Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό: Η ιστορία ενός ξεχασμένου λαού

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό: Η ιστορία ενός ξεχασμένου λαού
Πάνος Σκαλτσούνης*
“Μπορεί να μετρήσει κανείς όλες τις ζωές που χάθηκαν στην Σρεμπρένιτσα της Βοσνίας, στην γενοκτονία της Ρουάντα και στον εμφύλιο της Συρίας, να προσθέσει τα θύματα του διωγμού του λαού των Ροχίνγκια στην Μιανμάρ και μία 11η Σεπτεμβρίου κάθε μέρα επί έναν ολόκληρο χρόνο και τελικά να συμπεριλάβει την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Αν προσθέσει όλες αυτές τις απώλειες ζωής και τις πολλαπλασιάσει επί δύο και πάλι δεν θα φτάσει τον αριθμό των ζωών που έχουν χαθεί στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Σύμφωνα με έκθεση της διεθνούς ΜΚΟ “International Rescue Committee”, 5,4 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν την ζωή τους από το 1998, όταν και ξεκίνησε ο Δεύτερος Πόλεμος του Κονγκό, μέχρι και το 2008, ωστόσο αρκετές άλλες οργανώσεις και άνθρωποι που βρίσκονται στην περιοχή μετράνε πάνω από 6 εκατομμύρια νεκρούς και βλέπουν το αίμα να κυλά ακόμα σαν νερό, αλλά και πάλι κανείς δεν ακούει κάτι για αυτό”.[1]

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αποτέλεσε την σημαντικότερη αποικία του Βελγίου στην Αφρική[2] από το 1885 μέχρι και το 1960. Η αφρικανική χώρα με έκταση 80(!) περίπου φορές μεγαλύτερη από αυτήν του Βελγίου, απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1960, ενώ την ίδια χρονιά έγινε και μέλος των ΗΕ. Έχοντας υποστεί το σκληρότερο αποικιοκρατικό καθεστώς στην Αφρική, η χώρα ζει εδώ και περίπου ενάμιση αιώνα βυθισμένη στην φτώχεια, την βία και τον πόλεμο.

Το 1885 στην Διάσκεψη του Βερολίνου τα εδάφη της Αφρικής μοιράστηκαν μεταξύ των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων και η περιοχή που απαρτίζει την σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό παραχωρήθηκε στον βασιλιά του Βελγίου, Λεοπόλδο ΙΙ, ως προσωπική ιδιοκτησία. Από το 1885 μέχρι και το 1908 υπολογίζεται ότι 5 έως 10 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν την ζωή τους εξαιτίας της καταναγκαστικής εργασίας και των άθλιων συνθηκών διαβίωσης, των επιδημιών, του υποσιτισμού και των εκτελέσεων από τις βελγικές αποικιακές δυνάμεις. Παράλληλα, χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι εργάζονταν σε συνθήκες σκλαβιάς στις φυτείες καουτσούκ για λογαριασμό ευρωπαϊκών εταιρειών, όπως της ABIR Congo Company (Anglo-Belgian India Rubber Company), υπέστησαν ακρωτηριασμούς επειδή δεν κατάφεραν να ανταπεξέλθουν στους στόχους παραγωγής.


1904: Κονγκολέζοι κρατώντας ακρωτηριασμένα μέλη των συντρόφων τους που απέτυχαν να φέρουν εις πέρας τους στόχους παραγωγής.

Το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου οδήγησε σταδιακά στην ανεξαρτητοποίηση των πρώην αποικιών, με την περίπτωση του Κονγκό να μην αποτελεί εξαίρεση. Η πίεση από τον λαό καθώς και από τα ΗΕ για χειραφέτηση της χώρας οδήγησε το 1960 στην ανεξαρτησία με τον Patrice Lumumba να γίνεται ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός στην ιστορία του Κονγκό. Ωστόσο, η στάση που τήρησε απέναντι στην Σοβιετική Ένωση προκάλεσε ανησυχία στις Η.Π.Α., το Βέλγιο και σε άλλες χώρες της Δύσης καθώς έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα τους για τους φυσικούς πόρους της χώρας (κοβάλτιο, κολτάν, χαλκό, διαμάντια κ.α.).

Η θητεία του Patrice Lumumba έληξε άδοξα μόλις μερικούς μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Με την υποστήριξη του Βελγίου οι δυνάμεις του αξιωματικού Mobutu –συμμάχου μέχρι πρότινος του Lumumba– τον συνέλαβαν και τον δολοφόνησαν. Έπειτα από μία περίοδο αναταραχής ο Mobutu, με νέο πραξικόπημα ανακηρύχθηκε πρόεδρος της χώρας το 1965 και εγκαθίδρυσε ένα στυγνό δικτατορικό καθεστώς το οποίο και διήρκεσε μέχρι το 1997. Υποστηριζόμενος από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, ο Mobutu υιοθέτησε μία αντικομμουνιστική ρητορική, ενώ σύναψε διπλωματικές σχέσεις με το ρατσιστικό καθεστώς της Νοτίου Αφρικής, το δικτατορικό καθεστώς της Ελλάδας, το Βέλγιο, την Γαλλία, το Ισραήλ καθώς και την Κίνα λόγω της αντιπαλότητας της με την Σοβιετική Ένωση.

Στα χρόνια της δικτατορίας του ο Mobutu φυλάκισε και εκτέλεσε πολιτικούς του αντιπάλους, όπως τον πρωθυπουργό Εvariste Kimba, ο οποίος εκτελέστηκε δημόσια στην Κινσάσα το 1965 και υπεξαίρεσε περισσότερα από 5δις δολάρια από τα δημόσια ταμεία, κυρίως μέσω της εκμετάλλευσης των ορυχείων της χώρας. Ακόμα, έχτισε μία επιβλητική έπαυλη στο χωριό καταγωγής του, που έμεινε γνωστή και ως οι «Βερσαλίες της Αφρικής», η οποία διέθετε μέχρι και αεροδιάδρομο για το ιδιωτικό του αεροσκάφος τύπου Concorde με το οποίο ταξίδευε τακτικά στο Παρίσι. Τέλος, στα 32 χρόνια που έμεινε στην εξουσία προκήρυξε τρεις φορές προεδρικές εκλογές, το 1970, το 1977 και το 1984, εκ των οποίων καμία δεν διενεργήθηκε ελεύθερα καθώς και στις τρεις συγκέντρωσε το 99% των ψήφων.

Το 1996 ξέσπασε ο Πρώτος Πόλεμος του Κονγκό μεταξύ των δυνάμεων των ανταρτών του ADFLC (Alliance of Democratic Forces for the Liberation of Congo) υπό την ηγεσία του Laurent-Désiré Kabila και των κυβερνητικών δυνάμεων του Mobutu, ο οποίος διήρκεσε 6μιση μήνες και στοίχισε την ζωή σε περισσότερους από 800.000 ανθρώπους. Στον απόηχο της γενοκτονίας στην γειτονική Ρουάντα το 1994[3] χιλιάδες μέλη της εθνοτικής ομάδας των Χούτου, που είχαν ενεργή συμμετοχή στην σφαγή των συμπατριωτών τους Τούτσι, διέφυγαν στην γειτονική ΛΔΚ. Η νέα κυβέρνηση των Τούτσι στην Ρουάντα υποστηρίζοντας ότι οι φυγάδες Χούτου πραγματοποιούσαν επιθέσεις στις μειονότητες των Τούτσι που ζούσαν στην ΛΔΚ καθώς και ότι σχεδίαζαν εισβολή στην Ρουάντα με σκοπό την ανατροπή της, ξεκίνησε να εξοπλίζει τον Laurent-Désiré Kabila καθώς και τους Τούτσι που ζούσαν στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ.

Ο Mobutu πάσχοντας ήδη από καρκίνο του προστάτη απεβίωσε στις 16 Μαΐου του 1997, ενώ την επόμενη μέρα ανέλαβε καθήκοντα προέδρου ο ηγέτης των ανταρτών Laurent-Désiré Kabila. Προς απογοήτευση του λαού του Κονγκό ο τρόπος διακυβέρνησης παρέμεινε σχεδόν ίδιος με του προηγούμενου καθεστώτος. Η διαφθορά και ο νεποτισμός παρέμειναν τα κύρια χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης, ενώ η κοινή γνώμη θεωρούσε ότι ο Laurent-Désiré Kabila αποτελούσε υποχείριο των ξένων δυνάμεων –κυρίως της γειτονικής Ρουάντας και της Ουγκάντας–συμμάχων του στον πρόσφατο πόλεμο. Η Ουγκάντα αποτελούσε και αυτή σύμμαχο των Τούτσι της ΛΔΚ καθώς οι τελευταίοι είχαν υποστηρίξει τον νυν πρόεδρο της χώρας, Yoweri Museveni, στην ανατροπή του καθεστώτος του Idi Amin μερικά χρόνια νωρίτερα. Απώτερος στόχος όμως των δυνάμεων της Ουγκάντας ήταν η εκμετάλλευση των πλούσιων ορυχείων των ανατολικών περιοχών της ΛΔΚ.

Ένα χρόνο περίπου αργότερα, τον Αύγουστο του 1998, η χώρα οδηγήθηκε στον Δεύτερο Πόλεμο του Κονγκό, τον φονικότερο παγκοσμίως μετά το 1945. Ο πόλεμος αυτός έμεινε γνωστός και ως “The Great African War” λόγω της συμμετοχής πολλών αφρικανικών κρατών και του τεράστιου κόστους του σε ανθρώπινες ζωές[4].

Ο Laurent-Désiré Kabila είχε προηγουμένως διατάξει την εκκένωση της χώρας από τις δυνάμεις της Ρουάντας και της Ουγκάντας με αποτέλεσμα οι μειονοτικές ομάδες των Τούτσι που κατοικούσαν στα ανατολικά της χώρας να αισθάνονται εκτεθειμένες σε νέες επιθέσεις από τους Χούτου. Έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ των δυνάμεων του Laurent-Désiré Kabila και των ομάδων ανταρτών που πρόσκειντο στην Ρουάντα και την Ουγκάντα. Στην πραγματικότητα ωστόσο ο πόλεμος αφορούσε στην πρόσβαση και τον έλεγχο των πλούσιων σε ορυκτά περιοχών της ανατολικής ΛΔΚ. Οι δυνάμεις των ανταρτών γρήγορα πήραν τον έλεγχο των περιοχών αυτών και ο Kabila για να τις αντιμετωπίσει προχώρησε στην στρατολόγηση των Χούτου που είχαν διαφύγει στην ΛΔΚ και μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν αντίπαλοι του με αποτέλεσμα η κατάσταση να ξεφύγει γρήγορα εκτός ελέγχου και αρκετά μέλη της μειονότητας των Τούτσι να δολοφονηθούν αγρίως.

Το 2001 ο Kabila δολοφονήθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, πιθανόν με την συνδρομή της Ρουάντα και την εξουσία ανέλαβε ο γιος του, Joseph Kabila. Καθώς η σύγκρουση είχε λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με τις εμπλεκόμενες δυνάμεις να στοχεύουν ξεκάθαρα στον έλεγχο των ορυχείων και τις συμμαχίες μεταξύ των ομάδων ανταρτών να έχουν καταρρεύσει, τα εμπλεκόμενα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία για κατάπαυση του πυρός τον Ιούλιο του 2003. Συμφωνήθηκε ακόμα η κατάρτιση ενός σχεδίου για ενοποίηση της χώρας, αφοπλισμού των ανταρτών και διεξαγωγής εκλογών. Παρά την συμφωνία όμως οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν όλη την επόμενη δεκαετία με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις την “σφαγή των Χριστουγέννων” το 2008 από την ομάδα ανταρτών “Lord’s Resistance Army” και την εξέγερση των ανταρτών της ομάδας “M23” η οποία ξέσπασε τον Απρίλιο του 2012. Στην πρώτη περίπτωση οι αντάρτες επιτέθηκαν σε 5 χωριά της ανατολικής ΛΔΚ δολοφονώντας 620 ανθρώπους, ενώ στην δεύτερη η εξέγερση διήρκεσε ενάμιση χρόνο περίπου και μέχρι το τέλος της τον Νοέμβριο του 2013 εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν την ζωή τους και πάνω από 140.000 αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Ακόμα και σήμερα στην πλούσια σε ορυκτά ανατολική επαρχία Κίβου της ΛΔΚ μαίνονται συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και πολλών ομάδων ανταρτών. Από το επίσημο τέλος του πολέμου το 2003 μέχρι και σήμερα μόνο στην επαρχία Κίβου έχουν χάσει την ζωή τους περίπου 12.000 άνθρωποι, ενώ 1,4 εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να διαφύγουν είτε σε άλλες επαρχίες είτε σε χώρες του εξωτερικού.

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τα αίτια της διαιώνισης των συγκρούσεων στην ΛΔΚ πρέπει να αντιληφθεί την σημασία του ορυκτού πλούτου της χώρας. Σε όλη την διάρκεια του πολέμου, αλλά και για αρκετά χρόνια μετά το τέλος του, βασική πηγή εσόδων των περισσότερων ομάδων ανταρτών αποτελούσαν τα ορυκτά (κολτάν, διαμάντια, χαλκός, κοβάλτιο και χρυσός) της ανατολικής ΛΔΚ. Η εκμετάλλευση τους βασιζόταν στην καταναγκαστική εργασία του ντόπιου πληθυσμού, ενώ τα ορυκτά κατέληγαν σε ευρωπαϊκές κυρίως εταιρείες[5] οι οποίες σε αντάλλαγμα χρηματοδοτούσαν τις ομάδες ανταρτών, πολλά μέλη των οποίων συγκέντρωσαν μεγάλα χρηματικά ποσά το διάστημα αυτό.


Οι χώρες που έλαβαν μέρος στον 2ο Πόλεμο του Κονγκό.

Σύμφωνα με έκθεση των ΗΕ η οποία δημοσιεύτηκε το 2009, το Αφγανιστάν αποτελούσε την χειρότερη χώρα για να γεννηθεί ένα παιδί. Προφανώς ο ΟΗΕ λησμόνησε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Αξίζει να διαβάσει κανείς το λεπτομερές άρθρο-καταγγελία του Robert Miller, “The Vile Scramble For Loot”,[6] για την κατάσταση στο Κονγκό μέχρι και το 2009 και το πλιάτσικο της χώρας από ένα ολόκληρο παρασιτικό οικοσύστημα εταιριών, των οποίων η μεγιστοποίηση του κέρδους περνά από το τερατώδες σύμπλεγμα των εμφύλιων συγκρούσεων της χώρας. Στο άρθρο αυτό, μεταξύ των πολλών άλλων τρομακτικών και εξοργιστικών που αναφέρονται, μαθαίνουμε πως την περίοδο 1998-2008 το μέσο προσδόκιμο ζωής στην ΛΔΚ ήταν 44,5 έτη (42 έτη για τους άντρες και 47 για τις γυναίκες)[7], ένα στα πέντε παιδιά πέθαιναν πριν φτάσουν τα 5 έτη, μόλις το 29% του αγροτικού πληθυσμού είχε πρόσβαση σε καθαρό νερό, το ένα τρίτο των παιδιών κάτω των 5 ετών ήταν λιποβαρή, ενώ η χώρα είχε το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων στα όρια της λιμοκτονίας.

Ακόμα, την ίδια περίοδο εξαιτίας του πολέμου, των ασθενειών και της κακής διατροφής περισσότεροι από 45.000 άνθρωποι πέθαιναν κάθε μήνα, 2.000.000 πολίτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, πάνω από 200.000 γυναίκες έπεσαν θύματα βιασμού και περισσότερα από 30.000 παιδιά στρατολογήθηκαν με την βία. Μαθαίνουμε ακόμη ότι η καταναγκαστική εργασία στην οποία υποβαλλόταν ο ντόπιος πληθυσμός, αυτήν την φορά όχι από κάποιο αποικιοκρατικό καθεστώς αλλά από ομάδες ανταρτών, οδήγησε στον θάνατο πολλών ανθρώπων καθώς δεν λαμβανόταν καμία μέριμνα για την ασφάλεια τους και τις συνθήκες στις οποίες αναγκάζονταν να δουλέψουν.

Η Global Witness, μια διεθνής ΜΚΟ η οποία εξέδωσε το 2009 έκθεση για την κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό με τίτλο: “Faced with a gun, what can you do?War and the militarization of mining in Eastern Congo”, κατήγγειλε τεκμηριωμένα την στρατιωτικοποίηση της εξόρυξης μετάλλων, -σε μια αμύθητα πλούσια σε μεταλλεύματα, αλλά και ξυλεία και υδάτινους πόρους χώρα- και τις εταιρείες οι οποίες την υποθάλπουν.

“H Global Witness σημειώνει πως τα ορυκτά που βρίσκονται διάσπαρτα στο Βόρειο και Νότιο Κίβου της ΛΔΚ επέδρασαν σαν μαγνήτης για αντάρτικες ομάδες και ένοπλες φατρίες από το 1997 και έπειτα”… 

Σε άλλη έκθεση, η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ[8]ανέφερε ότι “ήδη από το 2001 η σύγκρουση στην ΛΔΚ αφορούσε κυρίως στην πρόσβαση, τον έλεγχο και το εμπόριο πέντε κρίσιμων ορυκτών πόρων: του κολτάν, των διαμαντιών, του χαλκού, του κοβαλτίου και του χρυσού”. Η ίδια έκθεση ανέφερε πως “ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και την συνέχιση του πολέμου υπήρξε ζωτικός. Αρκετές εταιρείες αναμείχθηκαν και τροφοδότησαν άμεσα τον πόλεμο, ανταλλάσσοντας όπλα για φυσικούς πόρους ενώ άλλες διευκόλυναν την πρόσβαση σε χρηματοοικονομικούς πόρους, που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά όπλων. Οι εταιρείες που εμπορεύονται ορυκτά, τα οποία η Επιτροπή θεωρεί ως κινητήρα της σύγκρουσης στην ΛΔ του Κονγκό, προετοίμασαν το πεδίο για τις παράνομες εξορυκτικές δραστηριότητες στην χώρα”.

Μία ακόμη έκθεση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ[9] κινείται στα ίδια πλαίσια και κάνει ανάλογες διαπιστώσεις, περιγράφοντας εταιρικά δίκτυα με τεράστια οικονομικά συμφέροντα στην ΛΔΚ. Σημειώνει όμως και κάτι που αφορά την Ελλάδα: την συμμετοχή της χώρας μας στην εκπαίδευση αξιωματικών του Στρατού της ΛΔΚ και την μη ειδοποίηση σχετικά της αρμόδιας Επιτροπής του ΟΗΕ ως όφειλε.

Σήμερα, παρά το γεγονός πως η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου γίνεται κυρίως από κρατικές επιχειρήσεις (Mining industry of the Democratic Republic of the Congo) καθώς και από ξένες εταιρείες (China Molybdenum κ.α.), η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Οι ομάδες ανταρτών εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιχειρούν, ενώ η παιδική εργασία, η απουσία κανόνων ασφαλείας και οι μισθοί πείνας εξακολουθούν να αποτελούν τον κανόνα. Η μόνη λύση που θα μπορούσε να επιβληθεί είναι ένα μποϋκοτάζ στα προϊόντα εκείνα των εταιρειών που ενισχύουν την παιδική εργασία καθώς και τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές ομάδες κάθε είδους και εθνότητας. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο: το κινητό μας και ο υπολογιστής μας π.χ. κατά πάσα πιθανότητα περιέχουν κοβάλτιο και κολτάν[10] από την ΛΔΚ. Ο πλούτος εδώ δρα σαν κατάρα, αναπαράγοντας τις συνθήκες μιας διαρκούς αιματοχυσίας.

Οι κάτοικοι πάντως πολλών επαρχιών της ΛΔΚ φαίνεται να έχουν παραδοθεί στην μοίρα τους και να μην βλέπουν καμία διέξοδο.[11] Στην ΛΔΚ, μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου σε ορυκτό πλούτο, διαβιούν σήμερα περισσότεροι από 4,5 εκατομμύρια εσωτερικά εκτοπισμένοι άνθρωποι. Οι περισσότεροι από αυτούς ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς που μπορούν να συγκριθούν μόνο με στρατόπεδα συγκέντρωσης μέσα στoυς οποίους βασιλεύει ο τρόμος, οι μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η συστηματική σεξουαλική κακοποίηση παιδιών και γυναικών και οι σφαγές πολιτών υποκινούμενες συχνά από εθνοτικά και φυλετικά κριτήρια. Η κυβέρνηση της χώρας και η διεθνής κοινότητα αδυνατούν να προστατέψουν τους ανθρώπους που έχουν εγκλωβιστεί στους καταυλισμούς αφήνοντας τους χωρίς ελπίδα για το μέλλον τους: αν σταθούν τυχεροί ίσως καταφέρουν να διαφύγουν σε κάποια χώρα του εξωτερικού, αν όχι θα βρουν τον θάνατο από την πείνα, τις εμφύλιες συγκρούσεις ή τις επιδημίες που θερίζουν (ιός έμπολα, HIV, χολέρα κ.α).[12]


Προσφυγικός καταυλισμός στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Δεν υπάρχει λοιπόν δια ταύτα και ηθικό δίδαγμα: υπάρχει η φυσική λειτουργία ενός παγκόσμιου συστήματος που δρα όχι ανήθικα, αλλά εκτός ηθικής και το αόρατο χέρι της αγοράς που οπλίζει αενάως νεαρούς απελπισμένους, αποκτηνωμένους και χωρίς επιλογές ανθρώπους εναντίον των συνανθρώπων τους.

Ας θεωρηθεί εντέλει το παρόν κείμενο μια μικρή υπενθύμιση για το ποιος είναι ο φονικότερος πόλεμος των τελευταίων δεκαετιών. Είναι άλλωστε θεωρώ με κάποιο τρόπο διπλά ανήθικο να μην γνωρίζουμε πως το κινητό μας δουλεύει χάρη στην τυφλή βία, τον θάνατο, τους βιασμούς και τον ανείπωτο τρόμο σε μια ρημαγμένη γωνιά του πλανήτη.

*Υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


[2] Η δεύτερη αποικία του Βελγίου στην Αφρική ήταν η Ρουάντα, από το 1922 έως το 1962.

[3] Η γενοκτονία της Ρουάντα έλαβε χώρα από τον Απρίλιο μέχρι και τον Ιούλιο του 1994. Υπολογίζεται ότι 500.000 έως και 1.000.000 άνθρωποι, μέλη κυρίως της εθνοτικής ομάδας των Τούτσι έχασαν την ζωή τους από μέλη της εθνοτικής ομάδας των Χούτου.

[4] Στον πόλεμο αυτόν ενεπλάκησαν πάνω από 10 αφρικανικές χώρες και περισσότερες από 25 ομάδες ανταρτών.

[5] Το 2001 τα ΗΕ δημοσίευσαν μία λίστα με τις εταιρείες οι οποίες εμπλέκονταν στην παράνομη εξόρυξη στα εδάφη της ΛΔΚ. Αναλυτικά η έκθεση των ΗΕ και η σχετική λίστα εδώ: https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/report-panel-experts-illegal-exploitation-natural-resources-and


[7] Σύμφωνα με έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας το 2016 το μέσο προσδόκιμο ζωής στην ΛΔΚ ανέβηκε στα 59,8 έτη, παραμένοντας ωστόσο μία από τις τελευταίες χώρες της σχετικής λίστας (165η σε σύνολο 183).



[10] Το κοβάλτιο είναι ένα μέταλλο που χρησιμοποιείται ευρέως στις μπαταρίες ιόντων λιθίου και τα μεγαλύτερα αποθέματα παγκοσμίως (50%) βρίσκονται στην ΛΔΚ. Το κολτάν είναι ένα ακόμη μέταλλο το οποίο επίσης χρησιμοποιείται στην κατασκευή εξαρτημάτων πολλών ηλεκτρονικών συσκευών. Το 80% των παγκόσμιων αποθεμάτων βρίσκεται στα εδάφη της ΛΔΚ.

[11] Από τον Αύγουστο του 2016 μία νέα εμφύλια σύγκρουση (“Kamwina Nsapu rebellion”) μαίνεται σε αρκετές επαρχίες της ΛΔΚ, αυτήν την φορά στα κεντρικά και τα νότια της χώρας. Μέχρι στιγμής πάνω από 5.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους ενώ 1.009.000 έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου