Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Κύπρος 1974: Ποιοι ευθύνονται για τον πόλεμο και τη διχοτόμηση


Στο πλαίσιο του διαλόγου που διεξάγεται σε διάφορα επίπεδα για το Κυπριακό παραθέτουμε και αυτή την αντίληψη
Κώστας Πίττας 

Μαζικός τάφος τουρκοκυπρίων στο χωριό Μάραθα το 1974 (πηγή: «Πολίτης») 
Η επικίνδυνη έξαρση των ελληνοτουρκικών ανταγωνισμών γύρω από τις ΑΟΖ της ανατολικής Μεσογείου, το ναυάγιο της διάσκεψης για την Κύπρο στο Κραν Μοντανά, η πρόσφατη απόφαση της ελληνικής βουλής να ανοίξει και να παραδώσει το «φάκελο της Κύπρου» στην ελληνοκυπριακή βουλή, έχουν ανοίξει ξανά τη συζήτηση για το ποιος φταίει για την οριζόντια διχοτόμηση του νησιού σε δυο κοινότητες, στην ουσία σε δυο διαφορετικά κράτη εκατέρωθεν της «πράσινης γραμμής».
Η ομόφωνη απάντηση που δίνεται πάντα από την επίσημη ελληνική και ελληνοκυπριακή πλευρά είναι ότι η αιτία βρίσκεται στην επέμβαση του τουρκικού στρατού τον Ιούλη του 1974. Μόνο αρκετά πρόσφατα έχουν φτάσει να παραδέχονται ότι την αφορμή στην Τουρκία την έδωσε το πραξικόπημα που οργάνωσε η ελληνική χούντα για την ανατροπή του τότε πρόεδρου της Κύπρου, του Μακάριου, πράγμα που είναι αλήθεια, αλλά είναι μόνο η μισή αλήθεια. 

Αυτό που δεν λέγεται είναι ότι η διαίρεση της Κύπρου και του λαού της ήταν αποτέλεσμα συστηματικών και οργανωμένων εθνικών εκκαθαρίσεων, πολέμου και επίσημων συμφωνιών για ανταλλαγές πληθυσμών, όπου οι «μητέρες πατρίδες» έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο με τις πλάτες των μεγάλων δυνάμεων. Ο πόλεμος του 1974 και η ανταλλαγή πληθυσμών που χώρισε την Κύπρο στα δυο ήταν ένα ακόμα κεφάλαιο στη μακρόχρονη ιστορία των ανταγωνισμών ανάμεσα στον τουρκικό και τον ελληνικό καπιταλισμό για τον έλεγχο του Αιγαίου και συνολικότερα της Ανατολικής Μεσογείου. Και οι δυο τους εφάρμοσαν πολιτικές εθνικού ξεκαθαρίσματος, με εκατοντάδες νεκρούς, αγνοούμενους, πρόσφυγες και τεράστιες καταστροφές τόσο το 1974 όσο και τη δεκαετία που προηγήθηκε. 

Σχέδιο πραξικοπήματος 

Στις 15 Ιούλη του 1974 η χούντα του Ιωαννίδη που κυβερνούσε στην Αθήνα έδωσε την εντολή για την εφαρμογή του σχεδίου της ανατροπής –και δολοφονίας– του προέδρου Μακάριου. Για την εκτέλεση του πραξικοπήματος κινήθηκαν οι μονάδες της ελληνοκυπριακής Εθνικής Φρουράς, που τη διοικούσαν Ελλαδίτες αξιωματικοί, με την ΕΛΔΥΚ και την παραστρατιωτική ΕΟΚΑ Β’΄του φασίστα Γρίβα σε ρόλο υποστήριξης. Στόχο είχαν να στήσουν ένα καθεστώς-μαριονέτα της ελληνικής Χούντας. «Πρόεδρο» διόρισαν τον Νίκο Σαμψών, έναν ακροδεξιό βετεράνο της ΕΟΚΑ με βρόμικο παρελθόν εγκλημάτων ενάντια στους Τουρκοκύπριους. Ο Σαμψών ήταν γνωστός και ως «χασάπης της Ομορφίτας», από τη συμμετοχή του στην εκκαθάριση του τουρκοκυπριακού χωριού Ομορφίτα και τη μαζική σφαγή αμάχων τα Χριστούγεννα του 1963. 

Τα πράγματα όμως δεν ήρθαν όπως τα είχαν υπολογίσει. Αυτό που συνάντησαν οι πραξικοπηματίες ήταν η άμεση αντίσταση των εργαζόμενων και της νεολαίας της Κύπρου. Ήταν η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα στις εξελίξεις που οδήγησε τους επίδοξους δικτάτορες να χάσουν τον έλεγχο. Οι δυνάμεις του ελληνικού στρατού (της ΕΛΔΥΚ), της Εθνοφρουράς και της ΕΟΚΑ Β' δεν κατάφεραν να επιβάλουν τον έλεγχό τους. 91 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 250 τραυματίστηκαν, αλλά μέσα σε λίγες ώρες το πραξικόπημα είχε καταλήξει σε φιάσκο. 

Πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα, στις 20 Ιούλη, ξεκίνησε η τουρκική απόβαση, ο «Αττίλας». Η επιχείρηση δεν ήταν πρότυπο σχεδιασμού και εκτέλεσης, κάθε άλλο. Όμως, η απέναντι πλευρά ήταν σε χειρότερα χάλια. Στην Κύπρο επικρατούσε χάος, παρόλο που στις 23 Ιούλη ο Σαμψών είχε αποχωρήσει και καθήκοντα είχε αναλάβει ο Κληρίδης, τότε πρόεδρος της βουλής. Οι «λεβέντες» της ΕΟΚΑ Β’, σε κάποιες περιπτώσεις μαζί με μέλη της Εθνοφρουράς και της ΕΛΔΥΚ, προτιμούσαν να σκοτώνουν, να λεηλατούν και να βιάζουν, εξαφανίζοντας ολόκληρα χωριά στους τουρκοκυπριακούς θύλακες από το χάρτη. Στην ελληνική έκδοση της Wikipedia στο λήμμα «Τουρκική εισβολή στη Κύπρο» διαβάζουμε ότι στο διάστημα μεταξύ της πρώτης (20 Ιούλη) και της δεύτερης (14 Αυγούστου) φάσης της εισβολής: 

«Ελληνοκυπριακές ομάδες προέβησαν σε σφαγές 126 γυναικόπαιδων στα χωριά Αλόα, Μάραθα και Σανταλάρη στην επαρχία της Αμμοχώστου. Ομάδες της εθνικιστικής ΕΟΚΑ Β' μπήκαν στα τρία τ/κ χωριά πυροβολώντας. Εισέβαλαν στα σπίτια και μάζεψαν τους κατοίκους. Τους άντρες τούς μετέφεραν αργότερα σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Αμμόχωστο και στη συνέχεια στη Λεμεσό. Όλα τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι εκτελέστηκαν τον Αύγουστο του 1974 και θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους: 89 άτομα στη Μάραθα και 37 άτομα στην Αλόα… Την ίδια ημέρα, στην Τόχνη Λεμεσού, Ελληνοκύπριοι μαζί με Ελλαδίτες στρατιώτες συνέλαβαν πάνω από 80 Τ/κ άνδρες (συμπεριλαμβανομένων και 12χρονων αγοριών) και αφού τους κράτησαν για ένα βράδυ στο ελληνικό σχολείο, τους οδήγησαν σε τοποθεσία κοντά στην Παλώδια όπου εκτελέστηκαν με ριπές αυτόματων όπλων, ενώ στη συνέχεια πυροβόλησαν στο κεφάλι όποιον ήταν ακόμα ζωντανός… Στη Λεμεσό, μετά την κατάληψη του τουρκοκυπριακού θύλακα από μονάδες της Εθνικής Φρουράς, γυναίκες βιάστηκαν και παιδιά πυροβολήθηκαν, σύμφωνα με ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές μαρτυρίες». 

Η Λεμεσός και Τόχνη βρίσκονται στη νότια Κύπρο και δεν είχαν καμιά σχέση με τις πολεμικές συγκρούσεις. Απ’ άκρη σ’ άκρη στην Κύπρο αυτό που συνέβαινε ήταν μια επιχείρηση εθνικής εκκαθάρισης και από τις δυο πλευρές. 

Ανταλλαγή πληθυσμών 

Την τελική και επίσημη σφραγίδα σε αυτή τη μαζική εθνική εκκαθάριση έβαλε η συμφωνία για την ανταλλαγή πληθυσμών το καλοκαίρι του ‘74 μετά την υπογραφή της εκεχειρίας και η αποκαλούμενη συμφωνία της «Τρίτης Βιέννης», ένα χρόνο αργότερα. Κληρίδης και Ντενκτάς συμφώνησαν σε ένα πακέτο που αφορούσε την ανταλλαγή αιχμαλώτων και ρύθμιζε την παραμονή των ελληνοκυπρίων που δεν είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους στην Καρπασία. Από την άλλη ένας σημαντικός αριθμός τουρκοκυπρίων είχαν καταφύγει στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ αρκετά τουρκοκυπριακά χωριά που δεν είχαν καταληφθεί από την εθνοφρουρά ήταν αποκλεισμένα από τον στρατό. Πολλοί τουρκοκύπριοι κάτω από το φόβο των σφαγών που προηγήθηκαν προσπαθούσαν μόνοι τους να περάσουν στον βορρά. 

Με τη συμφωνία της «Τρίτης Βιέννης» ολόκληρα καραβάνια από τουρκοκύπριους που ήταν στις βάσεις ή αποκλεισμένοι στα χωριά τους με την συνοδεία στρατιωτών του ΟΗΕ μεταφέρθηκαν στην άλλη πλευρά. Μετά τα όσα έγιναν στις δυο φάσεις του πολέμου τον Ιούλη και τον Αύγουστο του ‘74, αυτή ήταν μια αναπόφευκτη εξέλιξη. Αρκετοί τουρκοκύπριοι έφευγαν με δάκρυα στα μάτια, αλλά από την άλλη φοβόντουσαν να μείνουν εξαιτίας των εγκλημάτων και των σφαγών σε βάρος τους που είχαν γίνει ήδη γνωστά. Τυπικά δεν ήταν υποχρεωμένοι να φύγουν, αλλά ελάχιστοι αποφάσισαν να μείνουν. Οι ελληνοκύπριοι, με εξαίρεση τους εγκλωβισμένους της Καρπασίας, αναγκάστηκαν κι αυτοί να φύγουν, δεν είχαν επιλογή. Έτσι δημιουργήθηκαν στην Κύπρο οι δύο γεωγραφικές περιοχές με ομοιογενή πληθυσμό. 

Όμως, δεν ήταν η πρώτη διχοτόμηση. Αυτή έγινε 10 χρόνια νωρίτερα μετά τα ματωμένα Χριστούγεννα του 1963 και τις συγκρούσεις του 1964. Και τότε δημιουργήθηκαν γεωγραφικές περιοχές με εθνικά αμιγή πληθυσμό μετά την εφαρμογή του σχεδίου Ακρίτας που εκπόνησε ο τότε Υπουργός Εσωτερικών της Κύπρου, Γιωρκάτζης με τη στήριξη του Μακάριου. Ο Μακάριος αφού αρνήθηκε να εφαρμόσει τις προβλέψεις του Συντάγματος που παραχωρούσαν δικαιώματα στους τουρκοκύπριους, επιχείρησε ν’ αλλάξει το Σύνταγμα. Οι τουρκοκύπριοι δεν δέχτηκαν και ξέσπασαν ένοπλες συγκρούσεις. Τότε δημιουργήθηκε η πρώτη «πράσινη γραμμή» που χώρισε τη Λευκωσία στη μέση. Με παρόμοιο τρόπο χωρίστηκαν και οι άλλες πόλεις όπου δημιουργήθηκαν θύλακες τουρκοκυπρίων, όπως και κάποια χωριά όπου συγκεντρώθηκαν κάτω από το φόβο να εξοντωθούν από τις παραστρατιωτικές ομάδες του Σαμψών και άλλων οπλαρχηγών. 

Βέβαια τότε κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε γιατί το 18% του πληθυσμού ήταν εγκατεστημένο στο 4,8% του εδάφους και μάλιστα σε συνθήκες πολιορκίας που στηριζόταν κυρίως στη μεραρχία που έστειλε η ελληνική κυβέρνηση και στη νεοσύστατη εθνοφρουρά. Αποκορύφωμα αυτής της πολιορκίας ήταν η ευρείας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση του Γρίβα (που τον είχε στείλει στην Κύπρο η ελληνική κυβέρνηση) το 1967 εναντίον ενός αμιγώς τουρκοκυπριακού χωριού, της Κοφίνου, κατά την οποία σκοτώθηκαν 24 Τουρκοκύπριοι και 1.000 έμειναν άστεγοι. Επιτελάρχης του Γρίβα ήταν ο μετέπειτα αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της ελληνικής χούντας, Γ. Μπονάνος, ο οποίος διέταξε το 1974 το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. 

Η συμβολή των «μητέρων πατρίδων» στη δημιουργία των χωριστών «κρατιδίων» ήταν τεράστια και στην πρώτη διχοτόμηση και στην δεύτερη που πήρε το χαρακτήρα δύο χωριστών περιφερειών, δύο ζωνών. Ο πρώτος Αττίλας φορούσε φουστανέλα και δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από το δεύτερο που φορούσε φέσι, δέκα χρόνια αργότερα. 

Ο «φάκελος της Κύπρου» που παραδόθηκε στην κυπριακή βουλή δεν ασχολείται καθόλου με αυτά, αλλά προσπαθεί να ρίξει στάχτη στα μάτια εστιάζοντας σε αυτούς που «άνοιξαν την κερκόπορτα στον Αττίλα» και οδήγησαν στην ήττα του 1974. Η αξία του είναι πολύ περιορισμένη γιατί στηρίζεται κυρίως σε καταθέσεις διάφορων από τους πρωταγωνιστές οι οποίοι λένε ψέματα για να σώσουν τα τομάρια τους. Για τις σφαγές των τουρκοκυπρίων δεν κάνουν καμία αναφορά παρά το ότι ήταν ένας από τους λόγους που σκοτώθηκαν πολλοί ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι σαν αντίποινα όταν μαθεύτηκαν οι σφαγές, κυρίως της Μάραθας και της Τόχνης. Έτσι κι αλλιώς, οι «εθνάρχες» Καραμανλής και Μακάριος φρόντισαν για να μείνουν ατιμώρητοι όλοι αυτοί που εγκλημάτησαν τόσο σε βάρος των ελληνοκυπρίων όσο και των τουρκοκυπρίων.

http://ergatiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου