Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Γιατί υπερασπιζόμαστε τη Ροζάβα


Γιατί υπερασπιζόμαστε τη Ροζάβα 
του Αλέξανδρου Σχισμένου
Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές ο τουρκικός στρατός έχει αρχίσει τις επιχειρήσεις κατά μήκος των συνόρων της Βόρειας Συρίας, εισβάλλοντας στο έδαφος της Ροζάβα. Η Τουρκία ελπίζει να συντρίψει το κουρδικό κίνημα, το οποίο έχει χαρακτηρίσει «τρομοκρατικό» και να δημιουργήσει μια ευρεία ζώνη «ασφαλείας» υπό τη δικαιοδοσία της στην Β. Συρία, όπου θα εγκαταστήσει τους Σύρους πρόσφυγες, ώστε να εγκαθιδρύσει ένα εκτεταμένο κέντρο επιρροής και ελέγχου εκείθεν των συνόρων της, αναβαθμίζοντας τον στρατηγικό της ρόλο στην περιοχή.
Πριν ληφθεί η επίσημη απόφαση στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, προηγήθηκε τηλεφώνημα του Ερντογάν με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντ. Τζ. Τραμπ όπου ο τελευταίος έδωσε την «άδειά» του για την επιχείρηση, υποσχόμενος πως τα αμερικανικά στρατεύματα θα αποσυρθούν και δεν θα βοηθήσουν τους, πλέον, αξιόπιστους συμμάχους τους στην μάχη ενάντια στο ISIS, τα αυτόνομα καντόνια της Ροζάβα. Η απόφαση του Τραμπ, μονομερής και δίχως να ενημερώσει κανέναν, προκάλεσε την άμεση αντίδραση και των δύο σωμάτων του Κονγκρέσσου ενάντια στην προδοσία των Κούρδων και μια μικρή ανταρσία στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ενώ ακόμη και η πρώην πρεσβευτής του στον ΟΗΕ, Νίκκι Χάλεϊ αντέδρασε με μήνυμα όπου υπογράμμιζε πως «η Τουρκία δεν είναι φίλος μας».

Την ίδια στιγμή ασταθούς ταλάντωσης η Ροζάβα απευθύνει κάλεσμα αλληλεγγύης στις κοινωνίες παγκοσμίως. Αυτό το κάλεσμα δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε, δεν μπορούμε παρά να το ακούσουμε, διότι η υπόθεση της Ροζάβα δεν αφορά μόνο τους Κούρδους, ούτε μόνο την Μέση Ανατολή. Η υπόθεση της Ροζάβα αφορά ολόκληρη την καταπιεσμένη ανθρωπότητα.

Γιατί όμως; Η σύντομη απάντηση είναι ότι στην Ροζάβα συμβαίνει μια επανάσταση εν κινήσει, που δεν έχει διαφθαρεί, που δεν έχει εκφυλιστεί, που δεν είναι απολίθωμα ή μυθική αφήγηση, μια επανάσταση εν τω γίγνεσθαι. Από την 19η Ιουλίου του 2012 και επί επτά συναπτά έτη, μέσα στην εμφυλιακή Συρία, τα αυτόνομα καντόνια της Ροζάβα πραγματοποιούν την Δημοκρατική Αυτονομία, πειραματίζονται με τη δημιουργία μιας κοινωνίας δίχως κράτος, γκρεμίζουν στερεότυπα ριζωμένα από αιώνες και τολμούν να συνδημιουργήσουν ένα παρόν που ανοίγει ορίζοντες στο πανανθρώπινο μέλλον.

Πώς όμως; Για να δούμε το πεδίο που διανοίγεται στην επικείμενη σύγκρουση, πρέπει να δούμε λίγο την θεσμική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινωνικής αυτοθέσμισης στη Ροζάβα, όπως και την χρονικότητά της, το ιστορικό της βάθος. Σε αυτό το σύντομο σημείωμα, μόνο κάποια στοιχεία μπορούμε να αναδείξουμε, που όμως αντανακλούν ένα πλέγμα σημασιών που βασίζονται στο αξιακό πλαίσιο της ισότητας, της ελευθερίας και της άμεσης δημοκρατίας.

Η Ροζάβα αποτελείται από τρία καντόνια, το Αφρίν, το Κομπάνι και το Τζεζιρέ, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού είναι κουρδικής καταγωγής, όμως κατοικούν και άλλες πληθυσμιακές ομάδες, όπως Άραβες, Αρμένιοι, Συροϊακωβίτες, κ.α. Όλοι οι πληθυσμοί απολαμβάνουν ισότητα και ισονομία, όπως και θρησκευτική ελευθερία απαράμιλλη όχι μόνο στην Μ. Ανατολή, αλλά και στη Δύση. Στη Ροζάβα κατοικούν άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι απολαμβάνουν πλήρη ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, απαράμιλλη, όχι μόνο στη Μ. Ανατολή, αλλά και στη Δύση. Οι κάτοικοι της Ροζάβα αποκαλούν το πολιτικό τους σύστημα Δημοκρατική Αυτονομία και προσπαθούν να χτίσουν μία κοινωνία δίχως κράτος και μία συνομοσπονδία πέρα από τα στεγανά του εθνο-κράτους, απαράμιλλη, όχι μόνο στη Μ. Ανατολή των θρησκευτικών απολυταρχιών, μα και στη Δύση των φιλελεύθερων ολιγαρχιών.

Η επανάσταση στη Ροζάβα ξεκίνησε από το Κομπάνι το 2012, όταν τα τοπικά συμβούλια κατέλαβαν κρατικά κτίρια και αντικατέστησαν τους κρατικούς θεσμούς με το συμβουλιακό σύστημα. Τα παράνομα συμβούλια είχαν ήδη συσταθεί από το καταδιωκόμενο κούρδικο κίνημα του PKK και του ντόπιου PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας), εν μέσω της συριακής εξέγερσης που άρχισε το 2011 για να μετακυλίσει σε εμφύλιο τους επόμενους μήνες, σαν ένα δίκτυο αυτοάμυνας των πληθυσμών της Ροζάβα. Η Άισα Αμπντουλά, από την ηγεσία του PYD, περιγράφει πώς οι λαϊκές συνελεύσεις και τα συμβούλια άνοιξαν από τα κάτω τον ορίζοντα προς την δημοκρατική αυτονομία ως έναν τρίτο δρόμο, πέρα από το μπααθικό καθεστώς του Άσαντ ή την ισλαμική αντιπολίτευση (FSA):

‘[…] ως κόμμα και ως κίνημα είχαμε μείνει μακριά από τις γενικές συνελεύσεις – επιλύαμε τις ιδεολογικές μας διαφορές στα συνέδρια. Όμως, μετά τις συνελεύσεις ακούγαμε τις απόψεις του κόσμου. Γινόταν προτάσεις, λαμβάνονταν αποφάσεις και δημιουργήθηκε ένας ‘οδικός χάρτης’. Στη συνέχεια δημοσιεύσαμε την πρότασή μας για τη Δημοκρατική Αυτονομία’.[i]

Κατά τη διάρκεια του 2011, ιδρύθηκε το Λαϊκό Συμβούλιο του Δυτικού Κουρδιστάν (MGRK), το οποίο συνένωσε τα συμβούλια σε ένα ενιαίο δίκτυο, δίχως να μετατοπιστεί το κέντρο της λήψης αποφάσεων και της πολιτικής εξουσίας προς τα πάνω. Αντιθέτως, ένα πολύπλοκο σύστημα άμεσης δημοκρατίας δημιουργήθηκε εκ του μηδενός προκειμένου η εξουσία των πολιτών να μείνει αναπαλλοτρίωτη και τα δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια και τεταρτοβάθμια συντονιστικά όργανα να παραμείνουν απλοί εκτελεστές των αποφάσεων της κοινωνίας.

Αυτό το σύστημα αποτελεί μια προσπάθεια πραγμάτωσης του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού σε πραγματικό ιστορικό χρόνο και υλοποίησης της άμεσης δημοκρατίας εν μέσω εμφυλίου. Σημαντική υπήρξε η στροφή που πήρε το κουρδικό κίνημα, εγκαταλείποντας το πεπαλαιωμένο όραμα ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα που θα κατέληγε σε ακόμη ένα εθνοκράτος, στροφή που περιγράφεται σαφώς στα γραπτά του Αμπντουλάχ Οτσαλάν:

‘Σε αντίθεση με τη συγκεντρωτική διοίκηση και τη γραφειοκρατική άσκηση εξουσίας, ο συνομοσπονδισμός προτείνει την πολιτική αυτοδιεύθυνση, στην οποία όλες οι ομάδες της κοινωνίας και όλες οι πολιτισμικές ταυτότητες εκφράζονται στις τοπικές συναντήσεις, τις γενικές συνελεύσεις και τα συμβούλια. Μια τέτοια δημοκρατία δίνει πολιτικό χώρο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και επιτρέπει σε διαφορετικές πολιτικές ομάδες να εκφραστούν. Μ’ αυτό τον τρόπο, προωθεί την πολιτική ολοκλήρωση της κοινωνίας συνολικά. Η πολιτική γίνεται μέρος της καθημερινής ζωής’.[ii]

Ο ίδιος ο Οτσαλάν, φυλακισμένος ηγέτης του κουρδικού κινήματος, δεν λειτουργεί ως παραδοσιακός ηγέτης, δίνοντας άνωθεν εντολές, αλλά ως σύμβολο, δίνοντας παροτρύνσεις και θεωρητικά εργαλεία σε ένα κίνημα που δεν ελέγχει διοικητικά ο ίδιος. Αυτή η συνθήκη βοήθησε το PKK να κάνει την αυτοκριτική του και να προσχωρήσει στο πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας, με αφορμή τον διάλογο Οτσαλάν – Μπούκτσιν μέσα από τη φυλακή.

Έτσι, μέσα από τον διάλογο, την αυτοκριτική και την πραγματικότητα των παράνομων συμβουλίων συντάχθηκε το σχέδιο του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού, που ‘στοχεύει στην αυτονομία της κοινωνίας, δηλαδή σε μια κοινωνία που διοικεί τον εαυτό της μέσω μικρών, αυτοδιευθυνόμενων αποκεντρωμένων μονάδων. Απαιτεί μια διαρκή κοινωνική επανάσταση, που αντανακλάται σε κάθε όψη της κοινωνικής δομής. Όλοι οι θεσμοί είναι αυτοοργανωμένοι και αυτοδιοικούμενοι.’[iii]

Δύο σημαντικά στοιχεία πρέπει να τονίσουμε εδώ: α) Την άρνηση του έθνους- κράτους, το οποίο ταυτίζεται με την καταπίεση και την ιεραρχία και β) Την άρνηση της πατριαρχίας, με την αναγνώριση της κεντρικής σπουδαιότητας των γυναικών. Σύμφωνα με τα λόγια του Οτσαλάν: ‘[…] κανένα κίνημα δεν έχει πιθανότητα να δημιουργήσει μια πραγματική και βιώσιμη ελεύθερη κοινωνία, αν ταυτόχρονα δεν γίνει βασικό κομμάτι της πρακτικής του η απελευθέρωση των γυναικών’, πράγμα που σημαίνει ότι ‘αν θέλουμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία χωρίς κράτος, πρέπει να ξεπεράσουμε την πατριαρχία.’[iv]

Αυτό το όραμα έδωσε έναν νέο, αμεσοδημοκρατικό προσανατολισμό στο κουρδικό κίνημα, το οποίο, ώριμα τόλμησε να τον θέσει σε εφαρμογή, μόλις υπήρξε το κενό εξουσίας που σήμανε ο συριακός εμφύλιος. Από το 2012 και μετά οι μαχητές και μαχήτριες των Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG/YPJ), οργανωμένες από τη βάση σε ανδρικά και γυναικεία τάγματα, συνέτριψαν τους τζιχαντιστές του ISIS και υπερασπίστηκαν τις περιοχές τους, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός εμπλεκόταν σε μια πρωτοφανούς δημιουργικότητας αυτοθέσμιση.

Η Δημοκρατική Αυτονομία υλοποιήθηκε στο πολιτικό μοντέλο που βασίζεται στην αυτονομία της τοπικής κομμούνας, στην οποία ενσωματώνονται οι συνελεύσεις των γειτονιών. Η κομμούνα είναι το πολιτικό κέντρο της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, ο τόπος της πολιτικής απόφασης και του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος της πολιτικής ισότητας, της ισονομίας, της ατομικής ελευθερίας και της εξάλειψης της αντιπροσώπευσης.

Συνοπτικά, το αμεσοδημοκρατικό πολιτικό σύστημα της Ροζάβα συναρθρώνεται σε τέσσερα επίπεδα, από τα οποία το πλέον σημαντικό είναι τα συμβούλια των συνοικιών, ο τόπος των πραγματικών πολιτικών αποφάσεων. Από τα κάτω προς τα άνω, τα επίπεδα είναι:

Α) Η κομμούνα, που περιλαμβάνει τα νοικοκυριά μιας γειτονιάς ή ενός χωριού. Οι ανοιχτές συνελεύσεις κάθε κομμούνας γίνονται στο Σπίτι του Λαού (mala gel) που είναι ανοιχτό για όλους διαρκώς, όπου συζητούνται και επιλύονται τα τοπικά, καθημερινά προβλήματα, μα και οι συνολικές πολιτικές. Επίσης υπάρχει το Σπίτι των Γυναικών (mala jin) ως κέντρο της γυναικείας αυτοδιεύθυνσης.

Β) Η συνοικία, που είναι δευτεροβάθμιο όργανο συντονισμού, αποτελούμενοι από επτά έως τριάντα κομμούνες. Στο συμβούλιο της συνοικίας μετέχουν εκπρόσωποι – όχι αντιπρόσωποι! – των κομμούνων οι οποίοι εκλέγονται ως πρέσβεις, για σύντομο χρονικό διαστημα, με συγκεκριμένες εντολές και υποκείμενοι στην άμεση ανακλητότητά τους και τη λογοδοσία στην συνέλευσή τους.

Γ) Άμεση ανακλητότητα και κοινωνικός έλεγχος είναι τρόποι αυτοπεριορισμού και αναχώματα σε οποιαδήποτε μετατόπιση της εξουσίας προς τα πάνω, που ισχύουν φυσικά και για τους διακόσιους εκπροσώπους των συνοικιών που συνθέτουν το συντονιστικό συμβούλιο της περιφέρειας.

Δ) Τέλος το Λαϊκό Συμβούλιο του Δυτικού Κουρδιστάν (MGRK) αποτελείται από το σύνολο των περιφερειακών συμβουλίων και είναι υπεύθυνο για την χάραξη και την πρόταση συνολικών πολιτικών, οι οποίες μπορούν να επικυρωθούν μόνο από τις κομμούνες βάσεις.

Σε αυτά τα τέσσερα επίπεδα σχηματίζονται επίσης επιτροπές αυτοδιεύθυνσης με τους ίδιους όρους (ανοιχτότητα, κοινωνικός έλεγχος, άμεση ανακλητότητα) σε οκτώ επιμέρους τομείς, που είναι οι εξής: 
Η γυναικεία χειραφέτηση. 
Η Άμυνα (οι μονάδες άμυνας βρίσκονται αποκλειστικά υπό την άμεση δικαιοδοσία των κομμούνων βάσης). 
Η οικονομία. 
Η πολιτική. 
Η κοινωνία των πολιτών, δηλαδή οι οργανώσεις επαγγελματικών και κοινωνικών ομάδων. 
Η ελεύθερη κοινωνία, δηλαδή οι οικογένειες, οι νέοι, οι άνεργοι. 
Η Δικαιοσύνη, που προτείνει την αμοιβαία συναίνεση και όχι την τιμωρία ως μέσο επίλυσης των διαφορών σε συνοικιακό επίπεδο. 
Η παιδεία, που λαμβάνει χώρα και ως επιμόρφωση στο πρόταγμα του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και ως εκμάθηση της δημοκρατίας μέσω της δημοκρατίας, αφού υπάρχουν ακαδημίες για κάθε έναν από τους οκτώ τομείς του πλέγματος. 

Αυτή είναι η αμεσοδημοκρατική πολιτική θέσμιση που λαμβάνει χώρα στη Ροζάβα. Δίπλα σε αυτούς τους θεσμούς, σύντομα τα καντόνια βρέθηκαν στην αναγκαιότητα να στήσουν και θεσμούς πιο συναφείς με τα δυτικά εθνοκράτη, για λόγους άμυνας και διπλωματίας. Όπως περιγράφουν οι συγγραφείς του βιβλίου «Η Επανάσταση στη Ροζάβα», ‘το MGRK συνειδητοποίησε ότι ένα μοντέλο άμεσης δημοκρατίας βασισμένο σε συνελεύσεις, όπως αυτό της Ροζάβα, δύσκολα θα αποκτούσε συμπάθειες διεθνώς […] Δυστυχώς, μια κυβέρνηση με ένα παραδοσιακό κοινοβούλιο όπου θα συμμετείχαν συμβατικά κόμματα, ήταν πιθανότερο να θεωρείται πιο αποτελεσματικό διεθνώς’, καθώς το διεθνές πολιτικό σύστημα είναι δομημένο αποκλειστικά με όρους εθνοκρατικούς.

Έτσι συντάχθηκε το Κοινωνικό Συμβόλαιο της Ροζάβα, ως συνταγματικό πλαίσιο ενός πιο αντιπροσωπευτικού κοινοβουλίου. Το 2014, βάσει αυτού του χάρτη, ανακηρύχθηκε η Δημοκρατική Αυτονομία της Ροζάβα, με την απόρριψη του έθνους-κράτους, την απόρριψη της συγκεντρωτικής διοίκησης, την αποδοχή της ισότητας των φύλων, της πολιτισμικής ελευθερίας, της δημοκρατίας, των κοινωνικών δικαιωμάτων και της οικολογίας. Παρόλο που αυτό το πρώιμο σύνταγμα είναι πιο εξισωτικό από τα επίσημα εθνοκρατικά συντάγματα, παραμένει συντηρητικό εν σχέσει προς την κοινωνική πραγματικότητα της αμεσοδημοκρατικής (συμβουλιακής) αυτοδιεύθυνσης που συμβαίνει στην καθημερινότητα. Παρείχε ωστόσο στα καντόνια τη δυνατότητα διπλωματικών συμμαχιών στο πλαίσιο του τριπλού αγώνα τους διασυνοριακά ενάντια στην Τουρκία, εξωτερικά ενάντια στον ISIS και εσωτερικά ενάντια στις κατεστημένες παραδοσιακές σημασίες και ρόλους.

Έτσι δημιουργήθηκε ένα μοναδικό πολιτικό περιβάλλον πειραματισμού και υλοποίησης της άμεσης δημοκρατίας. Οι πολεμικές και διπλωματικές ανάγκες οδήγησαν σε αυτό που ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ ονομάζει μια ‘κατάσταση [επαναστατικής] δυαδικής εξουσίας: απ’ τη μια είναι η δημοκρατική αυτοδιεύθυνση, που μοιάζει πολύ με κυβέρνηση, με υπουργεία, κοινοβούλιο και ανώτερα δικαστήρια […] Απ’ την άλλη υπάρχουν οι δομές βάσης […] όπου η πρωτοβουλία ξεκινά εξ ολοκλήρου από τις λαϊκές συνελεύσεις.’[v] Όμως ανάμεσα στις δύο αυτές θεσμικές συναρθρώσεις, η πραγματική εξουσία βρίσκεται στις δομές βάσης, τις συνελεύσεις. Όπως ο ίδιος ο ανθρωπολόγος παραδέχεται, ‘το ιδιαίτερο στοιχείο συνίσταται στο ότι φαίνεται να είναι η μόνη περίπτωση δυαδικής εξουσίας όπου οι δύο πλευρές δεν είναι μόνο συμμαχικές όπως στη Βολιβία, αλλά έχουν ιδρυθεί από το ίδιο κίνημα και πολλές φορές από τα ίδια άτομα.’

Αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο οφείλουμε να το προσέξουμε. Ο θεσμικός μηχανισμός δεν είναι ούτε αυτονομημένος ούτε υπεράνω των πολιτικών δομών της κοινωνίας. Αντιθέτως, είναι κατασκευασμένος από αυτές ως εργαλείο για να υπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς, ουσιαστικά της διεθνούς διπλωματίας, και όχι για να λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις ανεξάρτητα από τη βούληση της βάσης, ούτε για να διευθύνει τη βάση συγκεντρωτικά. Είναι ένα έκτακτο εργαλείο στην υπηρεσία της δημοκρατικής αυτονομίας και όχι μηχανισμός συγκέντρωσης της εξουσίας αποκομμένος από την κοινωνία. Είναι ένας μηχανισμός συνδιαλλαγής με τη ‘διεθνή κοινότητα’, περιορισμένος στα διεθνή πρότυπα, κατασκευασμένος υπό την πίεση της ανάγκης να συναφθούν διεθνείς συμφωνίες για ανθρωπιστική και υλική βοήθεια. Ωστόσο, φαίνεται ότι παραμένει αυτό, ένας τεχνικο-διπλωματικός μηχανισμός και όχι μια δομή αποκλειστικής πολιτικής εξουσίας, όπως είναι τα σύγχρονα κράτη. Οι ένοπλες δυνάμεις της Ροζάβα δεν λογοδοτούν σε αυτό τον μηχανισμό, καθώς βρίσκονται υπό την άμεση δικαιοδοσία των αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων βάσης, όπως και οι δομές παιδείας, δικαιοσύνης, οικονομίας.

Τι θα συνέβαινε αν η περιοχή ειρήνευε; Θα υπήρχε κάποια διεκδίκηση εξουσίας από το κεντρικό συριακό καθεστώς; Θα μπορούσε το παράδειγμα της Ροζάβα να είναι η αφετηρία μιας χειραφετημένης ανθρωπότητας; Θα ανθούσε ή θα μαραινόταν; Κάποιοι θέλουν απλώς να την ξεριζώσουν.

Τα ερωτήματα που γεννώνται στη Ροζάβα ξεπερνούν το στενό χωρικό πλαίσιο της Συρίας και το στενό χρονικό πλαίσιο των τελευταίων ετών. Είναι ερωτήματα που αφορούν συνολικά την ανθρωπότητα και την ιστορία, γιατί φέρνουν στον ορίζοντα του πραγματικού το πιο όμορφο όνειρο: την δυνατότητα μιας ελεύθερης, αυτόνομης κοινωνίας. Αν κάτι βλέπουμε ζωντανό και ακτινοβόλο στις κουρδικές περιοχές της Βόρειας Συρίας, είναι το ρητό πρόταγμα της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας.

Απέναντί του ορθώνεται το τουρκικό ολιγαρχικό κράτος, μια μηχανή τρόμου, καταπίεσης και σκοταδισμού.

Το 2018 η Τουρκία εισέβαλλε στο δυτικότερο καντόνι, το Αφρίν, το οποίο και κατέχει με στρατό έκτοτε. Σήμερα εισβάλλει στην υπόλοιπη Ροζάβα, αλλά συμβολικά εισβάλλει και σε όλες τις κοινωνίες που αγωνίζονται. Εισβάλλει στα δικά μας σπίτια, εισβάλλει στο δικό μας παρόν και μέλλον. Γι’ αυτό υπερασπιζόμαστε το παρόν της Ροζάβα, γιατί θέλουμε ένα άλλο, ελεύθερο, ισότιμο, δημοκρατικό παρόν και μέλλον.

[i] Μίχαελ Κναπ, Άνγια Φλαχ και Ερτζάν Αϊμπογά, Η Επανάσταση στη Ροζάβα, εκδ. Άπατρις, 2017, σ. 88.

[ii] A. Öcalan, Democatic Confederalism, Cologne, 2011, σ. 26.

[iii] Η Επανάσταση στη Ροζάβα, σ. 80.

[iv] Ό.π. σ. 79.

[v] Ό.π. σ. 17.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου