Του Θανάση Γκαβού
Η κεντρική Αφρική είναι μία από τις περιοχές του πλανήτη όπου δύσκολα μπορεί να θυμηθεί κανείς περιόδους ηρεμίας, με τις ένοπλες συγκρούσεις να αποτελούν τη βασική αιτία των δεινών που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι.
Επίκεντρο των συγκρούσεων είναι η διένεξη μεταξύ των φυλών Χούτου και Τούτσι, που απλώνεται κυρίως στη Ρουάντα, το Μπουρούντι και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό. Οι ρίζες της λυσσαλέας αντιπαράθεσης εντοπίζονται πολλές δεκαετίες πίσω.
Η Σούζαν Λίνι, διευθύντρια του προγράμματος της Διεθνούς Ομάδας Κρίσεων για την κεντρική και ανατολική Αφρική, επισημαίνει ότι πριν από την άφιξη των Ευρωπαίων το 19ο αιώνα, γύρω στα 1870, υπήρχαν διάφορα βασίλεια στις περιοχές που σήμερα αποτελούν εδάφη της Ρουάντα, του Μπουρούντι και της ανατολικής Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
«Οι Γερμανοί που ήρθαν πρώτοι στην περιοχή, ακολούθησαν την τακτική του
δαίρει και βασίλευε», λέει η κα. Λίνι και συνεχίζει: «Με βάση τα χαρακτηριστικά
της κάθε φυλής, από το σχήμα του κεφαλιού μέχρι το ύψος, αποφάσισαν ότι οι
Τούτσι είναι ανώτεροι από τους Χούτου. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το
Βέλγιο επέκτεινε την αποικία του Βελγικού Κογκό σε όλη την περιοχή.
»Οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των Γαλλόφωνων Βαλλόνων και των Φλαμανδών μεταφέρθηκαν και στην κεντρική Αφρική. Οι παλαιότερες διαφορές μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι υποδαυλίστηκαν από τις διαφορετικές παρατάξεις των Βέλγων αποικιοκρατών. Μετά την ανεξαρτητοποίηση των κρατών το 1960, η διένεξη έλαβε πλέον χαρακτήρα σύγκρουσης για την κατάληψη και κατανομή εξουσίας και γης», λέει η Αμερικανίδα αναλυτής.
Οι συμφωνίες των αρχών της δεκαετίας του 1990, σχετικά με την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι στη Ρουάντα, δεν κατάφεραν να κατευνάσουν το τεταμένο κλίμα μεταξύ των δύο φυλών.
Τον Απρίλιο του 1994, η κατάρριψη του αεροσκάφους που μετέφερε τον πρόεδρο της Ρουάντα, Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα, που προερχόταν από τη φυλή των Χούτου, και τον ομόλογό του από το Μπουρούντι, έδωσε το έναυσμα για τη γενοκτονία των Τούτσι.
Σε διάστημα εκατό ημερών, 800 χιλιάδες Τούτσι και μετριοπαθείς Χούτου σφαγιάσθηκαν. Δέκα χρόνια μετά, οι μνήμες και οι συνέπειες των εκατό εκείνων ημερών, παραμένουν το ίδιο έντονα εφιαλτικές, όπως αποτυπώνεται στα λόγια του 15χρονου τότε Ντιντιέ Σαγκασάι, φοιτητή σήμερα στην πρωτεύουσα Κιγκάλι.
«Δεν πίστευα ότι θα σκότωναν και παιδιά ή ηλικιωμένους. Σκότωσαν τον πατέρα μου και μετά έμαθα ότι πριν εκτελέσουν τη μητέρα μου και την αδερφή μου τις βίασαν. Είναι δύσκολο να μιλάμε για συμφιλίωση. Θα έλεγα ότι μόνη πιθανότητα είναι μια αμοιβαία ανοχή. Προσπαθώ να κρύψω τα συναισθήματά μου και να ζήσω με τα παιδιά των δολοφόνων της οικογένειάς μου», λέει δέκα χρόνια μετά τη γενοκτονία ο Ντιντιέ από τη Ρουάντα.
Σύμφωνα με τη Σούζαν Λίνι, οι εκατό ημέρες του 1994 καθόρισαν τις εξελίξεις στην κεντρική Αφρική:
«Τα κυριότερα προβλήματα της σημερινής Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό πηγάζουν από τα αποτελέσματα της γενοκτονίας. Οι δράστες, δηλαδή οι πολιτοφύλακες Χούτου γνωστοί ως ''ιντερεχάμουα'', βρήκαν καταφύγιο στη γειτονική Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, τότε Ζαΐρ.
»Οι Τούτσι από τη Ρουάντα, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει την εξουσία, επιτέθηκαν εναντίον τους προκαλώντας και την πτώση του διεφθαρμένου καθεστώτος του Μομπούτου, το Μάιο του 1997. Ο Λοράν Καμπιλά ανέλαβε τη διακυβέρνηση του Ζαΐρ, που τότε πήρε τη σημερινή του ονομασία, όμως η πολιτική του δεν ικανοποίησε τους Τούτσι. Έτσι τον Αύγουστο του '98 ξέσπασε ο πόλεμος με τη συμμετοχή πολλών κρατών. Ανγκόλα, Ναμίμπια και Ζιμπάμπουε στο πλευρό του Καμπιλά, Ρουάντα, Ουγκάντα και Μπουρούντι εναντίον του.
»Ο πόλεμος έληξε επισήμως το 2002, η ειρήνη όμως δεν έχει διασφαλιστεί. Η πολυσυλλεκτική μεταβατική κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, υπό το γιο του δολοφονηθέντος Λοράν Καμπιλά, Τζόσεφ, δεν έχει εξασφαλίσει τη σταθερότητα στη χώρα».
Το ίδιο ασταθής είναι και η μεταβατική κυβέρνηση συνεργασίας Χούτου και Τούτσι στο Μπουρούντι.
Μάλιστα, η μοναδική οργάνωση των ανταρτών Χούτου που δεν έχει αποδεχθεί την ειρηνευτική συμφωνία στη χώρα, ανέλαβε πριν από λίγες εβδομάδες την ευθύνη για τη σφαγή τουλάχιστον 160 Κονγκολέζων προσφύγων Τούτσι στον καταυλισμό του χωριού Γκατούμπα, στο έδαφος του Μπουρούντι.
Η ενέργεια αυτή έχει οξύνει επικίνδυνα την κατάσταση στην περιοχή, καθώς Ρουάντα και Μπουρούντι απειλούν με εισβολή στο κογκολέζικο έδαφος, όπου βρίσκεται το ορμητήριο των ανταρτών, όπως ακριβώς το 1997 και το '98.
Σύμφωνα με την κα. Λίνι «ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό είναι το μέγεθός της, ίσο με αυτό της δυτικής Ευρώπης. Σε μια τέτοια έκταση υπάρχει μεγάλη ποσότητα και ποικιλία φυσικού πλούτου: διαμάντια, χρυσός, ξυλεία, που ανέκαθεν συνέβαλαν στις επιθετικές τάσεις των γειτόνων.
»Παράλληλα, πολλές διαφορετικές εθνοτικές ομάδες ζουν μαζί και οι υποδομές είναι εξαιρετικά ασθενείς, κληρονομιά από το καθεστώς Μομπούτου. Τέλος, υπάρχει η εστία των ανταρτών από τη Ρουάντα στα ανατολικά της χώρας, που δεν έχουν ακόμα αφοπλιστεί».
Όλα αυτά, καταλήγει η Σούζαν Λίνι, αποτελούν αγκάθι στην επίλυση των μεγάλων προβλημάτων του Κονγκό και συνεπακόλουθα όλης της κεντρικής Αφρικής».
»Οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των Γαλλόφωνων Βαλλόνων και των Φλαμανδών μεταφέρθηκαν και στην κεντρική Αφρική. Οι παλαιότερες διαφορές μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι υποδαυλίστηκαν από τις διαφορετικές παρατάξεις των Βέλγων αποικιοκρατών. Μετά την ανεξαρτητοποίηση των κρατών το 1960, η διένεξη έλαβε πλέον χαρακτήρα σύγκρουσης για την κατάληψη και κατανομή εξουσίας και γης», λέει η Αμερικανίδα αναλυτής.
Οι συμφωνίες των αρχών της δεκαετίας του 1990, σχετικά με την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι στη Ρουάντα, δεν κατάφεραν να κατευνάσουν το τεταμένο κλίμα μεταξύ των δύο φυλών.
Τον Απρίλιο του 1994, η κατάρριψη του αεροσκάφους που μετέφερε τον πρόεδρο της Ρουάντα, Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα, που προερχόταν από τη φυλή των Χούτου, και τον ομόλογό του από το Μπουρούντι, έδωσε το έναυσμα για τη γενοκτονία των Τούτσι.
Σε διάστημα εκατό ημερών, 800 χιλιάδες Τούτσι και μετριοπαθείς Χούτου σφαγιάσθηκαν. Δέκα χρόνια μετά, οι μνήμες και οι συνέπειες των εκατό εκείνων ημερών, παραμένουν το ίδιο έντονα εφιαλτικές, όπως αποτυπώνεται στα λόγια του 15χρονου τότε Ντιντιέ Σαγκασάι, φοιτητή σήμερα στην πρωτεύουσα Κιγκάλι.
«Δεν πίστευα ότι θα σκότωναν και παιδιά ή ηλικιωμένους. Σκότωσαν τον πατέρα μου και μετά έμαθα ότι πριν εκτελέσουν τη μητέρα μου και την αδερφή μου τις βίασαν. Είναι δύσκολο να μιλάμε για συμφιλίωση. Θα έλεγα ότι μόνη πιθανότητα είναι μια αμοιβαία ανοχή. Προσπαθώ να κρύψω τα συναισθήματά μου και να ζήσω με τα παιδιά των δολοφόνων της οικογένειάς μου», λέει δέκα χρόνια μετά τη γενοκτονία ο Ντιντιέ από τη Ρουάντα.
Σύμφωνα με τη Σούζαν Λίνι, οι εκατό ημέρες του 1994 καθόρισαν τις εξελίξεις στην κεντρική Αφρική:
«Τα κυριότερα προβλήματα της σημερινής Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό πηγάζουν από τα αποτελέσματα της γενοκτονίας. Οι δράστες, δηλαδή οι πολιτοφύλακες Χούτου γνωστοί ως ''ιντερεχάμουα'', βρήκαν καταφύγιο στη γειτονική Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, τότε Ζαΐρ.
»Οι Τούτσι από τη Ρουάντα, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει την εξουσία, επιτέθηκαν εναντίον τους προκαλώντας και την πτώση του διεφθαρμένου καθεστώτος του Μομπούτου, το Μάιο του 1997. Ο Λοράν Καμπιλά ανέλαβε τη διακυβέρνηση του Ζαΐρ, που τότε πήρε τη σημερινή του ονομασία, όμως η πολιτική του δεν ικανοποίησε τους Τούτσι. Έτσι τον Αύγουστο του '98 ξέσπασε ο πόλεμος με τη συμμετοχή πολλών κρατών. Ανγκόλα, Ναμίμπια και Ζιμπάμπουε στο πλευρό του Καμπιλά, Ρουάντα, Ουγκάντα και Μπουρούντι εναντίον του.
»Ο πόλεμος έληξε επισήμως το 2002, η ειρήνη όμως δεν έχει διασφαλιστεί. Η πολυσυλλεκτική μεταβατική κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, υπό το γιο του δολοφονηθέντος Λοράν Καμπιλά, Τζόσεφ, δεν έχει εξασφαλίσει τη σταθερότητα στη χώρα».
Το ίδιο ασταθής είναι και η μεταβατική κυβέρνηση συνεργασίας Χούτου και Τούτσι στο Μπουρούντι.
Μάλιστα, η μοναδική οργάνωση των ανταρτών Χούτου που δεν έχει αποδεχθεί την ειρηνευτική συμφωνία στη χώρα, ανέλαβε πριν από λίγες εβδομάδες την ευθύνη για τη σφαγή τουλάχιστον 160 Κονγκολέζων προσφύγων Τούτσι στον καταυλισμό του χωριού Γκατούμπα, στο έδαφος του Μπουρούντι.
Η ενέργεια αυτή έχει οξύνει επικίνδυνα την κατάσταση στην περιοχή, καθώς Ρουάντα και Μπουρούντι απειλούν με εισβολή στο κογκολέζικο έδαφος, όπου βρίσκεται το ορμητήριο των ανταρτών, όπως ακριβώς το 1997 και το '98.
Σύμφωνα με την κα. Λίνι «ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό είναι το μέγεθός της, ίσο με αυτό της δυτικής Ευρώπης. Σε μια τέτοια έκταση υπάρχει μεγάλη ποσότητα και ποικιλία φυσικού πλούτου: διαμάντια, χρυσός, ξυλεία, που ανέκαθεν συνέβαλαν στις επιθετικές τάσεις των γειτόνων.
»Παράλληλα, πολλές διαφορετικές εθνοτικές ομάδες ζουν μαζί και οι υποδομές είναι εξαιρετικά ασθενείς, κληρονομιά από το καθεστώς Μομπούτου. Τέλος, υπάρχει η εστία των ανταρτών από τη Ρουάντα στα ανατολικά της χώρας, που δεν έχουν ακόμα αφοπλιστεί».
Όλα αυτά, καταλήγει η Σούζαν Λίνι, αποτελούν αγκάθι στην επίλυση των μεγάλων προβλημάτων του Κονγκό και συνεπακόλουθα όλης της κεντρικής Αφρικής».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου