Από Ιωάννα Ηλιάδη
Κυβερνητική φιέστα με live stream στον κατάπλου της φρεγάτας ΚΙΜΩΝ – Στρατιωτικός λαϊκισμός για ψηφοθηρία και για να ξεχαστεί ο νόμος Δένδια
Η κυβέρνηση ετοίμασε σήμερα άλλη μία τελετουργία ισχύος με φόντο τον κατάπλου της φρεγάτας «ΚΙΜΩΝ». Όχι μια ουσιαστική ενημέρωση για το τι αλλάζει επιχειρησιακά, τι πληρώνει η κοινωνία και με ποιους όρους, αλλά μια σκηνοθετημένη επίδειξη εθνικής αυτοπεποίθησης, πακεταρισμένη για ζωντανή μετάδοση.
Ελικόπτερα, νηοπομπές, ιστορικά σύμβολα, στο ίδιο κάδρο με πρωθυπουργικές δηλώσεις και υπουργικά χαμόγελα. Η ισχύς, εδώ, δεν είναι στρατιωτική. Είναι επικοινωνιακή.
Δεν πρόκειται για «αγάπη στο Ναυτικό». Πρόκειται για μια συστηματική στρατιωτικοποίηση του δημόσιου λόγου, όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις λειτουργούν ως σκηνικό και όχι ως θεσμός. Η ασφάλεια μετατρέπεται σε θέαμα και οι εξοπλισμοί, που πληρώνονται από μια κοινωνία πιεσμένη, μεταφράζονται σε πλάνα και χειροκροτήματα.
Αυτός είναι ο πυρήνας του στρατιωτικού λαϊκισμού: να εμφανίζεις την εικόνα της ισχύος ως υποκατάστατο της πολιτικής.
Η κυβέρνηση επενδύει σε αυτό το αφήγημα επειδή το χρειάζεται. Το χρειάζεται για να ανακτήσει πολιτικό χώρο, να μιλήσει σε ακροατήρια που έχουν στραφεί δεξιότερα, να υποσχεθεί «ασφάλεια» χωρίς να μιλήσει για κοινωνική συνοχή.
Και, κυρίως, το χρειάζεται για να κρύψει μια άβολη αλήθεια. Ότι την ίδια στιγμή που σηκώνει σημαίες και τηλεοπτικά πλάνα, έχει νομοθετήσει ενάντια στους ίδιους τους ανθρώπους που υπηρετούν αυτά τα πλοία. Το νομοσχέδιο Δένδια δεν ήταν ενίσχυση. Ήταν περικοπές, ανατροπές δικαιωμάτων, εργασιακή απορρύθμιση μέσα στο στράτευμα. Σφαγή, με άλλα λόγια, καλυμμένη από στολές και τελετές.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Από τη μία, επίδειξη δύναμης. Από την άλλη, απαξίωση του προσωπικού. Από τη μία, πατριωτική ρητορεία. Από την άλλη, μια καθημερινότητα για τους στρατιωτικούς που γίνεται δυσκολότερη, πιο επισφαλής, πιο σιωπηλή. Η κυβέρνηση ποντάρει ότι το πρώτο θα σκεπάσει το δεύτερο. Ότι οι εικόνες θα κάνουν τον θόρυβο που χρειάζεται για να μην ακουστούν οι φωνές από τα στρατόπεδα.
Σε αυτό το σκηνικό, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Αφορά και την προοδευτική αντιπολίτευση. Γιατί σιωπά; Γιατί αφήνει τον στρατιωτικό λαϊκισμό να περνά ως «εθνική ομοψυχία»; Φοβάται το πολιτικό κόστος ή έχει εγκλωβιστεί και η ίδια σε μια αντίληψη όπου κάθε κριτική βαφτίζεται «αντεθνική»; Η αποδοχή αυτής της λογικής δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.
Και τα εργαλεία, όταν χρησιμοποιούνται για ψηφοθηρία, στο τέλος σπάνε. Μαζί τους, συχνά, σπάνε και οι θεσμοί που υποτίθεται ότι υπηρετούν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου