Ο Μπομπ, μέλος της ένοπλης επαναστατικής ομάδας French 75, αποσύρεται από την ενεργό δράση και πέφτει στις ουσίες, όταν η σύντροφός του μετά την γέννα της προδίδει την ομάδα και εξαφανίζεται ως προστατευόμενη μάρτυρας από την αστυνομία. Ο σεξιστής, ρατσιστής και μιλιταριστής συνταγματάρχης Λόκτζο, για να γίνει δεκτός στο ακροδεξιό λόμπι, αποφασίζει για κάποιο λόγο που γνωρίζει μόνο ο ίδιος να σκοτώσει την κόρη του Μπομπ.
Από την πρώτη σκηνή είναι εμφανής η πρόθεση του σκηνοθέτη Πολ Τόμας Άντερσον να κάνει κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα και πιο συγκεκριμένα στην Αμερική του σήμερα, επιλέγοντας όμως όχι τον ρεαλισμό, αλλά την καρικατούρα, η οποία ως εργαλείο μεγέθυνσης και υπερβολής ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει στη γελοιοποίηση.
Όμως ο Άντερσον (όπως και ο Καουρισμάκι με μια διαφορετική οπτική) κερδίζει κατά κόρον το στοίχημα, με αποτέλεσμα μια ταινία δράσης με στοιχεία μαύρης κωμωδίας που φτάνει στα όρια της παρωδίας.
Η επαναστατική ομάδα French 75, οργανωμένη με τα πιο σύγχρονα τεχνολογικά μέσα και στηριζόμενη σε ένα πλατύ κοινωνικό δίκτυο, αντιστέκεται στον πόλεμο του κεφαλαίου με στοχευμένα ένοπλα χτυπήματα. Στο εσωτερικό της συνυπάρχουν η συλλογικότητα, η αυταπάρνηση και η αλληλεγγύη αλλά και η ωμότητα και ο ατομισμός («παραβιάζεις το χώρο μου», λέει ένα μέλος της κάποια στιγμή). Το ακροδεξιό λόμπι κινεί τα νήματα του πολέμου ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες με τη συνδρομή του μεγάλου κεφαλαίου και την κάλυψη της πολιτικής εξουσίας επιδιώκοντας να καθαρίσει την Αμερική «ώστε να τρώμε από το πάτωμα», όπως λέει χαρακτηριστικά ένα μέλος της.
Το κοινωνικό δίκτυο αλληλεγγύης, με προεξάρχουσα τη φιγούρα του Μπενίσιο Ντελ Τόρο, δασκάλου του τζούντο, έχει γερές ρίζες στους κάτω συσπειρώνοντας την πλειοψηφία των καταπιεσμένων (βλέπε άρθρο Αιμιλίας Τσαγκαράτου στο προηγούμενο φύλλο του Πριν). Χαρακτηριστική η σκηνή όπου μετά τη σύλληψη του «Τράγου», του εκφωνητή του παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού του δικτύου, τη θέση του παίρνουν δυο έφηβοι από την γειτονιά.
Η νέα πολιτικοποιημένη ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον ψυχαγωγεί και προβληματίζει σε ίσες δόσεις.
Η σκηνοθεσία επιλέγει γρήγορους ρυθμούς (μερικές φορές η εναλλαγή των πλάνων είναι ιλιγγιώδης) και κοντινά πλάνα, με αρκετά πρωτότυπα σκηνοθετικά ευρήματα, μερικά από αυτά προς διδασκαλία σε κινηματογραφικές σχολές, όπως το κυνηγητό των αυτοκινήτων στον αυτοκινητόδρομο με τους λόφους. Οι ερμηνείες καταπληκτικές, υποχρεωμένες να βαδίζουν στο τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στην καρικατούρα και τον ρεαλισμό, υπηρετούν υποδειγματικά τους χαρακτήρες, όχι μόνο αυτούς που υποδύονται ο Σον Πεν και ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, αλλά και όλου του ερμηνευτικού καστ. Το σενάριο, με μια πλοκή που προκαλεί την αγωνία του θρίλερ και την προσδοκία της αστυνομικής περιπέτειας, χρησιμοποιεί σε ορισμένες περιπτώσεις μη αληθοφανείς συμβάσεις και σε κάποιες άλλες την τυχαιότητα, ενώ οι ρεαλιστικοί διάλογοι γίνονται ακόμα πιο πειστικοί όταν διανθίζονται με χιούμορ – χαρακτηριστική η σκηνή της αδιέξοδης τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ των παλιών μελών της ομάδας και του νέου που δίνει τη λύση, υπενθυμίζοντάς μας το χάσμα γενεών.
Η ταινία, ακροβατώντας ανάμεσα στον προβληματισμό και την ψυχαγωγία, μας προσφέρει δυόμισι και πλέον ώρες κινηματογραφικής απόλαυσης, με ένα φινάλε που εκπέμπει ισχυρό μήνυμα αισιοδοξίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου