
“Σημειώσεις από έναν κόσμο που παλεύει με τον εαυτό του”
Εβδομαδιαία ανάλυση των διεθνοπολιτικών εξελίξεων
Αναζητώντας τη διέξοδο σε νέες «λυκοφιλίες»
Η συμφωνία των Προέδρων των ΗΠΑ και της Ρωσίας για τη χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Μόσχας και την εξαγωγή Ρωσικού diesel στη διεθνή και Αμερικανική αγορά σημάδεψε τις εξελίξεις της εβδομάδας. Αναμενόμενα, η συζήτηση περί πιθανής νέας προσέγγισης των δύο χωρών αναθερμάνθηκε, πυροδοτώντας ξανά σενάρια για μία συμφωνία των μεγάλων δυνάμεων και ένα ειρηνικό μοίρασμα της γης. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για μία κοινά αποδεκτή διεθνή τάξη απουσιάζουν τη συγκεκριμένη στιγμή, καθώς εκλείπει μία καθαρή και σταθερή διεθνής ισορροπία ισχύος, δηλαδή η αναγκαία βάση για την επιτυχία των πολιτικών και νομικών διακανονισμών.
Αντίθετα, οι νέες Αμερικανορωσικές διεργασίες εντάσσονται στην ένοπλα πλέον εξελισσόμενη αναδιαμόρφωση αυτών των ισορροπιών, η οποία ανακατανέμει και τις σφαίρες επιρροής. Στην πραγματικότητα είναι σκαλοπάτι στη σκάλα της κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, καταλύτης των οποίων είναι η απόπειρα των ΗΠΑ να θωρακίσουν τη διεθνή πρωτοκαθεδρία τους απέναντι στην άνοδο της Κίνας. Άλλωστε, συνδέονται με αυτόν τον στόχο των ΗΠΑ. Η άνοδος των τιμών ενέργειας και η αρνητική εξέλιξη των μετώπων στη δυτική Ασία και στην Ουκρανία ωθούν την Ουάσιγκτον σε τακτικές αναπροσαρμογές. Στο πλαίσιο αυτών, ιεραρχούνται οι στόχοι στην πιο κρίσιμη περίπτωση, ενώ στην άλλη επιχειρείται μια συνεννόηση με έναν κρίσιμο ενεργειακά παράγοντα.
Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ φαίνεται να οξύνουν τις επιθετικές ενέργειες έναντι του Ιράν. Ο ναυτικός αποκλεισμός, οι σκληρές κυρώσεις, οι περιοδικές αεροναυτικές επιχειρήσεις δεν απέδωσαν μία συμφωνία με την Τεχεράνη. Η Ισλαμική κυβέρνηση επέμεινε στην άσκηση κυριαρχίας στο Ορμούζ και στον εμπλουτισμό ουρανίου, ενώ τονίζει τη δυνατότητα της να πλήττει άμεσα ή μέσω συμμάχων στρατηγικές υποδομές και να αυξάνει την επιρροή της στην περιοχή. Μία συνθήκη που αν εδραιωθεί απειλεί άμεσα τον έλεγχο που ασκεί η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ στις κρίσιμες για την παγκόσμια οικονομία οδούς της δυτικής Ασίας και στις σχετιζόμενες με το πετρέλαιο συναλλαγές στον Περσικό Κόλπο⎯πολύ σημαντικές για τη θέση του δολαρίου ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Ως εκ τούτου, η αντιστροφή του status quo που αναδύεται στη δυτική Ασία αποτελεί επείγον ζήτημα για τις ΗΠΑ.
Ο επανέλεγχος του Ορμούζ παραμένει στο επίκεντρο. Η σημαντικά αυξημένη ροή πετρελαίου από το Στενό τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο μάλλον δε σχετίζεται με κάποια σημαντική μείωση στο βαθμό ελέγχου της Τεχεράνης επί της κίνησης σε αυτό. Αντίθετα, φαίνεται να σχετιζόταν με διπλωματικές διεργασίες για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι οποίες κορυφώθηκαν στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ. Μόλις οι τελευταίες τελμάτωσαν, οι Ιρανοί κλιμάκωσαν κατακόρυφα τις επιτυχημένες επιθέσεις τους σε πλοία, οδηγώντας ξανά σε κατάρρευση την πετρελαϊκή ροή. Μάλιστα, υπάρχουν αναφορές εγκεκριμένων Δυτικών αναλυτών, στις οποίες το Ιράν φέρεται να εισέπραττε τέλος αντίστοιχο με το 10% ως και 20% της αξίας του φορτίου για κάθε πλοίο που εξερχόταν του Στενού, ενώ άλλες αναλύσεις μιλούν και για τη μεταφορά ορισμένων (μικρών σε κάθε περίπτωση) ποσοτήτων Ιρανικών πετρελαιοειδών (LPG) εκτός Στενού, μέσω μικρότερων πλοίων που εξυπηρετούν τις χώρες του Κόλπου. Συνεπώς, ο πιο κρίσιμος πετρελαϊκός διάδρομος εξακολουθεί να μην υπακούει στην ισχύ των ΗΠΑ.
Ένας δεύτερος πονοκέφαλος για τις ΗΠΑ είναι η εκτίναξη της ισχύος των Χούθι στην Υεμένη. Η επανέναρξη των βομβαρδισμών εναντίον τους από τη Σαουδική Αραβία εξελίσσεται σε φιάσκο μεγατόνων. Οι σύμμαχοι του Ιράν κατέλαβαν την ακτογραμμή κατά μήκος της Ερυθράς Θάλασσας, πετυχαίνοντας τον έλεγχο της εξόδου, δηλαδή το Στενό του Μπαμπ Ελ-Μαντέπ, και επέβαλαν μπλόκο στα Σαουδαραβικά πλοία. Αντίστοιχα, προελαύνουν σε άλλες περιοχές, ελεγχόμενες από την υποστηριζόμενη από το Ριάντ διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, περικυκλώνοντας τη στρατηγική πόλη της Ταΐζ. Το κυριότερο όμως, απαντούν σε αντίστοιχα πλήγματα της Σαουδικής Αραβίας, πλήττοντας με πυραύλους υποδομές στην επικράτεια της (πεδία πετρελαίου-φυσικού αερίου, αεροδρόμια, διυλιστήρια). Έτσι, ένα άλλο κρίσιμο σημείο πνιγμού για τις θαλάσσιες μεταφορές και οι υποδομές της μεγαλύτερης πετρελαϊκής δύναμης του πλανήτη λειτουργούν υπό την εποπτεία (και την καλή θέληση) μιας οργάνωσης (de facto κρατικής οντότητας) συμμάχου του Ιράν.
Την ίδια ώρα, η ραγδαία μεταβολή των ισορροπιών στο Ουκρανικό μέτωπο δε δείχνει άμεση. Η Ρωσία φαίνεται να προωθείται στη ζώνη-φρούριο στο Ντονιέτσκ, όμως η προέλαση της είναι εξαιρετικά αργή. Μάλιστα, οι ζημιές που έχει η οικονομία της από τα Ουκρανικά πλήγματα (διυλιστήρια) και η παροχή Νατοϊκής στήριξης/εφοδιασμού στο Κίεβο μπορεί να μην ανατρέπουν την τάση προώθησης της, ωστόσο καθιστούν αβέβαιη την επιτάχυνση της ακόμη και στην περίπτωση κατάληψης των Σλαβιάνσκ-Κραματόρσκ. Εξού, οι απειλές Ρώσων αξιωματούχων ή ανθρώπων του βαθέως κράτους για πλήγμα (ίσως και πυρηνικό) στην Ευρώπη, ώστε η χώρα να αποκαταστήσει την αποτρεπτική ικανότητα της. Επομένως, κάποια σοβαρή μεταβολή στις Ευρωπαϊκές ισορροπίες λόγω της Ουκρανίας, η οποία επιβεβαιώνει ή θα απειλή την κυρίαρχη θέση των ΗΠΑ, δεν αναμένεται άμεσα στον ορίζοντα.
Σε αυτό το φόντο, μία αλλαγή τακτικής είναι δυνατή για την Ουάσιγκτον. Ο Λευκός Οίκος μπορεί να κινηθεί πιο ευέλικτα απέναντι στο Κρεμλίνο, προκειμένου να επιτύχει κάποια συνεννόηση, η οποία θα του είναι απαραίτητη, καθώς θα ετοιμάζεται ή θα κινείται ήδη πιο επιθετικά εναντίον του Ιράν. Η σχετική σταθερότητα της θέσης των ΗΠΑ στην Ευρώπη επιτρέπει μία τέτοια κίνηση. Αντίστοιχα, η άμεση απειλή που δέχεται η θέση τους στη δυτική Ασία, συνδυαστικά με την προοπτική περεταίρω διείσδυσης της Κίνας στις εμπορικές οδούς και στις συναλλαγές πετρελαίου στον Περσικό Κόλπο και στην Αραβική Χερσόνησο, συνέπεια των κενών ισχύος που προκύπτουν ⎯όπως προεξοφλούν η ισχυρή θέση του Πεκίνου στις διπλωματικές διεργασίες για το Μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν και οι πληρωμές που έλαβε το τελευταίο σε Κινεζικό νόμισμα ως τέλη διέλευσης⎯, μάλλον είναι ο υποκινητής αυτής της επιλογής. Υπό αυτό το πρίσμα, η Αμερικανορωσική προσέγγιση είναι κυρίως προϊόν του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας.
Η διεθνής άνοδος των τιμών ενέργειας είναι ένας άλλος παράγοντας σε αυτή την εξίσωση. Μία νέα κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο θα σημάνει μεγάλες καταστροφές σε υποδομές ενέργειας. Το Ιράν άλλωστε διαβεβαιώνει για του λόγου το αληθές, ενώ η ικανότητα του και των συμμάχων του για τέτοια δράση επαληθεύεται διαρκώς και συχνά μετά την 28η Φεβρουαρίου. Μάλιστα, αναφορές από τη χώρα τονίζουν ότι έχει αναπληρώσει σε μεγάλο βαθμό, και ότι έχει εξελίξει, το σχετικό αναγκαίο υλικό, ενώ το πρόβλημα της έλλειψης αναχαιτιστών πυραύλων επιμένει για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Από την άλλη μεριά, η αποστολή νέου στρατιωτικού υλικού και δυναμικού στην περιοχή και μάλιστα τρίτου αεροπλανοφόρου, είναι χαρακτηριστική των προθέσεων τους, ενώ αυξάνονται αναφορές για σχέδια μεγάλου βομβαρδισμού των στρατηγικών υποδομών του Ιράν, στον οποίο άλλωστε μπορούν να αξιοποιηθούν και μη «έξυπνες» βόμβες⎯ευρισκόμενες όμως σε αφθονία. Συνακόλουθα, το επόμενο διάστημα είναι πιθανή μία νέα έκρηξη του ενεργειακού κόστους ή/και ενεργειακές ελλείψεις.
Το τελευταίο άλλωστε είναι ήδη υψηλό, καθιστώντας τις ταξικές ή/και τις ενδοαστικές αντιθέσεις στις χώρες πιο οξείες και δυσκολότερα διαχειρίσιμες⎯ζήτημα που υπονομεύει τη σταθερότητα των κυβερνήσεων και εκφράζεται και στις εκλογικές διεργασίες (ΗΠΑ). Τους προηγούμενους μήνες και ενώ η ροή πετρελαίου από το Ορμούζ ανέκαμπτε, οι τιμές ακολούθησαν μία μη γραμμική αλλά ανοδική πορεία. Συγκεκριμένα την προηγούμενη εβδομάδα και κατά μέσο όρο, το Αργό κινήθηκε στα 105,5 $/β όσον αφορά το Brent και στα 93,3 $/β όσον αφορά το WTI, ενώ αντίστοιχα το πετρέλαιο κίνησης στις ΗΠΑ ήταν στα 203,3 $/β με τη διαφορά σε σχέση με το Αργό (Diesel crack spread, ενδεικτική του μεικτού περιθωρίου κέρδους στη διύλιση) να φτάνει στα 110,1 $/β. Μάλιστα, όλα αυτά εξελίσσονται, όταν οι παραγωγοί του Περσικού Κόλπου προχωρούν σε σημαντικές εκπτώσεις στους αγοραστές (Ιράκ 33%-35%) και αναλαμβάνουν να καλύψουν οι ίδιοι σε μεγάλο βαθμό την εκτόξευση των ασφάλιστρων (2,5 έως 10 φορές πάνω) και των ναύλων (από 30.000 $/ημερησίως σε έως 1,3 εκ.$/ημερησίως). Ασφαλώς, πρόκειται για συνθήκες που αποτελούν βόμβα στα θεμέλια της διεθνούς καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Ως συνέπεια των ενεργειακών εξελίξεων ενεργοποιούνται μία σειρά από επιπλέον επιβαρυντικούς παράγοντες. Οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ για το ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν ανέρχονται στα 32,5 εκ. $/ημερησίως, ενώ αυτές για την προστασία της εμπορικής ναυτιλίας υπολογίζονται με βάση αναφορές σε πολύ μεγάλης αξίας. Μάλιστα οι επιθέσεις του Ιράν αυξάνουν το κόστος των τελευταίων. Αυτό επίσης συνέβαινε και στην περίοδο της αυξημένης πετρελαϊκής ροής από το Ορμούζ, όταν τα φθηνά του UAV απλά απασχολούσαν τα ακριβά συστήματα αναχαίτησης του Αμερικανικού ναυτικού. Στη βάση αυτών, ο πληθωρισμός εκτροχιάζεται και τα επιτόκια στα κρατικά ομόλογα εκτοξεύονται σε ιστορικά υψηλά, μία τάση που είναι περισσότερο ισχυρή στις οικονομίες της Δύσης (ΗΠΑ, ΗΒ, Γερμανία, Γαλλία). Την ίδια ώρα τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου εξαντλούνται, προσεγγίζοντας σε περιπτώσεις κρατών ιστορικά χαμηλά. Σε αυτές τις συνθήκες, το ενδεχόμενο εκδήλωσης μίας νέας κρίσης γίνεται όλο και πιο πιθανό, ιδίως για τη Δύση.
Σε αυτή τη βάση, η προσέγγιση με τη Ρωσία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις ΗΠΑ. Μια νέα κλιμάκωση των επιθέσεων τους εναντίον του Ιράν έχει μεγάλες δυσκολίες στο υπάρχον διεθνές ενεργειακό τοπίο. Αντίθετα θα γινόταν κάπως ευκολότερη, αν η Ρωσία ανέκαμπτε ως διεθνής πάροχος πετρελαίου, καθώς θα αντιστάθμιζε ως ένα βαθμό (μόνο) τις απώλειες στην προσφορά⎯λόγω πολέμων. Η συμφωνία του Τραμπ με το Κρεμλίνο κινείται σε αυτή την κατεύθυνση. Η Μόσχα διαθέτει άμεσα στη διεθνή και στην Αμερικανική αγορά 300.000 τόνους diesel, ενώ προβλέπεται να προστεθούν ορισμένα εκατομμύρια τους επόμενους μήνες με βάση τη συμφωνία. Αυτές οι ποσότητες δεν επαρκούν για μία πραγματική αποκλιμάκωση στις τιμές, όμως δρομολογούν, μία τάση υπέρ της επανένταξης της Ρωσίας στο Δυτικό πλέγμα ενεργειακής ασφάλειας, ιδίως αν συνοδευτούν από μία ουσιώδη χαλάρωση στις Δυτικές ενεργειακές κυρώσεις εναντίον της. Εδώ βρίσκεται και η σημασία της Αμερικανορωσικής προσέγγισης. Επακόλουθα, η τελευταία είναι στενά συνδεδεμένη με τις ενεργειακές δυσκολίες που δημιουργεί στις ΗΠΑ η εξέλιξη της μάχης για το Ορμούζ.
Επακόλουθα, η συμφωνία καταδεικνύει και τη συνοχή των συμμαχικών ή συνεργατικών σχημάτων των δύο δυνάμεων. Οι «παροτρύνσεις» και οι πιέσεις των ΗΠΑ προς την κυβέρνηση Ζελένσκι, ώστε να συμμορφωθεί με το πνεύμα της συμφωνίας, αλλά και η πλήρης αγνόηση των Ευρωπαίων συμμάχων τους κατά την πραγμάτωση της, αποτυπώνουν ότι τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον αποκλίνουν σημαντικά απ’ αυτά, ακόμη και στρατηγικών της εταίρων. Αντίστοιχα, η συμβολή της Ρωσίας στην όποια συγκράτηση/αποκλιμάκωση των τιμών πετρελαίου, ενώ επίκειται ένταση της επιθετικότητας των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, φανερώνει και τα όρια στα οποία προτίθεται να κινηθεί για να στηρίξει αυτόν τον εταίρο της στην Ευρασιατική ολοκλήρωση. Ως συνέπεια, οι αντιθέσεις θα ενταθούν, τόσο στο εσωτερικό του Ευρωατλαντικού άξονα, όσο και εντός του υπό διαμόρφωση Ευρασιατικού συνασπισμού, καθιστώντας ακόμη πιο επικίνδυνο και απρόβλεπτο το διεθνές τοπίο.
Έτσι, η τελεσφόρηση και της νέας Αμερικανορωσικής προσέγγισης κρίνεται σημαντικά αβέβαιη. Η υπονομευτική δράση εξωτερικών παραγόντων πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ενώ ήδη δείχνει να εξελίσσεται από πλευράς Ουκρανίας. Η κυριότερη όμως πρόκληση βρίσκεται στην κομβική θέση της Ουκρανίας για τη διαμόρφωση των Ευρωπαϊκών ισορροπιών, στην οποία αποτυπώνεται και η ασυμβατότητα της στρατηγικής της Ρωσίας να είναι μεγάλη δύναμη, με αυτή των ΗΠΑ για την παραμονή τους στη θέση της εξέχουσας πλανητικής δύναμης. Σε αυτή τη βάση καμία από τις δύο δυνάμεις δεν πρόκειται να δεχθεί (τουλάχιστον φθηνά ή εύκολα) την υλοποίηση των στόχων της άλλης στο Ουκρανικό μέτωπο⎯δηλαδή την εγκόλπωση του ουσιώδους τμήματος της Ουκρανίας στη σφαίρα επιρροής του αντιπάλου. Η αποτυχία των προηγούμενων διεργασιών, προεξεχούσης αυτής στην Αλάσκα, είναι μάρτυρας αυτού του γεγονότος. Την ίδια στιγμή οι εξελίξεις στη δυτική Ασία περιπλέκουν την όλη κατάσταση, καθώς μπορούν να δημιουργήσουν άμεσα συνθήκες για μεγάλες και ταχείες μεταβολές στο μέτωπο της Ουκρανίας. Σε αυτό το κάδρο, η προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας μάλλον είναι περισσότερο μία συγκυριακή εξέλιξη.
Γιάννης Χουβαρδάς
Δρ. Διεθνών Σχέσεων – Ariadne’s Politicshttps://ariadnespolitics.com/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου