Μια ακραία εκδοχή του πού οδηγεί ο λεγόμενος «κοινωνικός εταιρισμός» αποτελεί το νομοσχέδιο με τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», που φηφίστηκε με ψήφους της ΝΔ την Παρασκευή το βράδυ στη Βουλή. Το σχέδιο νόμου επί της Αρχής και στο σύνολό του ψηφίσθηκε με 158 «υπέρ» έναντι 134 «κατά», επί 292 ψηφισάντων.
Ένα νομοσχέδιο διατήρησης του καθεστώτος κατάργησης των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που θεσμοθετήθηκε το 2012 και με προφανέστατο στόχο τη σταθερή και διαχρονική ποδηγέτηση του εργατικού κινήματος.
Πρόκειται για τη νομοθετική κατοχύρωση της συμφωνίας που υπογράφτηκε στις 26 Νοεμβρίου 2025 ανάμεσα στο υπουργείο Εργασίας, τις οργανώσεις των εργοδοτών (ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΤΕ, ΕΣΕΕ) και τη ΓΣΕΕ εκπροσωπούμενη από τον Γιάννη Παναγόπουλο. Το πρόσωπο, δηλαδή, που κυριαρχεί στην τρέχουσα ειδησεογραφία ως διωκόμενος για υπεξαίρεση κοινοτικών κονδυλίων.
Τη συγκεκριμένη συμφωνία, λίγες μέρες μετά την υπογραφή της, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας σε συνεδρίαση του υπουργικού Συμβουλίου, την αποκάλεσε «σημαντική τομή που απαντά σε ένα πάγιο αίτημα των εργαζομένων». Ενώ η Νίκη Κεραμέως μίλησε για νομοσχέδιο «ιστορικό» αφού προέρχεται από κοινωνική συμφωνία, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι καταργεί τη μνημονιακή νομοθεσία που θεσπίστηκε το 2012 προκειμένου να καταργηθούν οι ΣΣΕ.
Αυτά ενώ –σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας– η Ελλάδα είναι προτελευταία στις χώρες – μέλη της ΕΕ όσον αφορά την κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις. Το ποσοστό στην Ελλάδα ανέρχεται σε 10,6% ενώ ως εύλογο ποσοστό θεωρείται το 80%.
Και μόνο από το γεγονός ότι το νομοσχέδιο από μια συμφωνία της Νίκης Κεραμέως, της υπουργού που θεσμοθέτησε το 13ωρο συνεχούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη, και του Γιάννη Παναγόπουλου, του προέδρου της ΓΣΕΕ που έχει «δώσει ρέστα» στήριξης των επιλογών του κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες, αντιλαμβάνεται κανείς πως μόνο κατάργηση των μνημονιακών νόμων δεν θα μπορούσε να περιέχει.
Πράγματι, με το νομοσχέδιο διατηρείται και επαυξάνεται η δυνατότητα της κυβέρνησης να καθορίζει τον κατώτατο μισθό. Μάλιστα, μετά το 2027 αυτό θα συμβαίνει με τη χρήση… αλγορίθμου σύμφωνα με νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας που έχει ήδη ψηφιστεί. Παράλληλα, η ανακήρυξη ως «υποχρεωτικών» των –όποιων– κλαδικών συμβάσεων υπογράφονται ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζόμενους παραμένει αρμοδιότητα του υπουργείου Εργασίας. Με τη δέσμευση μάλιστα η σύμβαση αυτή να μη θίγει την «ανταγωνιστικότητα του κλάδου» κατά την κρίση της εκάστοτε ηγεσίας του υπουργείου που θα επικουρείται ως προς αυτό από επιτροπές «ειδικών».
Εξυπακούεται πως διατηρούνται όλες οι «μνημονιακές» προϋποθέσεις προκειμένου μια εργοδοτική οργάνωση να έχει τη δυνατότητα να μην προσέλθει σε διαπραγμάτευση για συλλογική σύμβαση. Καμία πρόβλεψη δεν υπάρχει για την επαναφορά του καθεστώτος της υποχρεωτικής διαιτησίας. Επίσης παραμένει το καθεστώς της δυνατότητας επιχειρησιακές συμβάσεις να έχουν προτεραιότητα έναντι των κλαδικών. Ουσιαστικά δηλαδή, μένει κραταιό το σύνολο του μνημονιακού καθεστώτος.
Η κυβέρνηση «πουλάει» ως μέτρο ενίσχυσης των συλλογικών συμβάσεων την πτώση του ποσοστού κάλυψης των επιχειρήσεων που εκφράζουν τους εργοδότες και της εργατικής πλευράς από το 50% στο 40% με τελικό κριτή και πάλι το υπουργείο. Όπως επίσης και τη δυνατότητα επέκτασης μιας σύμβασης εφόσον ένα συνδικάτο δεχτεί η ηγεσία της ΓΣΕΕ του Παναγόπουλου να μετέχει στη διαπραγματευτική διαδικασία και στο τέλος να συνυπογράφει τη σύμβαση. Μια ρύθμιση που είναι προφανές ότι προκύπτει από τη διαπραγμάτευση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ με το υπουργείο Εργασίας ώστε η πλειοψηφία της να μπορεί να χειραγωγεί το συνδικαλιστικό κίνημα.
Παράλληλα, στο νομοσχέδιο υπάρχουν διάφορες προβλέψεις αντικατάστασης της λειτουργίας του Οργανισμού Μεσολάβησης – Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) από Τριμελείς Επιτροπές Ελέγχου Παραδεκτού. Δίχως όμως και αυτές να έχουν χαρακτήρα υποχρεωτικής διαιτησίας.
Είναι σαφές πως το συγκεκριμένο νομοθέτημα δεν μπορεί παρά να συνδυαστεί με τα αντεργατικά νομοσχέδια που έχει συνολικά ψηφίσει τα τελευταία έξι χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη: Το σύνολο του νομοθετικού αυτού πλέγματος αποτελεί το εχέγγυο της κυβέρνησης για την ύπαρξη ενός σταθερού «φιλοεπενδυτικού» καθεστώτος, σε συνδυασμό φυσικά με τη διατήρηση των αμοιβών σε πενιχρά επίπεδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου