
AP Photo/Markus Schreiber
Μια ομιλία που θα μείνει στην ιστορία εκφώνησε ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνει, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Πολιτικοί και επιχειρηματίες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και χειροκροτούσαν επίμονα για τον τρόπο με τον οποίο αναφέρθηκε στον Θουκιδίδη σχετικά με τις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι οι μικρότερες χώρες δεν μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένη την προστασία των πολυμερών θεσμών.
Η ομιλία του Κάρνεϊ τράβηξε το ενδιαφέρον του κοινού, όχι επειδή εισήγαγε κάποια πρωτότυπη ιδέα, αλλά επειδή διατύπωσε θεσμικά, με σαφήνεια και σε δημόσιο λόγο, ότι το πλαίσιο κανόνων που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν επαρκεί πλέον για να εγγυηθεί την ασφάλεια και τη σταθερότητα.
Μάλιστα, στην ομιλία που συνέταξε ο ίδιος, και όχι το επιτελείο του, παρότι δεν υπήρξε καμία άμεση αναφορά στον Τραμπ, το μήνυμα έγινε απολύτως σαφές: ο Κάρνεϊ φωτογράφισε τις κινήσεις του Αμερικανού προέδρου που έθεσαν τον Καναδά στο στόχαστρο και επανέφεραν, ήδη από την αρχή της δεύτερης θητείας του, το ενδεχόμενο προσάρτησής του ως την «51η πολιτεία των ΗΠΑ. Η εργαλειοποίηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης, η συστηματική απαξίωση των διεθνών συμφωνιών και η ανάδειξη της ισχύος ως υποκατάστατου της συνεργασίας συνέθεσαν τον υπόγειο άξονα της παρέμβασής του.
«Αν δεν καθόμαστε στο τραπέζι, θα βρεθούμε στο μενού»
Ο Καναδός πρωθυπουργός προσέφερε τη «σταθερή» του υποστήριξη στη Γροιλανδία και τη Δανία, υπογραμμίζοντας το «δικαίωμά τους» να αποφασίσουν για το μέλλον του αρκτικού νησιού, το οποίο εποφθαλμιά ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ. Παράλληλα τόνισε πως ο Καναδάς αντιτίθεται σθεναρά στους δασμούς των ΗΠΑ απέναντι στους Ευρωπαίους με φόντο τη Γροιλανδία. «Ο Καναδάς αντιτίθεται σθεναρά στους δασμούς για τη Γροιλανδία και ζητά στοχευμένες συνομιλίες για την επίτευξη των κοινών μας στόχων για ασφάλεια και ευημερία στην Αρκτική», σημείωσε.
Κατά την έναρξη της ομιλίας του, ο Κάρνεϊ επικαλέστηκε τη φράση του Θουκυδίδη, ότι «οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει», θέλοντας να περιγράψει την κατάσταση της σημερινής «εποχής του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων» και αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «ηγεμονίες».
Στον απόηχο και των απειλών του Τραμπ προς τον ίδιο τον Καναδά, αλλά και τις επεκτατικές βλέψεις του μεγιστάνα για τη Γροιλανδία, ο Κάρνεϊ τόνισε πως «οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δράσουν από κοινού, διότι αν δεν καθόμαστε στο τραπέζι, θα βρεθούμε στο μενού», προσθέτοντας ότι πιστεύει ότι τα ισχυρά κράτη χρησιμοποιούν οικονομικό εξαναγκασμό για να πετύχουν τους στόχους τους.
«Οι μεγάλες δυνάμεις έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν την οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο, τους δασμούς ως μοχλό πίεσης, τις χρηματοοικονομικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού και τις αλυσίδες εφοδιασμού ως ευπάθειες που πρέπει να εκμεταλλευτούν» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από τον Θουκυδίδη στον Χάβελ: Ολόκληρη η ομιλία του Κάρνεϊ
«Σήμερα θα μιλήσω για τη ρήξη στη διεθνή τάξη, για το τέλος μιας ευχάριστης αφήγησης και για την απαρχή μιας σκληρής πραγματικότητας, όπου η γεωπολιτική μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό. Υποστηρίζω, ωστόσο, ότι και άλλα κράτη, ιδίως οι μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι ανίσχυρα. Διαθέτουν την ικανότητα να οικοδομήσουν μια νέα τάξη που να ενσωματώνει τις αξίες μας, όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η βιώσιμη ανάπτυξη, η αλληλεγγύη, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα των κρατών.
Η ισχύς των λιγότερο ισχυρών αρχίζει με την ειλικρίνεια. Κάθε ημέρα υπενθυμίζεται ότι ζούμε σε μια εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Ότι η διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες υποχωρεί. Ότι οι ισχυροί πράττουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι πρέπει. Αυτό το απόφθεγμα του Θουκυδίδη παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, ως η φυσική λογική των διεθνών σχέσεων που επανεπιβάλλεται. Και απέναντι σε αυτή τη λογική, υπάρχει έντονη τάση τα κράτη να συμμορφώνονται για να αποφύγουν τις συγκρούσεις: να προσαρμόζονται, να αποφεύγουν τις τριβές, να ελπίζουν ότι η συμμόρφωση θα αγοράσει ασφάλεια.
Λοιπόν, δεν θα το κάνει. Ποιες είναι λοιπόν οι επιλογές μας; Το 1978, ο Τσέχος αντιφρονών Βάτσλαβ Χάβελ, μετέπειτα πρόεδρος, έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο «Η δύναμη των αδύναμων», στο οποίο έθεσε ένα απλό ερώτημα: πώς συντηρούνταν το κομμουνιστικό σύστημα;
Και η απάντησή του ξεκινούσε με έναν μανάβη. Κάθε πρωί, ο καταστηματάρχης τοποθετεί μια πινακίδα στη βιτρίνα του: «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε». Δεν το πιστεύει. Κανείς δεν το πιστεύει. Αλλά τοποθετεί την πινακίδα για να αποφύγει προβλήματα, για να δείξει συμμόρφωση, για να «τα έχει καλά». Και επειδή κάθε μανάβης σε κάθε δρόμο κάνει το ίδιο, το σύστημα επιβιώνει — όχι μόνο μέσω της βίας, αλλά μέσω της συμμετοχής των απλών ανθρώπων σε τελετουργίες που ιδιωτικά γνωρίζουν πως είναι ψευδείς.
Ο Χάβελ το ονόμασε αυτό «ζωή μέσα στο ψέμα». Η δύναμη του συστήματος δεν προέρχεται από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να συμπεριφέρονται σαν να ήταν αληθινό. Και η ευθραυστότητά του πηγάζει από την ίδια ακριβώς πηγή. Όταν έστω και ένας άνθρωπος σταματήσει να συμμετέχει, όταν ο μανάβης κατεβάσει την πινακίδα, η ψευδαίσθηση αρχίζει να ραγίζει. Φίλοι μου, ήρθε η ώρα οι εταιρείες και τα κράτη να κατεβάσουν τις πινακίδες τους.
Για δεκαετίες, χώρες όπως ο Καναδάς ευημερούσαν μέσα σε αυτό που αποκαλούσαμε διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Ενταχθήκαμε στους θεσμούς της, επαινέσαμε τις αρχές της, ωφεληθήκαμε από την προβλεψιμότητά της. Και εξαιτίας αυτού, μπορούσαμε να ακολουθούμε εξωτερικές πολιτικές βασισμένες σε αξίες, υπό την προστασία της.
Γνωρίζαμε ότι η ιστορία της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδής· ότι οι ισχυρότεροι εξαιρούνταν όταν τους συνέφερε· ότι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα· και γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορούμενου ή του θύματος.
Αυτή η μυθοπλασία ήταν χρήσιμη. Και ειδικότερα η αμερικανική ηγεμονία συνέβαλε στην παροχή δημόσιων αγαθών: ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, ένα σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα, συλλογική ασφάλεια και πλαίσια επίλυσης διαφορών.
Έτσι, βάλαμε την πινακίδα στο παράθυρο. Συμμετείχαμε στις τελετουργίες και, σε μεγάλο βαθμό, αποφεύγαμε να επισημαίνουμε το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα. Αυτή η συμφωνία δεν λειτουργεί πλέον. Ας είμαι σαφής: βρισκόμαστε στη μέση μιας ρήξης, όχι μιας μετάβασης.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, μια σειρά κρίσεων — χρηματοπιστωτικών, υγειονομικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών — αποκάλυψαν τους κινδύνους της προχωρημένης παγκόσμιας ολοκλήρωσης. Πιο πρόσφατα, όμως, οι μεγάλες δυνάμεις άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτή την ολοκλήρωση ως όπλο: τους δασμούς ως μοχλό πίεσης, τις χρηματοπιστωτικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού, τις αλυσίδες εφοδιασμού ως ευπάθειες προς εκμετάλλευση.
Δεν μπορείς να «ζεις μέσα στο ψέμα» της αμοιβαίας ωφέλειας μέσω της ολοκλήρωσης, όταν η ολοκλήρωση γίνεται η πηγή της υποταγής σου.
Οι πολυμερείς θεσμοί στους οποίους βασίζονταν οι μεσαίες δυνάμεις (ο ΠΟΕ, ο ΟΗΕ, οι COP, ολόκληρη η αρχιτεκτονική της συλλογικής επίλυσης προβλημάτων) απειλούνται. Ως αποτέλεσμα, πολλές χώρες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι πρέπει να αναπτύξουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στα κρίσιμα ορυκτά, στη χρηματοδότηση και στις αλυσίδες εφοδιασμού. Και αυτή η ώθηση είναι κατανοητή.
Μια χώρα που δεν μπορεί να θρέψει τον πληθυσμό της, να τον τροφοδοτήσει ενεργειακά ή να τον υπερασπιστεί, έχει λίγες επιλογές. Όταν οι κανόνες δεν σε προστατεύουν, πρέπει να προστατευτείς μόνος σου.
Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς για το πού οδηγεί αυτό. Ένας κόσμος οχυρών θα είναι φτωχότερος, πιο εύθραυστος και λιγότερο βιώσιμος.
Και υπάρχει κι άλλη μια αλήθεια: αν οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταλείψουν ακόμη και την προσποίηση των κανόνων και των αξιών υπέρ της ανεμπόδιστης επιδίωξης ισχύος και συμφερόντων, τα οφέλη του συναλλακτισμού θα γίνουν όλο και δυσκολότερα να αναπαραχθούν.
Οι ηγεμονίες δεν μπορούν επ’ αόριστον να «εμπορευματοποιούν» τις σχέσεις τους. Οι σύμμαχοι θα διαφοροποιηθούν για να αντισταθμίσουν την αβεβαιότητα. Θα αγοράσουν ασφάλεια, θα αυξήσουν τις επιλογές τους για να ανακτήσουν κυριαρχία — μια κυριαρχία που κάποτε θεμελιωνόταν σε κανόνες, αλλά πλέον θα αγκυρώνεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα αντοχής στην πίεση.
Αυτή η αίθουσα γνωρίζει ότι αυτό είναι κλασική διαχείριση κινδύνου. Η διαχείριση κινδύνου έχει κόστος, αλλά το κόστος της στρατηγικής αυτονομίας και της κυριαρχίας μπορεί να μοιραστεί. Οι συλλογικές επενδύσεις στην ανθεκτικότητα είναι φθηνότερες από το να χτίζει ο καθένας το δικό του φρούριο. Τα κοινά πρότυπα μειώνουν τον κατακερματισμό. Οι συμπληρωματικότητες δημιουργούν θετικό άθροισμα.
Το ερώτημα για μεσαίες δυνάμεις όπως ο Καναδάς δεν είναι αν πρέπει να προσαρμοστούμε στη νέα πραγματικότητα. Πρέπει.
Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούμε απλώς χτίζοντας ψηλότερα τείχη ή αν μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο φιλόδοξο.
Ο Καναδάς ήταν από τους πρώτους που άκουσαν το καμπανάκι κινδύνου, οδηγώντας μας σε μια θεμελιώδη αλλαγή της στρατηγικής μας στάσης. Οι Καναδοί γνωρίζουν ότι οι παλιές, άνετες παραδοχές μας, ότι η γεωγραφία μας και οι συμμαχίες μας εξασφάλιζαν αυτόματα ευημερία και ασφάλεια, δεν ισχύουν πλέον.
Η νέα μας προσέγγιση βασίζεται σε αυτό που ο Αλεξάντερ Στουμπ έχει ονομάσει «ρεαλισμό βασισμένο σε αξίες», ή, για να το θέσω αλλιώς, στοχεύουμε να είμαστε ηθικοί και πραγματιστές. Με αρχές στη δέσμευσή μας στις θεμελιώδεις αξίες: κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα, απαγόρευση της χρήσης βίας, εκτός εάν συνάδει με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ρεαλιστές στην αναγνώριση ότι η πρόοδος είναι συχνά σταδιακή, ότι τα συμφέροντα αποκλίνουν, ότι δεν συμμερίζονται όλοι οι εταίροι τις αξίες μας.
Έτσι, εμπλεκόμαστε ευρέως και στρατηγικά, με τα μάτια μας ανοιχτά. Αντιμετωπίζουμε ενεργά τον κόσμο όπως είναι. Δεν περιμένουμε έναν κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι.
Ρυθμίζουμε τις σχέσεις μας έτσι ώστε το βάθος τους να αντικατοπτρίζει τις αξίες μας και δίνουμε προτεραιότητα στη διευρυμένη εμπλοκή για να μεγιστοποιήσουμε την επιρροή μας, δεδομένης της ρευστότητας του κόσμου, των κινδύνων που αυτή συνεπάγεται και των διακυβευμάτων για το τι ακολουθεί. Και δεν βασιζόμαστε πλέον μόνο στη δύναμη των αξιών μας, αλλά και στην αξία της δύναμής μας.
Χτίζουμε αυτή τη δύναμη στο εσωτερικό. Από τότε που ανέλαβε η κυβέρνησή μου, μειώσαμε τους φόρους στα εισοδήματα, στα κεφαλαιακά κέρδη και στις επιχειρηματικές επενδύσεις. Καταργήσαμε όλα τα ομοσπονδιακά εμπόδια στο διαπεριφερειακό εμπόριο. Επιταχύνουμε επενδύσεις ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων στην ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη, τα κρίσιμα ορυκτά, τους νέους εμπορικούς διαδρόμους και άλλα. Διπλασιάζουμε τις αμυντικές μας δαπάνες μέχρι το τέλος της δεκαετίας, με τρόπους που ενισχύουν τις εγχώριες βιομηχανίες μας. Και διαφοροποιούμαστε ραγδαία στο εξωτερικό.
Έχουμε συμφωνήσει σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής μας στο SAFE, το ευρωπαϊκό πλαίσιο αμυντικών προμηθειών. Υπογράψαμε 12 ακόμη εμπορικές και στρατηγικές συμφωνίες σε τέσσερις ηπείρους μέσα σε έξι μήνες.
Τις τελευταίες ημέρες, ολοκληρώσαμε νέες στρατηγικές συνεργασίες με την Κίνα και το Κατάρ. Διαπραγματευόμαστε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία, την ASEAN, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και τη Mercosur».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου