περίοδο 2007-2012) (4) έχουν δημιουργήσει τεράστιους αριθμούς μέσων πλημμελώς αξιοποιούμενων και ανεπαρκώς υποστηριζόμενων με τραγικούς αριθμούς ατυχημάτων. Ο διμέτωπος πόλεμος (Κίνα, Πακιστάν), σε συνδυασμό με ένα ισλαμικό και μαοϊκό αντάρτικο, αποτελούν την χειρότερη απειλή και τον εφιάλτη της ηγεσίας της χώρας. Το πολυπληθές και η πολυδιάσπαση των χερσαίων ενόπλων δυνάμεων καθιστούν δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια εξορθολογισμού και βελτίωσης των επιχειρησιακών ικανοτήτων τους. Παρά ταύτα, διατηρούν την ικανότητα νικηφόρας έκβασης των επιχειρήσεων σε βάρος του Πακιστάν και αξιόπιστης αποτροπής της Κίνας. Η πανσπερμία αεροπορικού υλικού και η χαμηλής στάθμης εκπαίδευση δεν διασφαλίζει επιχειρησιακές επιδόσεις ανάλογες των αριθμών αλλά και του υψηλού κόστους μέσων. Η ανάπτυξη του πολεμικού ναυτικού είναι ικανοποιητική με σημαντικό αριθμό πυρηνικών υποβρυχίων (ορισμένα μάλιστα εξοπλισμένα και με πυραύλους κρουζ με πυρηνικές κεφαλές), πυραυλοφόρων μονάδων επιφανείας και δύο αεροπλανοφόρων (Vikramaditya, Vikrant) που δύνανται να εκτελέσουν ναυτικό αποκλεισμό του Πακιστάν αλλά και αποτελεσματικό έλεγχο των οδών της Ινδικής Θάλασσας.

Τα πυρηνικά και διαστημικά προγράμματα, παρά τα πολλαπλά ατυχήματα, έχουν αποδώσει ικανά αποτρεπτικά –έναντι της Κίνας (δυνατότητα προσβολής μεγαλύτερου τμήματος της χώρας) και του Πακιστάν- πυρηνικά όπλα και μέσα εκτόξευσης. Παρά την αξιοσημείωτη μη εμπλοκή των ινδικών ενόπλων δυνάμεων στις πολιτικές υποθέσεις, η ύπαρξη φατριών (κάστες) και ελίτ έχει υπονομεύσει το αξιόμαχό τους, ενώ μέχρι πρόσφατα απουσίαζε το ανάλογο με τις δυνατότητες της χώρας στρατηγικό δόγμα και κουλτούρα.

Ιαπωνία: με ένοπλες δυνάμεις αναντίστοιχες του οικονομικού μεγέθους της χώρας και βιώνοντας επιβληθέντες και αυτοτιμωρητικούς περιορισμούς, η Ιαπωνία αργά αλλά σταθερά αναδιοργανώνει την αμυντική της δύναμη. Ο φόβος των πυρηνικών όπλων της Βορείου Κορέας, ο διαφαινόμενος ανταγωνισμός με την Κίνα αλλά και την Κορέα και οι ανησυχίες από τις συνέπειες της εξάρτησης από την αμερικανική αμυντική ομπρέλα, οδηγούν σε συγκρατημένη και σταδιακή ισχυροποίηση των Ιαπωνικών Δυνάμεων Αυτοάμυνας, με έμφαση στις αεροναυτικές ικανότητες.

Κάθε, όμως, ιαπωνική κίνηση προκαλεί την ανησυχία και αντίδραση της Κίνας (με έμφαση στην ισχυροποίηση ιδιαιτέρως του ναυτικού της) αλλά και της Νοτίου Κορέας, χώρας συμμάχου σήμερα αλλά με έντονο ανταγωνιστικό παρελθόν. Η υψηλή τεχνολογία, οι ικανότητες του ιαπωνικού λαού και η αποδεδειγμένη ναυτοσύνη του καθιστούν το υπό ανάπτυξη ιαπωνικό ναυτικό σημαντική δύναμη αποτροπής στην περιοχή και απαραίτητο σύμμαχο για κάθε εξωτερική δύναμη. Η αεροπορική δύναμη της Ιαπωνίας, απαραίτητο στοιχείο ισχύος νησιωτικής χώρας που ελέγχει τεράστιες υδάτινες εκτάσεις, κατατάσσεται 5η παγκοσμίως. Το μέγεθος, όμως, του πολεμικού της ναυτικού έχει κατά πολύ ξεπεραστεί από το αντίστοιχο κινεζικό, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να εξασφαλίζεται αδιαφιλονίκητη κινεζική συμβατική αεροναυτική υπεροχή στην περιοχή.

Βόρειος Κορέα: πέπλο μυστηρίου καλύπτει όλες τις δραστηριότητες του ιδιόμορφου αυτού κράτους-καθεστώτος. Πυρηνικά όπλα ικανά να προκαλέσουν εκατόμβες νεκρών και υλικές καταστροφές σε όλη τη Νοτιανατολική Ασία. Ένας στρατός ποσοτικά ικανός να βυθίσει στο χάος ξανά την κορεατική χερσόνησο. Προπαγανδιστικές παρουσιάσεις, εμπρηστικές ενέργειες και συμπεριφορές, προκλήσεις έναντι όλης της διεθνούς κοινότητας και επιδείξεις πολεμικών δυνατοτήτων και αποφασιστικότητας, αλλά συγχρόνως και απορίες για την πραγματική μαχητική ικανότητα αλλά κυρίως για τη λαϊκή υποστήριξη προς το καθεστώς. Πολυάριθμα μέσα παλαιάς τεχνολογίας και ένας ογκώδης στρατός δομημένος για τις ανάγκες μαζικών συγκρούσεων των παρελθοντικών πολέμων. Αντιγραφές σοβιετικών και κινεζικών οπλικών συστημάτων και δόγματα που βασίζονται στην μαζική χρήση πυρών και κατά μέτωπο επιθέσεων τεραστίων δυνάμεων αδιαφορώντας για τις απώλειες.

Η απειλή για χρήση τακτικών και στρατηγικών όπλων σε περίπτωση σύγκρουσης, αναγκάζει την Νότιο Κορέα να βασίζεται στην αμερικανική πυρηνική ομπρέλα για αποτροπή ενός εχθρικού πυρηνικού πλήγματος. Το πλεονέκτημα του αιφνιδιαστικού πρώτου πλήγματος (συμβατικού ή πυρηνικού) είναι αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξη μιας σύγκρουσης στην κορεατική χερσόνησο, και μάλλον ευνοεί το βορειοκορεατικό καθεστώς. Στο πρόσφατο παρελθόν, η Βόρειος Κορέα δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει ειδικές δυνάμεις (διαθέτει πολυπληθείς και καλά εκπαιδευμένες μονάδες) εναντίον πολιτικών και στρατιωτικών στόχων στο έδαφος της Νοτίου Κορέας.

Νότιος Κορέα: ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, καλά εκπαιδευμένες, με σύγχρονα οπλικά συστήματα και με μια ισχυρή βιομηχανική υποδομή να τα υποστηρίζει, εγγυώνται την ανεξαρτησία της χώρας από μια βίαιη προσπάθεια αναγκαστικής επανένωσης. Τυχόν συμβατική σύγκρουση (εφ’όσον επιβεβαιωθεί και η πιστότητα του λαού στο καθεστώς της Πιονγκ Γιανγκ), ένεκα της ισόπαλης μαχητικής ισχύος των δύο κρατών, θα οδηγήσει σε επανάληψη της σφαγής του τριετούς πολέμου της Κορέας (1950-1953), με βεβαία την εμπλοκή των ΗΠΑ και με ερωτηματικά σχετικά με την στάση της Κίνας. Στον τομέα των αεροναυτικών επιχειρήσεων, εκτιμάται ότι η τεχνολογικά προηγμένη νοτιοκορεατική πλευρά (και ειδικά η αεροπορία) θα αποκτήσει την υπεροχή, αλλά η εξέλιξη των χερσαίων επιχειρήσεων θα οδηγήσει σε τεράστιες απώλειες αμφοτέρων των πλευρών, με πιθανή την αδυναμία αναδείξεως νικητού. Σε περίπτωση περιορισμένης κλίμακος συγκρούσεων ή ασύμμετρων κτυπημάτων, η Βόρειος Κορέα διατηρεί το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας, του αιφνιδιασμού και της πρόκλησης ανησυχίας έως και πανικού στην νοτιοκορεατική κοινωνία. Στην περίπτωση της κορεατικής επανένωσης, υπό οποιαδήποτε μορφή, το νέο ενιαίο κράτος θα αποτελέσει εν δυνάμει αντίπαλο σε Ιαπωνία (περισσότερο) και Κίνα (λιγώτερο).

Βιετνάμ: οι άλλοτε εμπειροπόλεμες «απελευθερωτικές» δυνάμεις του Βιετνάμ, που την δεκαετία του 1970 ανάγκασαν σε υποχώρηση ΗΠΑ και Κίνα, έχουν συρρικνωθεί λόγω οικονομικών περιορισμών αλλά και πολιτικών επιλογών. Αναμφίβολα, σε συνδυασμό και με δυνάμεις άλλων χωρών, δύνανται να δημιουργήσουν σημαντικά τοπικά προβλήματα στον κινεζικό στρατό, αλλά δεν δύνανται να απειλήσουν ή αποσταθεροποιήσουν την περιοχή.

Ινδονησία: η πολυπληθέστερη μουσουλμανική χώρα του κόσμου, με το ιδιόμορφο νησιωτικό σύμπλεγμά της και ένοπλες δυνάμεις προσανατολισμένες στην εξασφάλιση της εσωτερικής σταθερότητας και προγενέστερα και του καθεστώτος. Οι αεροναυτικές δυνάμεις μετά βίας εξασφαλίζουν την επιτήρηση στην τεράστια νησιωτική έκταση που καλύπτει η χώρ,α και στις θαλάσσιες οδούς που ελέγχει.

Φιλιππίνες: παραπλήσια κατάσταση με την Ινδονησία, με τις ένοπλες δυνάμεις να αγωνίζονται εναντίον ενός μουσουλμανικού αντάρτικου σε ορισμένα νησιά της επικράτειας.

Ταϋλάνδη: σχετικά σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις, εξαρτώμενες από τις ΗΠΑ για εξοπλισμό και εκπαίδευση, και με κύρια αποστολή σήμερα την αντιμετώπιση ανταρτικών ομάδων, αλλά και με εμπλοκή στην πολιτική ζωή της χώρας. Ισχυρή ναυτική παρουσία στην περιοχή.

Ταϊβάν: μια νησιωτική χώρα-φρούριο, που ζει εδώ και δεκαετίες υπό την απειλή της κινεζικής εισβολής για επανένωση, και που κατάφερε να διακριθεί οικονομικά και τεχνολογικά ως μια από τις πανίσχυρες ασιατικές τίγρεις. Παρά τις πολυάριθμες, επαρκώς εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες ένοπλες δυνάμεις της, βασίζεται κυρίως στην αμερικανική βοήθεια και εμπλοκή για την διατήρηση του ανεξάρτητου και ιδιόμορφου status quo της. Υπό τις σημερινές συνθήκες (διαρκώς όμως η ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται υπέρ της Κίνας) θα μπορούσε μόνη της να αντιμετωπίσει- με αρκετές πιθανότητες επιτυχίας- μια κινεζική εισβολή, με δεδομένη την έλλειψη εμπειρίας των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων σε σύνθετες αεροναυτικές επιχειρήσεις. Όμως, το κόστος της σύγκρουσης και τυχόν αποκλεισμού της θα ήταν δυσβάστακτο για την επιβίωση της χώρας. Επανερχόμενη στην αγκαλιά της Κίνας, θα αυξήσει πολύ τις επιχειρησιακές ικανότητες της τελευταίας στην περιοχή, αφού θα αποκτήσει το σημαντικό αυτό στρατηγικό νησί.

Συμπερασματικά, βλέπουμε σήμερα την συντριπτική στρατιωτική (συμβατική και πυρηνική) ισχύ της Κίνας στην περιοχή της Νοτιανατολικής Ασίας και τον σιωπηρό ανταγωνισμό που δημιουργεί η αντίστοιχη άνοδος της Ινδίας. Επιπλέον, η απρόβλεπτη και επικίνδυνη πολεμική μηχανή της Βορείου Κορέας προκαλεί την αποσταθεροποίηση της κορεατικής χερσονήσου και αντιπαρατίθεται απειλητικά στις δυνάμεις της Νοτίου Κορέας. Απέναντι και αμήχανη παρακολουθεί μια οικονομικά κλονισθείσα (αλλά ακόμη πανίσχυρη) Ιαπωνία, που αναζητά θέση και ταυτότητα στο διεθνές περιβάλλον.

Οι χώρες αυτές πλαισιώνονται από μικρότερους παίκτες (Βιετνάμ, Ταϋλάνδη, Ινδονησία, Φιλιππίνες, Ταϊβάν), με δυνατότητες όμως αποτελεσματικής άμυνας της επικράτειάς τους και χρήσιμες ως βάσεις υποστήριξης και σημείων περικύκλωσης-ανάσχεσης άλλων δυνάμεων (κυρίως Κίνας). Η Ρωσσία προσπαθεί, με διπλωματικά μέσα και κινήσεις, να συγκροτήσει μια πολυεπίπεδη συμμαχία-συνεργασία ορισμένων χωρών της Ευρασίας, αλλά, παρά τις βάσεις και δυνάμεις που διαθέτει στην Ανατολική Σιβηρία, δεν έχει σοβαρές δυνατότητες προβολής στρατιωτικής ισχύος στην Νοτιανατολική Ασία. Αντίθετα, οι ΗΠΑ, παρά τις εμπλοκές και δεσμεύσεις τους σε άλλες περιοχές, εμφανίζονται μέσω και των παρεχομένων από τους συμμάχους τους διευκολύνσεων και των βάσεων που διαθέτουν, ικανές να αναλάβουν στρατιωτική δράση όποτε απαιτηθεί και κυρίως να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τις θαλάσσιες οδούς. Η λεκάνη του Ειρηνικού αποκτά δεσπόζουσα σημασία για τον 21ο αιώνα, και το παγκόσμιο εμπόριο και η παγκόσμια ανάπτυξη μεταφέρονται ανατολικά. Άρα ο έλεγχος των θαλασσίων οδών είναι σημαντικώτατος και οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν σε καμμία δύναμη να τις υποκαταστήσει (5). Για την επιτυχία αυτού του στόχου εκτιμάται ότι επί του παρόντος θα αρκεστούν στην προβολή της αεροναυτικής δυνάμεώς τους, την χρησιμοποίηση της επιρροής τους στις χώρες της Νοτιανατολικής Ασίας, στο ευρύτατο δίκτυο των συμμάχων τους και βάσεών τους και στην κατάλληλη καλλιέργεια –προς όφελός τους-ελεγχόμενων ανταγωνισμών χωρών της περιοχής. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο μελλοντικός ανταγωνισμός στην Νοτιανατολική Ασία θα εστιάζεται στην αεροναυτική διάσταση (6).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Στοιχεία από το Global Fire Power για το έτος 2014.
Η Κίνα μέχρι πρόσφατα ακολουθούσε την σοβιετική ναυτική σκέψη ότι ένας κατευθυνόμενος πύραυλος αξίας ενός εκατομμυρίου USD δύναται να εξουδετερώσει ένα αεροπλανοφόρο αξίας ενός δισεκατομμυρίου USD (συμπεριλαμβανομένων των οπλικών συστημάτων που μεταφέρει). Σήμερα το κόστος ενός νέου αεροπλανοφόρου υπολογίζεται στα δώδεκα δισεκατομμύρια USD.
Η προσπάθεια της Κίνας να αναδειχτεί περιφερειακή ηγέτιδα δύναμη στην Νοτιανατολική Ασία και η σημασία που αυτή αποδίδει στον έλεγχο των θαλασσών που την περιβάλλουν μέσω και της υποβόσκουσας προσπάθειας διατύπωσης ενός κινεζικού «Monroe Doctrine» περιγράφονται στο έργο του John J. Mearsheimer με τίτλο «The Tragedy of Great Power Politics» εκδόσεως του University of Chicago, 2001.
Στοιχεία του Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI).
Αρκετά στοιχεία αναφορικά με τον ανταγωνισμό ΗΠΑ και Κίνας έχουν βασιστεί στην μελέτη του David C. Gompert του RAND Corporation, με τίτλο: «Sea Power and American Interests in the Western Pacific», 2013.
Αναπόφευκτος ο συνειρμός μας για την σημασία της αεροναυτικής ισχύος αναφορικά με τον έλεγχο της Νοτιανατολικής Μεσογείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου