Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Δραματική μείωση των πραγματικών μισθών στην Ελλάδα, την 2η φτωχότερη χώρα της Ε.Ε.



Δραματική μείωση των πραγματικών μισθών στην Ελλάδα, την 2η φτωχότερη χώρα της Ε.Ε.
Επιμέλεια:Λένα Κυριακίδη
ΕΦΣΥΝ 
Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των εισοδημάτων και το κόστος διαβίωσης, η Ελλάδα είναι το δεύτερο φτωχότερο κράτος-μέλος της Ε.Ε. Κατά 32,8% περιορίστηκε ο μέσος πραγματικός μισθός

Κατά 2,3% αυξήθηκε το 2024 το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν αλλά σειρά παραγόντων, τους οποίους αναδεικνύει η έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, συστηματικά υποσκάπτουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας και τη διατήρηση των ρυθμών της ήπιας μεγέθυνσής της.

Δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης λιτότητας, οι μισθοί στη χώρα μας εξακολουθούν να είναι καθηλωμένοι σε επίπεδα που δεν διασφαλίζουν ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης για μεγάλο τμήμα των απασχολουμένων και η αγοραστική δύναμη των μισθών να υποχωρεί κυρίως εξαιτίας της αύξησης των κερδών.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση, την περίοδο 2009-2024 ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 32,8%. Ακόμα και μετά την έξοδο από τα μνημόνια, η μείωση διαμορφώθηκε στο 1,1% από το 2019 μέχρι το 2024, παρά την αύξηση του μέσου ετήσιου πραγματικού μισθού κατά 2,9% την τελευταία διετία. Πτώση σημείωσαν και οι πραγματικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά ώρα εργασίας, τόσο στο σύνολο της χώρας όσο και στην πλειονότητα των περιφερειών της, και την περίοδο 2019-2022, ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, του υψηλού πληθωρισμού.

Και ενώ στην πλειονότητα των κρατών-μελών της Ε.Ε. το 2023 και το 2024 υπήρξε σημαντική ανάκαμψη των πραγματικών μισθών, η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη χειρότερη επίδοση (2,3%) σε ό,τι αφορά την συμβολή των μισθών στην ποσοστιαία μεταβολή του ακαθάριστου πρωτογενούς εισοδήματος των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, δηλαδή υποτριπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο περίπου 7% το 2023.

Όπως σημειώνει το ΙΝΕ - ΓΣΕΕ, έτσι παγιώνεται μια ανισότητα με βάση την πηγή εισοδήματος, όπου οι μισθοί αποτελούν το μικρότερο μερίδιο από τη συνολική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Αντίθετα, η αύξηση των τιμών και η συνακόλουθη αύξηση του μεριδίου κερδών επέτρεψαν την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος από μη μισθωτή εργασία, δηλαδή του εισοδήματος των αυτοαπασχολούμενων, μεταξύ 2019 και 2023 κατά 2,6 δισ. ευρώ, ενώ η αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και η διανομή επιχειρηματικών κερδών ενίσχυσαν το πραγματικό εισόδημα πλούτου κατά 4,5 δισ. ευρώ στο ίδιο διάστημα.


Αξίζει να σημειωθεί ότι την τελευταία πενταετία η πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας στο σύνολο της οικονομίας αυξήθηκε κατά 1,2%, αλλά το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο μειώθηκε κατά 4,7%. Μεταξύ των 11 βασικών κλάδων της οικονομίας η πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε σε οκτώ, αλλά το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο αυξήθηκε μόλις σε δύο. Η βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας δεν μετουσιώνεται σε αυξημένα πραγματικά ωρομίσθια. Ως αποτέλεσμα, στην Ελλάδα το μερίδιο κερδών αυξήθηκε και το μερίδιο μισθών υποχώρησε. Ειδικότερα, το 2024 το μερίδιο κερδών στην Ελλάδα ήταν 50,2% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ ήταν 41% του ΑΕΠ.

Στην ετήσια έκθεση επιβεβαιώνεται επίσης πως η μειωμένη αγοραστική δύναμη μεγάλου τμήματος των εργαζομένων συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά τις συνθήκες διαβίωσής τους. Μάλιστα, τρεις στους δέκα μισθωτούς αδυνατούν να ξοδέψουν ένα μικρό ποσό χρημάτων για τον εαυτό τους.

Σε αυτό το πλαίσιο η ΓΣΕΕ τονίζει ότι στο σημερινό εξαιρετικά σύνθετο γεωοικονομικό περιβάλλον, η προοδευτική αναδόμηση των θεσμών της αγοράς εργασίας, η ενεργός στήριξη του εισοδήματος των εργαζομένων και η βελτίωση των συνθηκών απασχόλησής τους αποτελούν αναγκαίες παρεμβάσεις για την ανάσχεση των αυξανόμενων αβεβαιοτήτων, την ενίσχυση της μακρο-χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της οικονομίας και την άνοδο της ευημερίας των πολιτών.

Άλλo αποκαλυπτικό στοιχείο της ανάλυσης αφορά την αύξηση του επιπέδου των τιμών, συγκεκριμένα του αποπληθωριστή ΑΕΠ, που στην Ε.Ε. οφείλεται σε μια αναλογική αύξηση του κόστους μισθωτής εργασίας, του κόστους εισαγωγών και των κερδών, ενώ στην Ελλάδα κατά κύριο λόγο από την αύξηση των κερδών, τα οποία κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο στη διαμόρφωση των τιμών. Ακολουθεί το κόστος εισαγωγών, ενώ το μισθολογικό κόστος αποτελεί μόλις τον τρίτο προσδιοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση των τιμών.

Ακολουθούν σημαντικά στοιχεία της έκθεσηςΘετική συμβολή στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είχε η κατανάλωση (1,5%) και οι επενδύσεις (0,7%), ενώ αρνητική είχαν η δημόσια κατανάλωση (-0,8%) και οι καθαρές εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών (-2%).
Μεταξύ 2019 και 2023 το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε περίπου 8,3 δισ. ευρώ και η πραγματική κατανάλωση κατά 7,9 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η αντίστοιχη αύξηση του συνόλου των πραγματικών μισθών ήταν μόλις 130 εκατ. ευρώ, όταν το πραγματικό εισόδημα από μη μισθωτή εργασία αυξήθηκε κατά 2,6 δισ. ευρώ και το πραγματικό εισόδημα από πλούτο κατά 4,5 δισ. ευρώ. Για το ίδιο διάστημα οι μισθοί στην Ελλάδα είχαν τη δεύτερη μικρότερη συμβολή στην αύξηση των πραγματικών πρωτογενών εισοδημάτων των νοικοκυριών στην ΕΕ.
Ταυτόχρονα, η μέση μηνιαία πραγματική κατανάλωση των νοικοκυριών, των οποίων το εισόδημα προέρχεται κυρίως από μισθωτή εργασία, παρέμεινε στάσιμη, η κατανάλωση των αυτοαπασχολούμενων περιορίστηκε, ενώ για τα νοικοκυριά στα οποία το κυρίως υπεύθυνο άτομο είναι εργοδότης αυξήθηκε και έγινε σχεδόν διπλάσια της αντίστοιχης των μισθωτών.
• Ο ρυθμός μεταβολής των πραγματικών επενδύσεων στην Ελλάδα για το 2024 ξεπέρασε τον αντίστοιχο στην ΕΕ, ωστόσο έγινε αρνητικός το α΄ τρίμηνο του 2025. Το 2024 οι επενδύσεις σε Μηχανολογικό εξοπλισμό στην Ελλάδα ήταν ελαφρώς υψηλότερες από αυτές στην ΕΕ, αλλά οι επενδύσεις σε Προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας, που περιλαμβάνουν επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α), ακόμα υστερούν. Θετικό είναι το γεγονός ότι οι επενδύσεις σε Μηχανολογικό εξοπλισμό και σε Προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας ενισχύθηκαν στους κλάδους της Πληροφορίας και επικοινωνίας και των Επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων, ενώ περιορισμένη είναι η δυναμική της επένδυσης στη Μεταποίηση, καθώς ο κύριος όγκος των επενδύσεων κατευθύνθηκε στις Κατασκευές.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν υπέρμετρη εξάρτηση από επενδυτικές χορηγήσεις. Το 2023 το ύψος των επενδυτικών χορηγήσεων αντιστοιχούσε στο 26% των επιχειρηματικών επενδύσεων. Το μέγεθος αυτό ήταν το υψηλότερο στην ΕΕ, με τον λόγο αυτό να είναι 15% στη δεύτερη σε κατάταξη Πολωνία. Η μεγάλη εξάρτηση των ελληνικών επιχειρηματικών επενδύσεων από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δημιουργεί ερωτηματικά αναφορικά με την ενδογενή και αυτοδύναμη επενδυτική λειτουργία των ελληνικών επιχειρήσεων και των προοπτικών της επιχειρηματικής επένδυσης μετά τη λήξη του προγράμματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου