Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

«Με το 4% των παγκόσμιων στρατιωτικών εξοπλισμών μπορεί να εξαλειφθεί η πείνα»

«Με το 4% των παγκόσμιων στρατιωτικών εξοπλισμών μπορεί να εξαλειφθεί η πείνα»-Γ.Εμμανουήλ
Στα τέλη του 19ου αιώνα ο κόσμος εισήλθε σε μια πρώτη, έντονη φάση παγκοσμιοποίησης. Οι σιδηρόδρομοι, τα ατμόπλοια και ο τηλέγραφος συνέδεσαν τις αγορές, το διεθνές εμπόριο εκτινάχθηκε και το κεφάλαιο κινούνταν σχεδόν ελεύθερα υπό τον κανόνα του χρυσού. Η περίοδος αυτή, που συχνά εξιδανικεύεται ως Belle Époque, παρήγαγε τεράστιο πλούτο – αλλά και βαθιές ανισορροπίες. Ο πλούτος συγκεντρώθηκε σε στενές οικονομικές ελίτ, ενώ τα μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έμεναν εκτός της ευημερίας. Ταυτόχρονα, οι μεγάλες δυνάμεις εισήλθαν σε έναν όλο και εντονότερο εμπορικό και γεωπολιτικό ανταγωνισμό για αγορές, πρώτες ύλες και σφαίρες επιρροής.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε βίαια αυτή την πρώτη παγκοσμιοποίηση, αφήνοντας πίσω του ένα εύθραυστο διεθνές σύστημα: υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, ασταθείς νομισματικές ισορροπίες και κοινωνίες βαθιά τραυματισμένες. Η Κοινωνία των Εθνών που μετά δημιουργήθηκε το 1919 για να αποτρέψει την επανάληψη της καταστροφής, ηταν αδύναμη. Η μη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών –της ισχυρότερης οικονομίας του κόσμου– στέρησε από τον θεσμό το αναγκαίο πολιτικό και οικονομικό βάρος. Χωρίς μηχανισμούς επιβολής και χωρίς πραγματική πολυμερή δέσμευση, η ΚτΕ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις.

Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 1929 αποκάλυψε όλες αυτές τις δομικές αδυναμίες. Η κρίση, που ξεκίνησε ως χρηματιστηριακό σοκ στις ΗΠΑ, μετατράπηκε σε παγκόσμια ύφεση. Αντί για συντονισμένη διεθνή απάντηση, τα κράτη κατέφυγαν στον οικονομικό εθνικισμό. Το αποκορύφωμα ήταν ο αμερικανικός νόμος Smoot–Hawley του 1930, που αύξησε δραστικά τους δασμούς σε χιλιάδες προϊόντα. Οι εμπορικοί εταίροι απάντησαν με αντίμετρα και ο κόσμος εισήλθε σε έναν γενικευμένο «πόλεμο δασμών». Το διεθνές εμπόριο κατέρρευσε, οι εξαγωγικές οικονομίες ασφυκτιούσαν και η ύφεση βάθυνε.

Έτσι, η υπερσυγκέντρωση πλούτου της πρώτης παγκοσμιοποίησης, η αποτυχία των διεθνών θεσμών και η μετάβαση από την οικονομική συνεργασία στον προστατευτισμό δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η οικονομική κατάρρευση τροφοδότησε την κοινωνική απόγνωση και τον πολιτικό ριζοσπαστισμό. Σε αυτό το περιβάλλον άνθισαν ο εθνικισμός και ο αυταρχισμός, οδηγώντας τελικά τον κόσμο στον δεύτερο, ακόμη πιο καταστροφικό, παγκόσμιο πόλεμο.

Μετά τον β παγκόσμιο πόλεμο, η ιδέα ήταν ότι η προώθηση των αλληλεξαρτήσεων και της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των εθνών θα εξαλείψει τον κίνδυνο παγκόσμιων πολέμων και θα προστατεύσει την κοινή μας ανθρωπότητα από τις φρικαλεότητες των μαζικών βομβαρδισμών, της γενοκτονίας, της λιμοκτονίας, των ασθενειών και των συγκρούσεων. 75 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που ξεκίνησε ήδη πρίν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο με την μορφή των εμπορικών και δασμολογικών πολέμων μεταξύ των κρατών. Το σημερινό παγκόσμιο εμπορικό σύστημα έχει τις ρίζες του στην πρώτη δεσμευτική Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου/GATT του 1947.

Γιά πάνω από 60 χρόνια από το 1947 και από το 1995 μετατρεπόμενη σε Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου/ΠΟΕ, έως και την κατάρρευση των πολυμερών συμφωνιών το 2008 στην Ντόχα, η GATT/ΠΟΕ λειτουργούσε αποτελεσματικά με διαπραγματεύσεις και δημόσια επιδιαιτησία διασφαλίζοντας σε μεγάλο βαθμό την ειρηνική συνεργασία των 168 κρατών μελών της. Αξιολογείται θετική η επέκταση του Διεθνούς εμπορίου μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο με την οποία αυξήθηκαν οι διακρατικές εμπορικές συναλλαγές κατά 300 φορές από το 1947 και αντιπροσωπεύουν σήμερα το 60% του Παγκόσμιου εμπορίου, ενώ παράλληλα στην ίδια περίοδο είχαν παγκόσμια μειωθεί οι δασμοί από 25% σε 10% κατά μέσον όρο έως το 2020, πριν την έναρξη των σύγχρονων δασμολογικών και εμπορικών ανταγωνισμών που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ εκτός του πλαισίου του ΠΟΕ.

Ακολούθησε η απόσυρση των ΗΠΑ και των συμμάχων της το 2008 από τις πολυμερείς διαπραγματευσεις και συμφωνίες του ΠΟΕ και η προώθηση διμερών διαπραγματευσεων με την λογική του δίκαιου του ισχυρού και στο διεθνές εμπόριο. Το 2019 οι ΗΠΑ μπλόκαραν στον ΠΟΕ και τον διορισμό δημόσιων δικαστών στο Σωμα εφέσεων και επιδιαιτησίας μεταξυ κρατών προωθώντας την εταιρική ιδιωτική επιδιαιτησία.

Διαβλέποντας την αδυναμία προώθησης περισσότερο απορρύθμισης των αγορών για κυριαρχία και επέκταση των Αμερικανικών εταιρειών στα πλαίσια του ΠΟΕ, οι ΗΠΑ υπό την Προεδρία Τραμπ προχώρησαν σε στρατηγική συνεχούς υπονόμευσης του ΠΟΕ και προώθησης πολιτικών του ‘διαίρει και βασίλευε‘ μέσω των νέου τύπου διμερών νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα συμφωνιών, για τους παρακάτω λόγους:

– Ενώ στον ΠΟΕ προβλέπεται δημόσια επιδιαιτησία διαφορών μεταξύ κρατών, στα πλαίσια των διμερών συμφωνιών οι ΗΠΑ προωθούν την εταιρική επιδιαιτησία όπου εταιρείες θα μπορούν να μηνύουν κυβερνήσεις που θα εκδικάζονται στα πλαίσια νέων εταιρικών δικαστηρίων ISDS.

– Eνώ στον ΠΟΕ οι ρυθμίσεις πνευματικής ιδιοκτησίας (εταιρικές πατέντες, ποπ, Bιολογικά προϊόντα, νεες τεχνολογίες, κα) και φυτουγειονομικά μέτρα, έλεγχος μεταλλαγμένων, βιομηχανικά πρότυπα και θέματα δημόσιας υγείας, συμφωνούνται πολυμερώς μεταξύ κρατών, στις διμερείς εμπορικές συμφωνίες κρατών θα συμμετέχουν και τα λόμπυ των εκπροσώπων των Πολυεθνικών Εταιρειών, μέσω των επιτροπών ρυθμιστικής συνεργασίας.

– Ενώ στον ΠΟΕ οι δημόσιες πολιτικές (προμήθειες και υπηρεσίες του δημοσίου, δημόσια αγαθά, περιβάλλον και νερό, επενδύσεις, παιδεία, πολιτισμός, κοινωνικά δικαιώματα, βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών και χωρών) είναι αρμοδιότητα των κρατών, στις διμερείς εμπορικές συμφωνίες τίθενται για διαπραγμάτευση, με μόνη την ρήτρα δυνητικής εξαίρεσής τους.

Η άνοδος της ακροδεξιάς στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ευρώπη, με παράλληλη επέκταση των σφαιρών επιρροής των αυταρχικών καθεστώτων Ρωσίας, Κινας και των Εθνικιστικών ρευμάτων διεθνώς, είναι αποτέλεσμα και ταυτόχρονα γενεσιουργό αίτιο μιας περισσότερο επιθετικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο, που απορυθμίζει τις αγορές διαλύοντας τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές προδιαγραφές προϊόντων και εμπορευματοποιεί και ιδιωτικοποιεί τα δημόσια αγαθά σε όφελος εταιρικών ολιγοπωλίων. Με αποτέλεσμα το 50% του παγκόσμιου πλούτου να συγκεντρώνεται σήμερα στο 1% της παγκόσμιας επιχειρηματικής ελίτ, δημιουργώντας πλεονασματικές χώρες και ελλειμματικές χώρες υψηλού δημόσιου χρέους μέσω του αθέμιτου ανταγωνισμού, της φοροδιαφυγής και των φορολογικών παραδείσων.

Η Ευρωπαική Ενωση προωθεί έως τώρα την μεταρρύθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, αν και με ελλείψεις κυρίως ως προς την συμπερίληψη των πράσινων πολιτικών, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του αγροδιατροφικού τομέα της Νότιας Ευρώπης, και κινείται γενικά σε θετική κατεύθυνση,συγκριτικά με τα άλλα κυρίαρχα εμπορικά μπλόκ, με:

1) Την προώθηση πολυμερών συμφωνιών και κανόνων στα πλαίσια αυτού

2) Την ενσωμάτωση στις πολυμερείς συμφωνίες των 17 στόχων βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ και των στόχων της συμφωνίας του Παρισίου του 2015 για την κλιματική αλλαγή, την προστασία του Περιβάλλοντος, της κυκλικής οικονομίας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της βιοποικιλότητας και την ψηφιακή δημοκρατία μέσω ρυθμιστικών ελέγχων της τεχνητής νοημοσύνης, .

Γιαυτούς τους λόγους η διεθνής εμπορική πολιτική της ΕΕ δεν είναι τεχνοκρατική άσκηση. Είναι βαθιά πολιτική· και καθορίζει ποιος κερδίζει και ποιος χάνει, ποιοι παραγωγοί επιβιώνουν, ποιοι εργαζόμενοι προστατεύονται, ποιες περιοχές αναπτύσσονται και ποιοι πόροι του πλανήτη διασώζονται. Από τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου του 1947 μέχρι το σύγχρονο, κλονισμένο σύστημα του ΠΟΕ, η ιστορία του διεθνούς εμπορίου αντανακλά την ιστορία των εξουσιών, του παγκόσμιου διακρατικού, οικονομικού και κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων.
Η ευρωπαϊκή προοδευτική προσέγγιση θεωρεί ότι το εμπόριο μπορεί να είναι φορέας δικαιοσύνης, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής προόδου, εφόσον διέπεται από δημοκρατικούς και διαφανείς πολυμερείς κανόνες — όχι από την ισχύ του ισχυρού. Η σημερινή κρίση του ΠΟΕ, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ΠΟΕ τους περισσότερους διεθνείς Οργανισμούς και η στροφή των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων από πολυμερείς συμφωνίες σε μονομερείς και διμερείς πρακτικές, καθώς και σε δασμολογικούς και εμπορικούς πολέμους δεν είναι ένα «τεχνικό» πρόβλημα· είναι απειλή για το ίδιο το οικοδόμημα μιας πολυμερούς, συνεργατικής διεθνούς τάξης, που δημιουργήθηκε εδώ και 7 δεκαετίες. Μας θυμίζει την γκρίζα εποχή του μεσοπολέμου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή: πρέπει να υπερασπιστεί το πολυμερές σύστημα στη βάση ενός προοδευτικού, βιώσιμου, κοινωνικά δίκαιου διεθνούς εμπορίου, ενός εμπορίου που δεν θα υπηρετεί την απορρύθμιση, αλλά την δίκαια μεταρρύθμιση και δημιουργική ισορροπία ανάμεσα στην αγορά, την κοινωνία και το περιβάλλον. Παράλληλα να προωθεί αναγκαστικά διμερεις εμπορικές συμφωνίες τύπου Mercosur, (που δεν πρέπει όμως να θυσιάζουν τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα και την βιωσιμότητα του αγροδιατροφικού τομέα της) και να προωθεί την εξωτερική και αμυντική της πολιτική για να διασφαλίσει την στρατηγική της αυτονομία. Για να ειναι βιώσιμη αυτη η πολιτική εν μέσω εκρηκτικού περιβάλλοντος και αντιφατικών συχνά στόχων, η Ευρώπη πρέπει να ξανασυναντήσει τις αξίες του διαφωτισμού που την γέννησαν. Να δυναμώσει την διπλωματία της, την παγκόσμιας εμβέλειας δημοκρατική ρυθμιστική της ικανότητα γνωστή παγκοσμίως ως ”Brussels effect” και να μην θυσιάσει τις πολιτικές συνοχής μπαίνοντας στην κούρσα των εξοπλισμών, με αναμενόμενο ζημιογόνο τέλος γιά ολους τους λαούς.

Τα πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών της Στοκχόλμης (Stockholm International Peace Research Institute) επιβεβαιώνουν αυτό που διαφαίνεται ήδη στην οικονομική πραγματικότητα: η παγκόσμια πολεμική βιομηχανία όχι μόνο αναπτύσσεται, αλλά ενισχύει την οικονομική και πολιτική συγκέντρωση του πλούτου σε κρίσιμους στρατηγικούς τομείς. Συγκεκριμένα, η συνολική αξία πωλήσεων όπλων και στρατιωτικών υπηρεσιών από τις 100 μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου το 2024 έφτασε σε ρεκόρ 679 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος – το υψηλότερο επίπεδο που έχει ποτέ καταγραφεί.

Η άνθηση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται άμεσα με την εντεινόμενη γεωπολιτική αστάθεια και τις συνεχιζόμενες ένοπλες συγκρούσεις, όπως αυτές στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, που έχουν εκτοξεύσει τη ζήτηση για εξοπλισμό και στρατιωτικές υπηρεσίες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτά τα δεδομένα αποτυπώνουν μια πραγματικότητα όπου η πολεμική παραγωγή αναβαθμίζεται σε πυλώνα οικονομικής «ανάπτυξης» – όχι μόνο λόγω των αυξημένων κρατικών δαπανών, αλλά εξαιτίας της αυξανόμενης επένδυσης ιδιωτικών κεφαλαίων και της αναβαθμισμένης θέσης των ομίλων αυτών σε παγκόσμιες αγορές και εφοδιαστικές αλυσίδες. Ταυτόχρονα, η εστίαση σε εξοπλιστικές δαπάνες και στρατιωτικές τεχνολογίες απορροφά δημόσιο χρήμα που διαφορετικά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε κοινωνικές πολιτικές, όπως υγεία και εκπαίδευση, με σημαντικές επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή και στην αναδιανομή πλούτου. Ο ΟΗΕ στο UN website ”True Cost of Peace” επισημαίνει ότι με το 4% των παγκόσμιων στρατιωτικών εξοπλισμών μπορεί να εξαλειφθεί η παγκόσμια πείνα. https://www.un.org/en/peace-and-security/the-true-cost-of-peace

Συνδέοντας αυτή τη δομή με τη μακροοικονομική σκέψη, γίνεται φανερό ότι η παγκόσμια οικονομία χωρίς διαρθρωτικές πολιτικές αναδιανομής ενισχύει περαιτέρω την ανισότητα και την πολιτική επιρροή μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων. Όπως μας δίδαξαν τα εγχειρίδια μακροοικονομίας, όταν ο πλούτος συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, οι επιλογές είναι περιορισμένες: είτε προχωρά η κοινωνική αναδιανομή, είτε ανοίγονται νέες αγορές –είτε οδηγούμαστε σε τοπικούς ή ακόμα και γενικευμένους πολέμους. Στο σημερινό πλαίσιο, αυτή η τελευταία τάση απειλεί να γίνει όχι απλώς πιθανότητα αλλά στρατηγική επιλογή των ελίτ, ενισχύοντας ταυτόχρονα την οικονομική ισχύ των πολεμικών βιομηχανιών και το πολιτικό βάρος τους στις σύγχρονες κοινωνίες.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο η συσσώρευση όπλων, αλλά και η αλλαγή παραδείγματος: η προετοιμασία για πόλεμο παρουσιάζεται ως υπεράσπιση ”αξιών” και η υποχώρηση των κοινωνικών πολιτικών ως αναγκαίο τίμημα. Έτσι, η οικονομία παύει να υπηρετεί την κοινωνία και αρχίζει να τη διαμορφώνει με όρους φόβου. Και τότε τα «φέρετρα με σημαίες» παύουν να είναι μεταφορική έννοια , πού ηδη προβάλλεται από κυρίαρχους πολιτικούς κύκλους και γίνονται πιθανό μέλλον.

Δυστυχώς με την σημερινή δυναμική επιχειρούμενης στρατιωτικοποίησης ακόμη και της σκέψης των ανθρώπων, η υπόθεση της ειρηνικής συνύπαρξης και διεθνούς συνεργασίας ειναι στα χέρια των δημοκρατικών θεσμών, προοδευτικών πολιτών και των φιλειρηνικών κινημάτων τους. Πριν να είναι αργά..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου