Ποικίλες και αντιφατικές είναι, σε πρώτη ανάγνωση, οι αντιδράσεις που προκάλεσε στο εσωτερικό των ΗΠΑ η εισβολή στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του προέδρου ενός ανεξάρτητου κράτους. Με λίγη προσοχή όμως στις λεπτομέρειες, προκύπτει ένα γνωστό μοτίβο: Μικροπολιτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα δημιουργούν μικροεντάσεις σε ζητήματα τακτικής, χωρίς ποτέ να αμφισβητούν το στρατηγικό σχεδιασμό του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.
Στο πεδίο των κυρίαρχων Μέσων Ενημέρωσης η σύμπνοια ήταν εμφανής, παρά το γεγονός ότι φιλελεύθερες ναυαρχίδες όπως οι New York Times επιχείρησαν να διανθίσουν την στήριξή τους στη στρατιωτική επιχείρηση με ψήγματα υποτιθέμενης κριτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι Washington Post και New York Times γνώριζαν λεπτομέρειες για την επίθεση αλλά τις απέκρυψαν, παρά το γεγονός ότι αποτελούν εγκλήματα με βάση όχι μόνο το διεθνές δίκαιο αλλά και το σύνταγμα της χώρας. Όλο το προηγούμενο διάστημα, άλλωστε, οι New York Times καλούσαν ανοιχτά σε «ανατροπή καθεστώτος» στη Βενεζουέλα με σειρά άρθρων γνώμης – χαρακτηριστικό ήταν το κείμενο του Μάθιου Κρένινγκ, διευθυντή του Ατλαντικού Συμβουλίου, το οποίο χρηματοδοτείται από την Chevron, την ExxonMobil, την ConocoPhillips και την BP America.

Η γραμμή των φιλελεύθερων ΜΜΕ αντικατόπτριζε πλήρως και την επίσημη στάση του Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο περιόρισε την κριτική του σε διαδικαστικά θέματα (δεν ενημερώθηκε το Κογκρέσο) χωρίς να αμφισβητήσει το «δικαίωμα» της Ουάσιγκτον να εισβάλλει σε ανεξάρτητα κράτη και να απάγει τους ηγέτες τους. Η κεντρική γραμμή που προώθησε τελικά το Κόμμα ήταν να κατηγορήσει τον Τραμπ όχι γιατί έχει βομβαρδίσει οκτώ ανεξάρτητα κράτη σε λιγότερο από ένα χρόνο (ξεπερνώντας το ρεκόρ του Ομπάμα), αλλά γιατί δεν έχει την προσοχή του στραμμένη στα εσωτερικά προβλήματα των ΗΠΑ.
Δεν θα ήταν άδικο ή υπερβολή να υποστηρίξει κάποιος ότι οι αντιδράσεις της ακροδεξιάς βάσης του Τραμπ, η οποία ψήφισε υπέρ του απομονωτισμού και βλέπει τον πρόεδρο έτοιμο να εισβάλλει σε τουλάχιστον άλλα πέντε κράτη, είναι πολύ πιο ειλικρινείς και (με έναν ολοκληρωτικά διεστραμμένο τρόπο) πιο «φιλειρηνικές» σε σχέση με τις αντιδράσεις των Δημοκρατικών.
Σε τελική ανάλυση, οι σημαντικότερες διαφοροποιήσεις που διατυπώθηκαν αφορούσαν περισσότερο αντιφάσεις σε μικροπολιτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα. Πολλοί καταδίκασαν, λόγου χάρη, το γεγονός ότι ο δισεκατομμυριούχος μέγας χορηγός του Τραμπ, Πολ Σίνγκερ, θα αποκομίσει μυθικά κέρδη από τις ληστρικές επενδύσεις του σε υποδομές ενέργειας της Βενεζουέλας. Αντίθετα, κανένα τμήμα του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου δεν ενοχλήθηκε από τις ωμές απειλές εισβολής και δολοφονίας ηγετών που συνεργάζονται με την Κίνα. Το παγκόσμιο δόγμα Μονρόε το οποίο παρουσίασε στη δική του εκδοχή ο Τραμπ, με βασικό αντίπαλο το Πεκίνο, είναι πλέον το επίσημο δόγμα των ΗΠΑ. Με την παραγωγικότητα και την καινοτομία να υπολείπονται πλέον αισθητά σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους και την οικονομία να ισορροπεί επάνω στη «φούσκα» της τεχνητής νοημοσύνης, ένα πολεμικό άλμα προς τα μπρος φαντάζει πλέον σαν μοναδική λύση στο αδιέξοδο του αμερικανικού καπιταλισμού.
Αποκαρδιωτική ήταν και η στάση πολιτικών που τοποθετούνται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Ενδεικτικά, ο Μπέρνι Σάντερς ξεκινούσε την ανακοίνωση με την οποία καταδίκαζε την επιχείρηση του Τραμπ αποκαλώντας τον Μαδούρο «βάναυσο δικτάτορα». H Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, η οποία χαρακτηρίζει εδώ και χρόνια «τυραννική» την κυβέρνηση του Καράκας, αρκέστηκε στην απλουστευτική ανάλυση ότι όλη η επιχείρηση έγινε με σκοπό να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από την υπόθεση του μαστροπού Τζέφρι Έπστιν. Από τη μία, δηλαδή, ο ανεξάρτητος υποψήφιος που χρειάστηκε δυο χρόνια για να ψελλίσει τη λέξη «γενοκτονία» για τη Γάζα και, από την άλλη, η πολιτικός που έχει ψηφίσει αρκετά από τα πακέτα στρατιωτικής ενίσχυσης του Ισραήλ, επιβεβαίωσαν ότι όσο προοδευτικές θέσεις και αν υιοθετούν στο εσωτερικό, δεν μπορούν να απαγκιστρωθούν από τη γραμμή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Λαμπρή εξαίρεση αποτέλεσε ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι, ο οποίος καταδίκασε χωρίς αστερίσκους την απαγωγή του Μαδούρο ως παραβίαση του ομοσπονδιακού και του διεθνούς δικαίου. Δυστυχώς, όμως, οι σχεδόν τρείς δεκαετίες συνεχούς προπαγάνδας εναντίον του Τσάβες και του Μαδούρο έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια και στα πιο προοδευτικά τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας, που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την εικόνα της Βενεζουέλας ως απολυταρχικού καθεστώτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου