Συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπένζαμιν Νετανιάχου, Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023. (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI) (*) Του Εμμανουήλ Μπέζα Από την έναρξη του εμφυλίου στη Συρία και την πτώση του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη τα τελευταία 10 χρόνια με μία Τουρκία με συνεχώς αυξανόμενη επιρροή στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Βορείου Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ανεξαρτήτως των αστοχιών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η Τουρκία βρέθηκε να αποτελεί βραχίονα της πολιτικής των ΗΠΑ και να εξαργυρώνει τη θέση της αυτή. Από την άλλη μεριά, καθώς ο ελληνικός λαός βρίσκεται ανάμεσα σε μία κυβέρνηση η οποία φαίνεται πως δεν μπορεί να διαπραγματευτεί για το συμφέρον της χώρας και μια Ε.Ε. έτοιμη να ακολουθήσει τις ΗΠΑ και να μετατρέψει και αυτή, με τη σειρά της, την Τουρκία σε βραχίονα της πολιτικής της για την άμυνα, οι Έλληνες ψάχνουν ένα αντίβαρο σε αυτή τη δυσμενή πραγματικότητα.
Με το ελληνικό πολιτικό σύστημα να παραμένει σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από τον τρόπο σκέψης και τις στρατηγικές επιδιώξεις της Ουάσινγκτον – και ιδίως υπό τη σημερινή κυβέρνηση – παρατηρείται μια σταδιακή εγκατάλειψη της παραδοσιακής πολιτικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας. Η κυβέρνηση ταυτόχρονα, μοιάζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εσωτερικό διχασμό: εάν θα πρέπει να ενταχθεί περισσότερο στη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας ή να ταυτιστεί με το Ισραήλ, δηλαδή με έναν εκ των δύο συμπληρωματικών εταίρων της αμερικανικής στρατηγικής στην ευρύτερη περιοχή.
Αν και η κυβέρνηση αρχικά επεδίωξε να «προετοιμάσει» την ελληνική κοινωνία ώστε να καταστεί πιο αποδεκτή μια ενδεχόμενη διπλωματική ευθυγράμμιση με την Τουρκία, η ισχυρή λαϊκή και εθνική ευαισθησία σε συνδυασμό με τις πρόσφατες αντιπαραθέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ στο συριακό έδαφος για τον καθορισμό των ζωνών επιρροής, μετέφεραν τελευταία το κέντρο βάρους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς το Ισραήλ.
Ο ρόλος της Τουρκίας και ο περιορισμός του
Στο πεδίο των πολιτικών ισχύος, η αντιμετώπιση μιας δύναμης θεωρείται παραδοσιακά εφικτή μέσω της αξιοποίησης μιας άλλης. Ωστόσο, αυτή δεν αποτελεί τη μοναδική θεώρηση. Η στρατηγική επιδίωξη της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή είναι η μείωση της επιρροής της Τουρκίας και η αποδυνάμωση του γεωπολιτικού αποτυπώματός της, με απώτερο στόχο τη συνολική συρρίκνωση της ισχύος της. Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι η Τουρκία διατηρούσε σαφώς περιορισμένη γεωπολιτική παρουσία όταν το περιφερειακό σύστημα χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη περισσότερων αυτόνομων πόλων ισχύος. Η ανεξάρτητη στάση ηγετών όπως ο Καντάφι, ο Σαντάμ και ο Άσαντ λειτουργούσε ως ουσιαστικό αντίβαρο στην τουρκική διείσδυση, μέχρις ότου οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιδιώξουν την ανατροπή τους, σε συντονισμό με το Ισραήλ, την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, που ωφελήθηκαν καίρια από την πτώση τους.
Κατά συνέπεια, η μόνη ρεαλιστική στρατηγική για τον περιορισμό της τουρκικής ισχύος είναι η διαμόρφωση ενός πολυπολικού περιφερειακού συστήματος ισορροπιών. Ενδεικτικά, εάν το καθεστώς του Ιράν κατέρρεε — εξέλιξη που προωθούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ και στην οποία καλούνται να συνταχθούν οι σύμμαχοί τους — η Τουρκία θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω εδραίωση της επιρροής της. Οι βασικές της στοχεύσεις σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν, αφενός, να αποτρέψει τη σύνδεση των κουρδικών πληθυσμών του Ιράν με εκείνους του Ιράκ και της Συρίας και, αφετέρου, να ενισχύσει τις τάσεις αυτονόμησης της αζέρικης μειονότητας στα βόρεια σύνορα της χώρας με το Αζερμπαϊτζάν.
Ένα πολυπολικό περιφερειακό σύστημα
Συνεπώς, στρατηγική επιδίωξη της Ελλάδας θα πρέπει να αποτελεί η ενδυνάμωση των υπαρχόντων αυτόνομων πόλων ισχύος της περιοχής, με στόχο την αποκατάσταση μιας πολυπολικής περιφερειακής ισορροπίας. Οι δυνάμεις που μπορούν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση είναι η Αίγυπτος, το Ιράν, η Αλγερία, η Σαουδική Αραβία και το Ιράκ . Εάν τα κράτη αυτά αποκτήσουν ενισχυμένο γεωπολιτικό αποτύπωμα, θα περιορίσουν αυτομάτως τα περιθώρια περαιτέρω διεύρυνσης της τουρκικής επιρροής.
Ωστόσο, κάθε περίπτωση παρουσιάζει τις δικές της ιδιαιτερότητες και απαιτεί εξειδικευμένη διπλωματική προσέγγιση. Η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, έχει και εκείνη λειτουργήσει ως βραχίονας της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, μαζί με το Ισραήλ και την Τουρκία. Ενώ το Ιράκ παραμένει σε ένα περιβάλλον πολιτικής αστάθειας και περιορισμένης κυριαρχίας λόγω της ισχυρής αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Το ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει την ελευθερία —ή καλύτερα δεν της «επιτρέπεται»— από τις Ηνωμένες Πολιτείες να ενδυναμώσει τις σχέσεις της με χώρες όπως η Αλγερία και το Ιράν και να επεκτείνει εκείνες με την Αίγυπτο, καθώς μια τέτοια επιλογή θα έθετε υπό αμφισβήτηση τόσο τα αμερικανικά συμφέροντα όσο και εκείνα του Ισραήλ. Την ίδια στιγμή όμως, όπως η διακήρυξη φιλίας με την Τουρκία υποβάθμισε τον αυτόνομο ρόλο μας, γιατί έγινε ενώ η Άγκυρα εξακολουθεί να μας απειλεί ευθέως με πόλεμο, έτσι και η άκριτη ταύτιση με το Ισραήλ μας καθιστά αναξιόπιστους στα μάτια αυτών των χωρών ως εν δυνάμει αυτόνομους εταίρους, καθώς εκείνοι προετοιμάζονται για ένα όλο και πιο ιμπερεαλιστικό Ισραήλ.
Παράλληλα, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει σταδιακά διαύλους συνεργασίας με την Τουρκία, η Ελλάδα χάνει προοδευτικά το προνόμιο του «εκπροσώπου» της Ευρώπης στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Έτσι, οδηγούμαστε ουσιαστικά σε ένα προγραμματισμένο διπολικό σχήμα στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου κυριαρχούν το Ισραήλ και η Τουρκία. Ένα τέτοιο πλαίσιο, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για τη χώρα μας, καθώς μας εξαναγκάζει να επιλέξουμε τεχνητά μία από τις δύο πλευρές, στερώντας μας την αυτονομία κινήσεων και αφήνοντάς μας εκτεθειμένους στον κίνδυνο εργαλειοποίησης από τον εκάστοτε «σύμμαχο». Μας εντάσσει μάλιστα σε τεχνητά στρατόπεδα που ενδεχομένως να υφίστανται μόνο έως ότου οι ΗΠΑ μεσολαβήσουν ώστε να κατανεμηθούν αναλογικά οι ζώνες επιρροής ανάμεσα στους βραχίονες τους, Τουρκία και Ισραήλ.
Την παρούσα περίοδο, οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της Τουρκίας επικεντρώνονται κυρίως στη Μεσόγειο, μέσω του δόγματος της “Γαλάζιας Πατρίδας”, ενώ εκείνες του Ισραήλ εστιάζουν στην Παλαιστίνη και τον Λίβανο, με τη Συρία να αναδεικνύεται σε κοινό πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού των δύο δυνάμεων. Έτσι, η μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών για την κατανομή των σφαιρών επιρροής γίνεται γεωγραφικά πιο ευχερής και λειτουργική.
Η τριπλή απομόνωση
Ενώ η στρατιωτική επικράτηση του Ισραήλ στο μέτωπο της Γάζας μπορεί να εκλαμβάνεται ως επίδειξη συντριπτικής ισχύος, σε στρατηγικό επίπεδο οδηγεί σταδιακά στην απομόνωσή του. Οι ισλαμικές και αραβικές χώρες – τόσο εκείνες που στήριξαν όσο και εκείνες που αντιτάχθηκαν στην αμερικανική πολιτική – βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την πιθανότητα επανάληψης του σχεδίου αλλαγής καθεστώτων, το οποίο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου υποστήριζε ήδη από το 1996.
Από τα επτά καθεστώτα που επιχείρησαν να ανατρέψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ (Συρία, Λιβύη, Λίβανος, Υεμένη, Σουδάν, Ιράκ, Ιράν), τα έξι υπέκυψαν, χωρίς ωστόσο το Ισραήλ να κατορθώσει να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους απέναντι στο έβδομο, το Ιράν. Σήμερα, χώρες όπως η Αίγυπτος, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και η Αλγερία φαίνεται να παραμερίζουν τις μεταξύ τους διαφορές, καθώς αντιλαμβάνονται ότι το όραμα ενός «Μεγάλου Ισραήλ» δεν μπορεί να υλοποιηθεί όσο εκείνες διατηρούν την αυτονομία και την περιφερειακή τους ισχύ.
Από την άλλη πλευρά, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, δρώντας με τρόπο παρόμοιο με εκείνον του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο ουκρανικό μέτωπο, επιχειρεί να παρασύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε όλο και πιο ενεργή εμπλοκή στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Η δεύτερη διακυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να ανταποκρίνεται σε αυτή την κατεύθυνση, με τον κίνδυνο η περιοχή να εξελιχθεί στην τρίτη και καθοριστική στρατηγική ήττα της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεμονίας. Μετά την οικονομική κρίση του 2008 και τη γεωπολιτική κρίση του 2022, η Μέση Ανατολή ενδέχεται να αποτελέσει τον τελικό καταλύτη της αμερικανικής αποδυνάμωσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα διατρέχει τον κίνδυνο να παρασυρθεί όχι απλώς δίπλα σε ένα διεθνώς απομονωμένο Ισραήλ, αλλά εντός μιας δυτικής στρατηγικής ήττας ανυπολόγιστων διαστάσεων. Διότι, όπως συχνά συμβαίνει στην Ιστορία, ο «τελευταίος πόλεμος» δεν εμφανίζεται με τη μορφή του μοιραίου, αλλά με το πρόσωπο ενός ακόμη «επόμενου».
Η Ελλάδα οφείλει να αναγνωρίσει την τριπλή απομόνωση που συνεπάγεται η άκριτη ταύτιση με το Ισραήλ: την εικόνα του ακατάλληλου εταίρου για χώρες όπως η Αίγυπτος· τη συσχέτιση με μια ενδεχόμενη, ανυπολόγιστη διπλωματική ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών· και την απαξίωση του διεθνούς δικαίου, πάνω στο οποίο η χώρα μας έχει στηρίξει με συνέπεια και υπερηφάνεια την εξωτερική της πολιτική.
Η Ελλάδα χρειάζεται να προσανατολιστεί προς τη διαμόρφωση ενός πολυπολικού περιφερειακού συστήματος, που θα περιορίσει τις πιθανότητες περαιτέρω διεύρυνσης της τουρκικής επιρροής. Για να το επιτύχει, οφείλει να κινηθεί αντισυμβατικά, έξω από τα στενά δυτικά πλαίσια τα οποία συχνά ευνοούν την Τουρκία, και να το πράξει με γνώμονα το διεθνές δίκαιο και τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνο έτσι δεν θα υπάρξει περιθώριο αμφισβήτησης για την κατεύθυνση και τη νομιμότητα των επιλογών της.
Ένα τέτοιο στρατηγικό μονοπάτι, πέρα από το ότι ενισχύει την αυτονομία της χώρας, μπορεί να οδηγήσει και την ίδια την Ένωση να αντιληφθεί ότι αυτός ο δρόμος είναι ο πλέον επωφελής. Σε αυτό το πλαίσιο, όμως, δεν έχει θέση μια πολιτική άκριτης σύμπλευσης με το Ισραήλ.
(*) Εμμανουήλ Μπέζας, Μηχανικός Ορυκτών Πόρων, Γεωπολιτικός Αναλυτής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου